Βλέποντας το σπίτι μου να φλέγεται

Ο Μιχάλης Παραδισιώτης μας περιγράφει τις τελευταίες 24 ώρες και τη σπαρακτική ιστορία της ολοσχερούς καταστροφής της περιουσίας του που τυλίχτηκε στις φλόγες και το μαρτύριο που ζει από τον περασμένο Ιούλιο.

Της Ιωάννας Τζούλιου

Την ώρα που είχε ξεσπάσει η πυρκαγιά στις 11:00 το πρωί του Σαββάτου 3/7/2021, ο Μιχάλης Παραδισιώτης βρισκόταν με τη σύζυγό του Άντρη, στη Λάρνακα. Ο πυκνός καπνός φαινόταν από 40 χιλιόμετρα, μας δήλωσε. Όταν φτάσανε στο χωριό τους, την Ορά, διαπιστώσανε ότι πρόκειται για τεράστια φωτιά, που είναι ακόμα κάπως μακριά, γύρω στα 8 με 10 χιλιόμετρα. Θεώρησαν σωστό, να προστατέψουν προληπτικά τους γονείς τους. Γι’ αυτό η γυναίκα του μετέφερε τους γονείς της στη Λεμεσό. Δεν πρόλαβε να γυρίσει. Όταν ο κύριος Μιχάλης βγήκε στην αυλή του σπιτιού τους να ελέγξει ξανά την κατάσταση, είδε ότι εκείνο το τεράστιο δέντρο από κοκκινόμαυρο καπνό έφτασε στα μεσούρανα και όσο πήγαινε σκοτείνιαζε παντού. Ο ήλιος είχε χαθεί, όπως μας περιγράφει. Συνειδητοποίησαν πως έρχεται το κακό και είναι μεγάλο…

Γέμισε ένα δοχείο με το λάστιχο του νερού αφού υπήρχε ακόμη νερό. Μας διηγήθηκε ότι πηγαινοερχόταν εδώ και κει με σύγχυση και αμηχανία για 3-4 λεπτά μήπως κάνει κάτι, για να ανακόψει το ενδεχόμενο να καεί το σπίτι τους. Ο κύριος Μιχάλης είχε ένα προαίσθημα, πως θα γινόταν θύμα της αχόρταγης και τυφλής καταστροφικής μανίας του πύρινου φυσικού δαίμονα. Αμέσως αισθάνθηκε πως οφείλει να επιστρατεύσει τις όποιες δυνατότητές του και να εμποδίσουν όλοι μαζί, όσο γίνεται αν γίνεται, τον κοινό όλεθρο. Έπειτα, τηλεφώνησε στην Πρόεδρο της Βουλής και με ύφος γεμάτο αγωνία την παρακάλεσε να ενεργοποιηθούν όλες οι σχετικές υπηρεσίες του κράτους, διότι κανείς δεν γνωρίζει ώς που θα φτάσει το κακό και που θα σταματήσει, αφού η δύναμή της φαινόταν ανίκητη με τα εν χρήσει μέσα, που διέθεταν. Αμέσως μετά τον ειδοποίησε ο αδερφός του Γιώργος, και τον παρότρυνε να τρέξουν στις φάρμες με τα κοτόπουλα – την οικογενειακή επιχείρηση τους – για να προβούν στις όποιες ενέργειες θα περιόριζαν τον κίνδυνο να εισέλθει η φωτιά στα υποστατικά. Αναστατωμένος έφυγε από το σπίτι, παίρνοντας μόνο κάτι χρήματα και ένα USB, που είδε μπροστά του τελευταία στιγμή. Η ώρα ήταν 15:50, το απόγευμα.

Δυστυχώς μέσα σε δέκα λεπτά, αφότου φτάσανε εκεί, είδαν το πύρινο κύμα μανιασμένο να βρίσκεται σχεδόν δέκα μέτρα πάνω από τα δέντρα και τους αιφνιδίασε, σκορπώντας τον πανικό! Δεν είχανε προσέξει ότι πλησίαζε. Ξαφνικά είδαν έντρομοι από πάνω τους, τις τεράστιες φλόγες να μεσουρανούν και να τους απειλούν οργισμένες. Μόλις που προλάβανε τρέχοντας να γλιτώσουνε, μας ανάφερε. Είχε εγκαταλείψει το τρακτέρ του, που οδηγούσε και που σε μερικά δευτερόλεπτα έγινε παρανάλωμα του πυρός. Φωνάζανε όλοι ονόματα, μήπως αφήσουνε κάποιον πίσω στον βέβαιο θάνατο.

Σε κάποιο σημείο του δρόμου προς το χωριό, η φωτιά τους περικύκλωσε επικίνδυνα και μόλις διαφύγανε. Η μεγάλη απόγνωση εισέβαλε ξαφνικά στα μάτια και την ψυχή τους, καθώς καταλάβανε πως όλα καταστρέφονται… Ένα κεφάλαιο έκλεινε ολέθρια. Και ποια θα ήταν η συνέχεια και πόσο τραγική θα ήταν;

Τρέξανε στο σπίτι τους μαζί με το γιο του, Δημήτρη. Στο μεταξύ, όσους βλέπανε, τους φωνάζανε να φύγουν γρήγορα. Εκεί βρήκανε και την κόρη του κύριου Μιχάλη, την Άννα, που μόλις είχε φτάσει στο χωριό. Δεν μπήκανε καν στο σπίτι! Πήρανε τα δύο αυτοκίνητα, αφήσανε το ένα, και κατευθύνθηκαν στο σπίτι των ηλικιωμένων γονιών του κυρίου Μιχάλη, να τους πάρουν μαζί τους. Δίπλα ήταν και η οικογένεια του εκλιπόντος αδελφού του, του Κυριάκου – εννιά πλάσματα βρίσκονταν σε πλήρη σύγχυση.

Τα καμένα φύλλα, με τον αέρα, έμπαιναν στα σπίτια. Η ατμόσφαιρα ήταν σκοτεινή, γεμάτη στάχτη περικυκλωμένη σε ένα πορτοκαλί σύννεφο. Προειδοποιούσε αμείλικτα την επερχόμενη συμφορά. Μπήκανε όλοι μετά βίας σε τρία αυτοκίνητα (τους ηλικιωμένους τούς σύρανε κυριολεκτικά) και πήρανε μοιραία και απελπισμένα τον δρόμο της φυγής, χωρίς να γνωρίζουν πότε και πως θα γυρίσουν. Δεν είχαν την καρδιά να απομακρυνθούν. Μα οι ψηλοί βαθμοί θερμοκρασίας και ο αποπνικτικός καπνός τούς έδιωχναν κακήν κακώς. Κάποιοι που κωλυσιεργούσαν έπαιξαν με την τύχη τους. Ευτυχώς υπήρχε ένας εναλλακτικός χωματόδρομος προς διαφυγή. Αφού περάσανε το επόμενο χωριό, τη Λάγια, ανέβηκαν σ’ ένα παρατηρητήριο.

Κοιτούσαν πίσω. Προς το χάος. Τηλεφωνούσαν να μάθουν τι απέγιναν, ο καθένας στους δικούς του. Κάποιοι έκλαιγαν γιατί οι δικοί τους δεν ανταποκρίνονταν. Πληροφορίες σκόρπιες μεταδίδονταν από τον έναν στον άλλο. Τίποτα βέβαιο.

Γύρω στις πέντε η ώρα το απόγευμα, τηλεφωνεί ο γείτονας του κύριου Μιχάλη και του λέει: «έμαθες τί έγινε; Κάηκε το σπίτι σας». Δεν ρώτησε πολλά ο κύριος Μιχάλης. Το ένιωθε. Κάθισε στο χώμα και έσκυψε κάτω το κεφάλι του. Το καταχώρησε με έναν πνιγμένο αναστεναγμό στη συνείδηση και πολύ σύντομα σηκώθηκε. Άρχισε να διαβουλεύεται με τον εαυτό του: «Τί κάνουμε τώρα;». Σε λίγο πλησίασε η κόρη του Άννα και τον ρώτησε: «Μπαμπά το έμαθες; Εκάηκεν το σπίτιν μας» και λούστηκε στα κλάματα σφίγγοντάς τον στην αγκαλιά της. Τρόμος, απογοήτευση, αδικία, απογύμνωση, αγωνία. Τα ένιωσε όλα στο τρεμούλιασμα του κορμιού της!

Τότε αισθάνθηκε ενοχή γιατί τα πέντε παιδιά τους θα τριγυρνούν στο πουθενά. Ακόμη δεν μπορούν να βρουν τη χαμένη οικογενειακή θαλπωρή του σπιτιού τους. Κάτι που νιώθουν ακόμα, τέσσερεις μήνες μετά, εκεί που είχαν ό,τι θύμιζε τη ζωή τους και τις επιδιώξεις τους, τις σχέσεις και τις επιλογές τους, τα όνειρα και τις μνήμες τους. Είναι κάποιες φορές, που περνάνε ενστικτωδώς από το σπίτι τους και το κοιτούν με πόνο, κλαίνε, σκουπίζουν τα δάκρυα και φεύγουν.

Είναι πάλι και οι όμορφες φάσεις, όταν συναντιούνται όλοι (δια ζώσης ή διαδικτυακά), κουβεντιάζουν, σχεδιάζουν, ονειρεύονται, γελούν με το χάλι τους, αστειεύονται, λογαριάζουν πως να το ξαναφτιάξουν, πως να δώσουν υπόσταση στο χώρο, που νοσταλγούν να αναπλάσει ιδανικά την ομορφιά της οικογένειας, που κρατάνε ζωντανά στην ψυχή τους. Φαντάζονται πως θα ξαναφτιαχτεί με αξιοπρέπεια, αισιοδοξία και απλότητα. Μα όλα τα σχέδια που κάνουν, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, έχουν ως βάση εκείνο το πρότυπο του πρώτου τους σπιτιού. Ίσως γιατί έτσι φαντάζονται, πως μπορούν να ξαναβρούν αυτό που είχαν. Ίσως γιατί το σχεδίασε ένα αγαπημένο τους πρόσωπο; Και το ανακαλούν στην μνήμη, μαζί με κείνο και τούτο και το άλλο, που τίποτα πια δεν υπάρχει.

Παράξενο, μα κι η θύμηση, παρά την απώλεια, τους χαροποιεί, γιατί ξαναζωντανεύει όλα τα ευχάριστα, που κλείδωσαν εκεί μέσα. Ευτυχώς δεν ήταν εκεί κανένα μέλος της οικογένειάς τους, όταν το σπίτι είχε γεμίσει με τις λυσσαλέες φλόγες, που βιάζονταν να το εξαφανίσουν, να το καταπιούν. Για να μη θυμάται κανείς αυτή τη σκηνή.

Ο Μιχάλης μάς δήλωσε πως επιστρέψανε αργά το απόγευμα στο χωριό, παραβιάζοντας τον έλεγχο της Αστυνομίας. Ένιωσαν ότι έπρεπε να πάνε να βοηθήσουν εκείνους τους λίγους τολμηρούς, που έμειναν «μαχόμενοι» και τους καλούσαν για να σώσουν όσα απέμειναν. Ο πυρήνας του χωριού, παραδόξως, είχε διασωθεί. Περάσανε από το σπίτι να δούνε τι απέγινε. Ήταν όλο γεμάτο εστίες φωτιάς. Αγνώριστο. Χαλασμός. Ερείπια. Χωρίς οροφή, πόρτες, παράθυρα, έπιπλα. Τα κεραμίδια κατακερματισμένα στο πάτωμα, ανάμεσα στους παραμορφωμένους μεταλλικούς σκελετούς των καμένων συσκευών. Ολική καταστροφή!

Ο κύριος Μιχάλης σκέφτηκε αμέσως στα λίγα λεπτά που είχε στη διάθεσή του να βιντεογραφήσει το σκηνικό. Αφού τίποτα δεν αλλάζει ας έχουν, σκέφτηκε, κάτι να θυμούνται. Σκέφτηκε πως ίσως να χρειαστούν τα πλάνα, γιατί η κυπριακή κρατική μηχανή δεν καταγράφει τέτοια γεγονότα και στο τέλος ούτε τα θυμάται.

Μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, και όσο άντεχαν τα ταλαιπωρημένα μάτια τους από την κάπνα και τη στάχτη, τρέχανε στα χωράφια, στα σπίτια, στα υποστατικά μαζί με τους πυροσβέστες για να κατασβήσουν τις εστίες, που έμοιαζαν από ψηλά σαν κεριά σε μανουάλι. Οι επόμενες μέρες ήταν πραγματικά εξουθενωτικές, όπως μας περιέγραψε, γιατί έπρεπε να αποκαταστήσουν τις εγκαταστάσεις νερού και ηλεκτρισμού, πρώτα για τα ζώα και έπειτα για τους ίδιους. Όλες εκείνες οι σκοτούρες, ο οργασμός, η ένταση και η κούραση κάπου έβαζαν στο περιθώριο την οδύνη και την απόγνωσή τους. Μεγάλη ακόμα παρηγοριά τούς έδινε η εκπληκτική και άμεση ευαισθησία αλλά και η έμπρακτη αγάπη και έγνοια πολλών συνανθρώπων τους, που ατομικά ή συλλογικά οργάνωσαν και κουβαλούσαν είδη πρώτης ανάγκης και τρόφιμα για όλους. Τους ευγνωμονούν μέσα απ’ τη καρδιά τους μας είπε… Τα πρώτα 3-4 βράδια δεν ήταν δυνατόν να κοιμηθεί κάποιος στο χωριό, λόγω του πικρού καπνού, γι’ αυτό οι πλείστοι φιλοξενήθηκαν σε συγγενείς και φίλους. Δέχτηκε στο τηλέφωνό του τις πρώτες μέρες 35 με 40 κλήσεις από φίλους και γνωστούς, που τους καλούσαν να μείνουν σε δικό τους σπίτι. Και το έκαναν με διάθεση αγάπης. Πράγματι η ευαισθησία πολλών ανθρώπων και οργανωμένων συνόλων ήταν σημαντική και συγκινητική. Γεύτηκαν το γνωστό φιλότιμο του λαού μας. Αλήθεια, όμως, τους ήταν δύσκολο να διαχειριστούν και να αποδεχτούν την τόσο σπουδαία, έμπρακτη φιλανθρωπία, εκεί που αντιλαμβάνονταν ότι πολλοί άλλοι έχουν την ανάγκη της δικής τους συνδρομής.

Παρά ταύτα, ο κύριος Μιχάλης ανησυχούσε για τα παιδιά τους και κυρίως για τη σύζυγό του, όσο έβλεπε πως περνούν οι μέρες και η Άντρη κάθε φορά που περνούσαν από εκεί μιλούσαν για το σπίτι τους, δε μπορούσε να πνίξει το κλάμα της και τη θλίψη για την ολοκληρωτική απώλεια της οικογενειακής εστίας, για δεύτερη φορά! Η πρώτη ήταν το 1974 στη Λάπηθο, εξαιτίας της εισβολής.

Τώρα, εδώ και τέσσερις μήνες, διαμένουν στο πατρικό σπίτι του κύριου Μιχάλη, παρέα με τους γονείς του. Τον πατέρα του Ανδρέα και την παπαδιά Μαρία, 89 και 85 χρονών αντίστοιχα. Αυτοί στο ισόγειο κι ο κύριος Μιχάλης με τη σύζυγό του στον όροφο. Ευτυχώς τα τέσσερα από τα πέντε παιδιά τους εργάζονται εκτός του χωριού, έτσι έχουν την δυνατότητα να αλλάζουν σκηνικό και παραστάσεις. Διότι, μας ομολόγησε, πως το νεκρό τοπίο καταφέρνει να διοχετεύει και στην ψυχή, ακόμα και των δυνατών, το καταθλιπτικό του αποτύπωμα. Συχνά τους προκαλεί την ιδέα της ματαιότητας.

Η ανατροπή, βέβαια, προέρχεται από τον εμπνευστή και δημιουργό όσων εμείς απολαμβάνουμε και ενίοτε καταστρέφουμε. Αφού στο λεξικό της Εξαημέρου, κεφαλαίες έννοιες αποτελούν: η άνοιξη, η ανακαίνιση, η αναγέννηση, η αισιοδοξία, η ελπίδα, η υπομονή, η ανάσταση, η δύναμη της ζωής.

Όσο για την ανοικοδόμηση του «σπιτιού» τους, τώρα υπάρχει μόνο το οικόπεδο και λίγη αυλή, αφού περάσανε κάποιες φάσεις διαχείρισης του περιστατικού (διαδικασίες για κρατική βοήθεια, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, σχέδια, κατεδάφιση κλπ.) είναι στο στάδιο ολοκλήρωσης νέων σχεδίων για οικοδόμηση καινούργιου.

Το κόστος βέβαια, όπως είναι γνωστό, κυμαίνεται σε επίπεδα, που και με την κρατική συμβολή, παραμένουν δυσανάβατα για τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας του κύριου Μιχάλη. Έχει ο Θεός λένε και προχωράνε στο επόμενο βήμα. Χρειάζεται σύνεση, έρευνα και υπομονή. Στην περιοχή των 50 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που επλήγησαν από την πυρκαγιά, έχουν καταστραφεί άλλα σαράντα οκτώ σπίτια. Λίγα από αυτά ανήκουν σε μόνιμους κατοίκους και πέντε-έξι σε οικογένειες. Η εξαγγελία της Κυβέρνησης για αποζημίωση των πληγέντων ερμηνεύεται ως το 80% της αξίας. Η εκτίμηση όμως της αξίας καθορίζεται με αδιαφανείς οδηγίες και με κριτήρια, που η τελευταία τους επικαιροποίηση έγινε μάλλον μετά τον σεισμό στο Στρουμπί της Πάφου το 1968, μας είπε ο κύριος Μιχάλης! Η κρατική «κατά χάριν» βοήθεια δεν υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση τις 82 χιλιάδες ευρώ και παραχωρείται σταδιακά με βάση την πρόοδο των εργασιών ανοικοδόμησης. Με απλά λόγια είναι να μην το πάθεις, μας αναφέρει ο Μιχάλης. Ο ίδιος θεωρεί, πως η νέα Βουλή, που εξελέγη τον περασμένο Μάιο, οφείλει να ασχοληθεί με το θέμα. Είναι κραυγαλέα περίπτωση πρόνοιας και ευθύνης της Πολιτείας για σοβαρά εκτεθειμένους πολίτες της.

Η τεράστια καταστροφή που συντελέστηκε προήλθε από την φλόγα ενός σπίρτου! Φαίνεται αδιανόητο στον κύριο Μιχάλη, στην εποχή μας, με την εκκωφαντική πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και των εφαρμογών, να αφήνονται από ευρωπαϊκό κράτος να εκτυλίσσονται τέτοια γεγονότα. Ναι μεν οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσχερείς για να αντιμετωπισθεί το τρομακτικό φαινόμενο που βίωσαν, όμως -δεν είναι μόνο δική του άποψη- υπάρχουν πολλά, που θα έπρεπε να γίνονται και κανονικά να λειτουργούν, ώστε η επέμβαση όλων των εμπλεκομένων και αρμοδίων, να καθορίζει, έστω να διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Αυτή την φορά ήταν το χειρότερο!

Η νοοτροπία, το κατεστημένο, οι προτεραιότητες και η εμπειρία του κύριου Μιχάλη είναι τέτοια, ώστε να μην του επιτρέπουν να είναι πιο αισιόδοξος για το μέλλον. Αν το καινούριο θεωρείται, ως αντικειμενικά συνήθως, καλύτερο, ευτυχώς διότι την δική του γενιά θα διαδεχτεί οπωσδήποτε η νέα.

Ο κύριος Μιχάλης έκλεισε την κουβέντα μας, αναφέροντας πως διαπιστώνει πως όσοι παραθέτουν τη ζωή τους συνειδητά στη φιλάνθρωπη εξουσία του Θεού, τη λυτρωτική σχέση με τον Ιησού Χριστό και την προσαρμογή με το Ευαγγέλιο του, είναι ανθεκτικότεροι στο να αντιμετωπίζουν παρόμοια περιστατικά του ανθρώπινου βίου. Πάντα υπάρχει μια χαραμάδα ελπίδας για το μέλλον…

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news