Εθισμός στις αισθητικές επεμβάσεις

Η αύξηση των επιπέδων ποιότητας ζωής στη σύγχρονη εποχή έχει δώσει τη δυνατότητα σε όλους μας να χρησιμοποιούμε τις τεχνολογικές ή ιατρικές δυνατότητες, ώστε να γίνουμε πιο υγιείς, πιο δυνατοί ή πιο όμορφοι. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η κοσμετική – αισθητική πλαστική δίνει τη δυνατότητα βελτίωσης των εξωτερικών χαρακτηριστικών μας, με τις ευνόητες συνέπειες στην αύξηση της αυτοεκτίμησης, καθώς και τη βελτίωση των κοινωνικών μας δυνατοτήτων.

Το μεγαλύτερο μέρος των ατόμων που ζητούν αισθητικές επεμβάσεις φαίνεται να εντάσσεται στην περίπτωση της αναζήτησης ρεαλιστικών λύσεων της εμφάνισής τους. Αναμφισβήτητα ρεαλιστικές βέβαια είναι οι επανορθωτικές επεμβάσεις που απαιτούνται σε περιστατικά λόγω τραυματισμού, τροχαίων, κλπ.

Επίσης, αισθητικές επεμβάσεις μύτης, αυτιών, ρυτίδων, στήθους, είναι συχνές, σε γυναίκες, αλλά πλέον και σε άνδρες. Η προσπάθεια βελτίωσης του εαυτού, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες της εποχής μας, δίνουν σίγουρα ένα ασφαλές δικαίωμα επέμβασης στο σώμα.

Δεν είναι λίγα όμως τα περιστατικά που αναζητούν και επιτυγχάνουν εύκολα επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες είναι περιττές. Η πολλαπλή χρήση τέτοιων επεμβάσεων είναι φυσικό να αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών ή και λαθών.

Τι κρύβεται αλήθεια πίσω από τέτοιες συμπεριφορές; Γιατί κάποιοι άνθρωποι καταφεύγουν σε αλλεπάλληλες αισθητικές επεμβάσεις, πιέζοντας μάλιστα τους γιατρούς στο να τις εκτελέσουν; Πρόκειται για άτομα που βαθμολογούν σημαντικά τη σωματική ή εξωτερική εμφάνιση; Πρόκειται για προσωπικότητες που βασίζονται ισχυρά στην εξωτερική τους εικόνα, όπως αυτή καθρεπτίζεται στα μάτια των άλλων; Αν ισχύει αυτό, τότε σημαίνει ότι για τα άτομα αυτά η ‘εικόνα του εαυτού’ που επιστρέφει από τον ‘άλλον’ δημιουργεί μια αντίδραση, η οποία αποτελεί πλέον μία νέα κινητήρια ώθηση για ζωή.

Ποικίλοι παράγοντες που σχετίζονται με την προσωπικότητα, σε συνάρτηση βέβαια με το εγγύς αλλά και το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον, μπορεί να συμβάλουν στην ανάπτυξη μιας υπερβολικής τέτοιας συμπεριφοράς. Το γυναικείο φύλο είναι περισσότερο πιθανό να αναπτύξει τέτοιες συμπεριφορές, αφού κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες φαίνεται να συνεισφέρουν ισχυρά στην περίπτωση αυτή.

Το ‘ωραίο φύλο’ θα πρέπει να παραμένει πάντα ωραίο, και αν είναι δυνατόν να γίνεται ‘ωραιότερο’. Εξάλλου, η αύξηση των αισθητικών επεμβάσεων τρέχει παράλληλα με την αύξηση στα προϊόντα αισθητικής, καθώς και με την αύξηση των απαιτήσεων και προσδοκιών.

Σε κάποιες περιπτώσεις, επαναλαμβανόμενες αισθητικές επεμβάσεις γίνονται στα πλαίσια κάποιων παθολογικών παρορμήσεων, σε συνδυασμό με την ιατρική ανοχή ως προς τις ενδείξεις. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ειδικοί θα πρέπει να αντιληφθούν την κατάσταση αυτή παρόμοια με άλλες εξαρτητικές καταστάσεις, όπως το παθολογικό παίξιμο, τις καταναγκαστικές αγορές, τους σεξουαλικούς καταναγκασμούς και την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.

Οι διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων χαρακτηρίζονται από αποτυχία του ατόμου να αντισταθεί στις παρορμήσεις, με επακόλουθο τις επιβαρυντικές συνέπειες. Υπάρχει αυξημένη τάση ή διέγερση πριν την πράξη, ευχαρίστηση και ικανοποίηση κατά τη διάρκεια της πράξης και πιθανόν αισθήματα λύπης και ενοχές μετά από αυτήν.

Οι διαταραχές αυτές είναι δύσκολο να θεραπευτούν επειδή κινούνται από την αίσθηση ευχαρίστησης που τους δίνει η πράξη. Ένα μεγάλο εμπόδιο επίσης στη θεραπεία των ασθενών αυτών είναι το να παραμείνουν στα πλαίσια της θεραπείας.

Η ανεπαρκής θεραπεία, που είναι δευτερογενής στην πτωχή συμμόρφωση σε αυτήν, οδηγεί συχνά στην επανεμφάνιση των συμπτωμάτων.

Μία άλλη αιτία εθισμού στις αισθητικές επεμβάσεις αποτελεί επίσης η πεποίθηση ύπαρξης ενός φανταστικού ελαττώματος σε κάποιο σημείο του σώματος. Η ομάδα των σωματόμορφων διαταραχών χαρακτηρίζεται από πεποιθήσεις σχετικά με την εμφάνιση ή τις αισθήσεις του σώματος και από καταναγκαστικές συμπεριφορές που γίνονται με σκοπό να μειωθεί το άγχος που προέρχεται από τις εμμονές αυτές.

Στην περίπτωση της υποχονδρίασης, τα άτομα έχουν την ψυχαναγκαστικού τύπου πεποίθηση ότι έχουν κάποια σωματική πάθηση, με την απουσία όμως αποδεδειγμένης ιατρικής νόσου. Στην σωματο-δυσμορφοφοβική διαταραχή τα άτομα έχουν την πεποίθηση ύπαρξης ενός φανταστικού ελαττώματος σε κάποιο σημείο του σώματος.

Τα άτομα με τις διαταραχές αυτές μπορεί να έχουν ένα σύνολο παγιωμένων αντιλήψεων, που συμβάλλουν στην αντίσταση της θεραπείας τους.

Οι συνεχείς και άσκοπες αισθητικές επεμβάσεις φαίνεται επίσης να λειτουργούν ως καταναγκασμοί. Θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στους πραγματικούς καταναγκασμούς από άλλες δραστηριότητες που ονομάζονται ψυχαναγκασμοί, όπως το υπερβολικό φαγητό ή ποτό ή την υπερβολική σεξουαλική συμπεριφορά, τα οποία βιώνονται σαν ευχάριστα αλλά οι συνέπειές τους μπορεί να μην είναι ευχάριστες.

Καταναγκασμός είναι η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά την οποία το άτομο αισθάνεται να ωθείται να κάνει ώστε να μειώσει το άγχος και τη δυσφορία. Το άγχος υποχωρεί αμέσως όταν το άτομο ενδώσει στον καταναγκασμό.

Στα άτομα με συνεχείς αισθητικές επεμβάσεις βλέπουμε να συνυπάρχουν συχνά διαταραχές σίτισης, όπως ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία. Να σημειωθεί ότι τα άτομα με διαταραχές σίτισης έχουν ένα μέσο όρο 10 ψυχαναγκαστικών-καταναγκαστικών συμπτωμάτων τα οποία δεν σχετίζονται με τους χαρακτηριστικούς ψυχαναγκασμούς που αφορούν το σωματικό τους βάρος, την εικόνα του σώματός τους, τη δίαιτα, την άσκηση και την παρασκευή του φαγητού.

Μία άλλη κατάσταση που μπορεί να ωθήσει σε πολλαπλές αισθητικές επεμβάσεις είναι η λεγόμενη κοινωνική φοβία. Κεντρικός φόβος του ατόμου με κοινωνική φοβία είναι ότι θα ταπεινωθεί όταν βρεθεί μπροστά σε άλλους, και έτσι αποφεύγει καταστάσεις που απαιτούν την αλληλεπίδραση με τους άλλους.

Κοινά στοιχεία της προσωπικότητας των ασθενών με κοινωνική φοβία είναι η υπερευαισθησία στην κριτική, η αρνητική εκτίμηση και απόρριψη, η δυσκολία στο να ζητούν αυτό που θέλουν, και η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Συχνά χρησιμοποιούν αλκοόλ ή ηρεμιστικά, ως αυτοθεραπεία για τα συμπτώματα άγχους, μία συνήθεια που μπορεί να καταλήξει σε κατάχρηση.

Οι καταναγκαστικά επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές φαίνεται να έχουν πολύ καλή ανταπόκριση στη θεραπεία με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, καθώς και στη συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Οι ασθενείς με διαταραχές του ψυχαναγκαστικού φάσματος, όπως σωματο-δυσμορφοφοβική διαταραχή και ψυχογενή ανορεξία, έχουν σημαντικά μεγάλο μεσοδιάστημα μέχρι την ανταπόκριση με τη φαρμακευτική αγωγή αλλά, εφόσον ανταποκριθούν στη θεραπεία, τείνουν να διατηρούν τα θεραπευτικά οφέλη για όσο διάστημα την συνεχίζουν.

Έτσι, είναι σημαντικό να προσπαθούμε για μία επαρκή θεραπεία με αρκετά υψηλές δόσεις πριν χαρακτηρίσουμε κάποιον ασθενή μη- ή μερικώς ανταποκρινόμενο στη θεραπεία.

Από την άλλη πλευρά, άτομα με παρορμητικές διαταραχές, όπως διαταραχή σίτισης και καταναγκαστικές αγορές, έχουν συχνά γρήγορη ανταπόκριση στους εκλεκτικούς αναστολείς της σεροτονίνης. Η συμπεριφορική θεραπεία είναι επίσης σημαντική στην πρόληψη της ψυχαναγκαστικής απάντησης, η οποία μπλοκάρει τις τελετουργίες.

Δυστυχώς, δεν μπορούν όλοι οι ασθενείς να ανεχθούν τις συμπεριφορικές τεχνικές, λόγω του άγχους που μπορεί να τους προκαλούν. Η υψηλή αυτοεκτίμηση όμως παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας προστασίας από τέτοιες συμπεριφορές, αλλά και ο στόχος όλων των θεραπειών.

Πηγή iatronet.gr/ 

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ
Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας τα καλύτερα άρθρα του VANTAGEMAG.COM