Γονιός δεν γεννιέσαι, γίνεσαι…

Μητέρα 9 παιδιών η Σωτηρούλα Κατσούρομαλλη, 99 χρονών σήμερα, δίνει μαθήματα μητρότητας, θάρρους και δυναμικότητας σε όσους ακόμα σκέφτονται να κάνουν παιδί ή σε όσους “δεν έχουν χρόνο” για να μεγαλώσουν την οικογένεια τους.

Για όλους η μητέρα, νεαρή ή ηλικιωμένη, πλούσια ή φτωχή, μορφωμένη ή όχι, είναι πρόσωπο ιερό, γιατί στην αγάπη της εικονίζονται τα βαθύτερα συναισθήματα. Όταν όμως πρόκειται για μια πολύτεκνη μητέρα, ξέρεις πως διαθέτει αγάπη στον υπέρτατο βαθμό, γιατί βιώνει τη μητρότητα πολλαπλά, καλούμενη να μοιράσει συναισθήματα, φροντίδες, προσωπικό χρόνο, τη ζωή της ολόκληρη, θέτοντας εαυτόν σε δεύτερη μοίρα. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση μιας υπερπολύτεκνης μάνας; Εμείς προσωπικά μόνο θαυμασμό και δέος μπορούμε να αισθανθούμε γνωρίζοντας τη μητέρα 9 παιδιών, κα. Σωτηρούλα από την Δερύνεια αποτελεί φωτεινό παράδειγμα για νέες κοπέλες, υπόδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς και αποφασιστικότητας.

Με τον σύζυγό της γνωρίστηκαν μέσω προξενιού. Αυτή ήταν 23 χρονών και ο σύζυγός της 21. «Δεν καλοτυχίστηκα, ο άντρας μου ήταν μεγαλωμένος μέσα στους κάμπους, ούτε το χωριό δεν τον ήξερε. Εργαζόταν συνέχεια. Είχε πολλές δουλειές και δεν σταματούσε να θέλει και άλλα. Είχε και περβόλι και χωράφια και κοπάδι. Δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι. Εγώ προσωπικά δεν ήθελα να κάνω τόσα πολλά παιδιά, αυτός όμως επέμενε πως έπρεπε να κάνουμε παιδιά για να μας βοηθούν. Τότε όμως ήταν συνηθισμένο ένα ζευγάρι να κάνει τόσα παιδιά». Παρόλα αυτά σήμερα η κα Σωτηρούλα αν γύριζε τα χρόνια πίσω δεν θα άλλαζε κάτι: «Είμαι τόσο περήφανη για τα παιδιά μου! Κατάφεραν όλοι να προκόψουν και μου δίνουν μεγάλη χαρά όταν τα βλέπω. Τα παιδιά μου είναι η ελπίδα μου». Η κα Σωτηρούλα έκανε πέντε κόρες και τέσσερα αγόρια, περίπου με 2 χρόνια διαφορά το ένα από το άλλο. Γνωρίζοντάς την σε αφήνει άφωνο η απίστευτη υπομονή της, η ηρεμία που τη διακατέχει αλλά και η αισιοδοξία πως ο Θεός είναι πάντα δίπλα της και την βοηθάει.

Το πρώτο παιδί

«Πριν 70 χρόνια δεν είχαμε κλινικές, ούτε γνωρίζαμε την ακριβή ημέρα γέννας. Γεννούσαμε στο σπίτι με τη βοήθεια της μαμμούς. Στο πρώτο παιδί ήμουν κακόγεννη και αναγκάστηκαν να φέρουν γιατρό να με γεννήσει με βεντούζες. Έφυγαν από το βράδυ και πήγαν περπατητοί στο Βαρώσι για να φέρουν τον γιατρό. Μέχρι να έρθουν στο σπίτι ξημέρωνε Κυριακή. Τότε δεν ξέραμε το φύλο, όμως μόλις γεννήθηκε ο πρώτος μου γιος η χαρά ήταν απερίγραπτη. Τον ονομάσαμε Λευτέρη».

Ένα σπίτι γεμάτο παιδιά

«Δεν βαριόμουν ποτέ. Και παρόλο που αρχικά δεν ήθελα να κάνω τόσα παιδιά δεν το μετάνιωσα. Το τελευταίο μου μωρό μου ζήτησαν να το δώσω σε οικογένεια που δεν έκανε παιδιά. Τότε ήταν συνηθισμένο να δίνει μια μάνα που είχε πολλά παιδιά το ένα ή ακόμη και περισσότερα παιδιά σε μια άλλη γυναίκα που ήθελε παιδιά αλλά δεν μπορούσε να κάνει. Πως μπορείς όμως να αποχωριστείς το παιδί σου; Εγώ δεν μπορούσα. Όπως μεγάλωσαν τα άλλα μου παιδιά, θα μεγάλωνε και το μικρότερο. Τα παιδιά μου προσέφεραν μέσα στο σπίτι αμέτρητες στιγμές γέλιου, ευτυχίας και ζωντάνιας. Και ήταν εύκολα μωρά, με βοηθούσαν, δεν παραπονιούνταν. Σίγουρα υπήρχαν και εκείνες οι στιγμές που μου ήταν δύσκολο, αρκετά δύσκολο για να ανταπεξέλθω. Για παράδειγμα εγώ να είμαι έγκυος και τα άλλα παιδιά να θέλουν τη σημασία της μαμάς τους. Ο σύζυγος μου δεν βοηθούσε άρα, όλα έπρεπε να περάσουν από τα δικά μου χέρια. Κουραζόμουν απίστευτα»!

Οι δυσκολίες

«Οι ουσιώδη δυσκολίες ήταν η σωματική κούραση και τα ξενύχτια. Την τότε εποχή δεν ήταν τόσο το οικονομικό γιατί όλοι ζούσαμε με τα βασικά. Αλλά κουραζόμουν πολύ, γιατί εκτός από τα παιδιά έπρεπε να δουλεύω και στο χωράφι, να μαγειρεύω και να καθαρίζω το σπίτι. Τα μωρά μου μεγάλωσαν μέσα στο περβόλι, κρατούσα τσάπα και έρχονταν και με βοηθούσαν. Τα παιδιά δεν ήταν ούτε ντυμένα πολύ, ούτε είχαν πολλά φαγιά. Τα νεογέννητα τα θήλαζα ή τους έκανα χυλό με αλεύρι. Έψηνα ψωμιά στον φούρνο και ό,τι άλλα αγαθά είχαμε από τα περβόλια. Όσο για τα παιχνίδια τους; Ήταν όλα αυτοσχέδια. Για παράδειγμα έφτιαχνα σούσες στα περβόλια και τα έβαζα πάνω για να χαρούν».

Ο κόσμος κρίνει ανελέητα

«Είχα γεννήσει και μετά από εφτά ημέρες ο σύζυγός μου ήθελε να πάω στο χωράφι να βγάλω πατάτες. Θυμάμαι λες και ήταν χθες, που ήρθε η κουνιάδα μου και με ρώτησε: «Καλά γιατί βγήκες με το κοπελούι έξω, το μωρό εν ακκλήσιαστο ακόμα, μα δεν σκέφτεσαι;». Ήταν λες και μου μπήξε μαχαίρι στο στομάχι. Εγώ δεν ήθελα να κάτσω σπίτι και να φροντίζω το παιδί μου; Φυσικά και ήθελα, δεν είχα όμως επιλογή».

Κομμάτι του εαυτού μου

«Τα παιδιά μου είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Είναι ευλογία από τον Θεό και πιστεύω ότι είμαι πολύ τυχερή αφού από την οικογένειά μου αντλώ μεγάλη χαρά. Τα παιδιά μου είναι όλοι άξιοι. Πανέξυπνοι, κατάφεραν να σπουδάσουν όλοι με υποτροφίες. Ο ένας μου γιος είναι Πρύτανης σε Πανεπιστήμιο. Δεν περιγράφεται το συναίσθημα της μάνας για τα παιδιά της.

Εργαζόμουν σκληρά για να τους παρέχω ότι μπορούσα. Και δουλειές δικές μας αλλά και ξένων. Δεν σταματούσα να δουλεύω λεπτό. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια μπορώ να πω με βεβαιότητα πως δεν ένιωσα ποτέ, ούτε και ένα λεπτό μόνη. Τα παιδιά μου έφτιαξαν τις ζωές τους και μου έκαναν εγγόνια και δισέγγονα. Πλέον, γυρνώντας τα χρόνια πίσω νιώθω ότι έζησα ένα όνειρο. Μεγαλύτερη ανταμοιβή των κόπων μου είναι η λάμψη μάτια των παιδιών μου, το χαμόγελό τους, η πρόοδος και η ευτυχία τους».