Η σεφ που δεν έχει ούτε όσφρηση, ούτε γεύση

Τι γεύση θα είχαν τα φαγητά εάν χάνατε την αίσθηση της όσφρησης;

Αυτή είναι μια ερώτηση που έγινε αναπάντεχα συνηθισμένη φέτος, ελέω κορονοϊού.

Η ανοσμία είναι μια κατάσταση που θεωρείται ότι επηρεάζει περίπου το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού – υπό φυσιολογικές συνθήκες.

Αλλά με την απώλεια μυρωδιάς ή/και γεύσης να αποτελούν δύο από τα πιο εμφανή συμπτώματα της Covid-19, αυτή η προηγουμένως ελάχιστα γνωστή κατάσταση έχει τεθεί στο παγκόσμιο προσκήνιο.

Δεν είναι μόνο ότι πολλοί ασθενείς με κορονοϊό δεν έχουν μυρωδιά ή γεύση, αλλά πολλοί άνθρωποι αναφέρουν μακροχρόνια απώλεια αυτών των αισθήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και αν αναρρώσουν από άλλα συμπτώματα, ο κόσμος τους συνεχίζει να στερείται γεύσης.

Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ξαφνικά χάνετε την αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης;

Η Ολλανδή συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής, Γιόκι Μπουν, πάσχει από ανοσμία – την αδυναμία μυρωδιάς. Εχασε την αίσθηση της όσφρησης στην ηλικία των τεσσάρων ετών – πιθανώς από ένα συνδυασμό έντονου κρυολογήματος και αφαίρεσης των αμυγδαλών της.

Και παρόλο που η γλώσσα της έχει διατηρήσει την ικανότητα/αντίληψη της γεύσης, η έλλειψη μυρωδιάς σημαίνει ότι μπορεί να διακρίνει γενικά και αόριστα μόνο τις πέντε βασικές γεύσεις – γλυκές, αλμυρές, πικρές, ξινές, ουμάμι – καθώς και το λίπος. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει χάσει περίπου το 94% της γεύσης της.

Παρ ’όλα αυτά, έχει γράψει πέντε βιβλία μαγειρικής. Πώς λοιπόν κάποιος χωρίς αίσθηση οσμής βιώνει το φαγητό; Για την Μπουν, αυτό γίνεται κυρίως με τον εγκέφαλό της – επιστρατεύοντας ένα νεύρο του προσώπου.

Το νεύρο που κάνει τη διαφορά

Ξεκινώντας από το αυτί και διαγράφοντας διακλάδωση σε τρία σκέλη – προς τα μάτια, τη μύτη και το σαγόνι – το τρίδυμο νεύρο είναι υπεύθυνο για την αισθητηριακή αντίληψη στο πρόσωπο. Σκοπός του είναι να μας προστατεύσει από τον κίνδυνο – λαμβάνοντας ερεθίσματα, για παράδειγμα, από τον καπνό και την αμμωνία. Ωστόσο, ορισμένα συστατικά τροφίμων μπορούν επίσης να το ενεργοποιήσουν.

«Ξέρετε το συναίσθημα όταν τρώτε πάρα πολύ γουασάμπι μονομιάς;» λέει η Μπουν. «Χρησιμοποιώ αυτό το νεύρο πολύ για να ″δοκιμάζω″ το φαγητό μου, παίζω μαζί του. Μπορώ, επίσης, να νιώσω το τζίντζερ, τη μέντα, τη μουστάρδα και το πιπέρι με αυτόν τον τρόπο. Το πιπέρι και το τζίντζερ είναι ζεστά και μου προκαλούν τσούξιμο, ενώ η μέντα και το χρένο δημιουργούν μια αίσθηση κρύου», εξηγεί.

Η εμφάνιση του φαγητού είναι επίσης σημαντική. «Το χρώμα είναι πολύ σημαντικό», λέει. «Δεν μου αρέσει το λευκό φαγητό γιατί για μένα το λευκό δεν έχει καμία γεύση. Η υφή και ο ήχος του φαγητού παίζουν επίσης μεγάλο ρόλο. Ενα καρύδι κάνει διαφορετικό ήχο από το φουντούκι.

Ο ήχος ενός φουντουκιού

«Εχει να κάνει με την ποσότητα λίπους – στο φουντούκι το σπάσιμο είναι σκληρό, ενώ στο καρύδι περισσότερο μαλακό. Οταν ακούς, αντιλαμβάνεσαι επίσης τη διαφορά μεταξύ ενός καρότου και ενός μήλου στο δάγκωμα», προσθέτει η Μπουν.

Παρά την κατάστασή της, λέει ότι πάντα της άρεσε να μαγειρεύει. «Το φαγητό ήταν πολύ σημαντικό κατά την παιδική μου ηλικία», τονίζει. «Η μητέρα μου επέζησε του Ολλανδικού Χειμώνα της Πείνας (σ.σ λιμός την περίοδο 1944-1945, στη διάρκεια του οποίου 18.000 – 22.000 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα ενώ συνολικά 4.500.000 άνθρωποι επλήγησαν από την έλλειψη τροφίμων κυρίως στις δυτικές επαρχίες της χώρας), οπότε όλα περιστρέφονταν γύρω από το φαγητό. Παρόλο που δεν μπορούσα να γευτώ τίποτα, ήθελα να συμμετάσχω. Αρχισα να πειραματίζομαι όταν ήμουν μαθήτρια και άρχισα να γράφω τις συνταγές μου».

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι προτιμά κουζίνες που χρησιμοποιούν μπαχαρικά ή έντονα αρωματικά. Τα μεξικάνικα και ινδικά πιάτα είναι από τα αγαπημένα της. «Λατρεύω πραγματικά τις στρώσεις μπαχαρικών που χρησιμοποιούν στα πιάτα τους και τους διαφορετικούς τύπους πιπεριών», επισημαίνει. «Μου αρέσει επίσης η σκανδιναβική κουζίνα, όπου χρησιμοποιούν πολλά κρεμμύδια, μάραθο, μουστάρδα, παντζάρια και χρένο».

Ζώντας με ανοσμία

Εκτός κουζίνας, η ανοσμία μπορεί να είναι μια εξίσου δυσάρεστη κατάσταση, επηρεάζοντας την αυτοπεποίθηση των ασθενών.

«Φοβάμαι πάντα ότι βρωμάω», συμπληρώνει η Μπουν. «Και έπρεπε να αναπτύξω άλλους τρόπους για να κρίνω τους ανθρώπους που συναντώ, δεδομένου ότι συνήθως χρησιμοποιούμε τη μυρωδιά για να προσδιορίσουμε (στο δευτερόλεπτο) εάν συμπαθούμε κάποιον ή όχι».

Η ίδια λαμβάνει πολλά μηνύματα από συνανθρώπους της, που πάσχουν από αυτή την πάθηση. «Μερικές φορές έχουν αυτοκτονικές τάσεις», αποκαλύπτει. «Μου λένε ότι τίποτα δεν φαίνεται να είναι σωστό πια. Αποξενώνεσαι από τον κόσμο όταν χάνεις την ικανότητά σου να μυρίζεις. Ξαφνικά, ο κόσμος όπως τον γνώριζες δεν έχει νόημα πια γιατί δεν μπορείς πλέον να τον αντιληφθείς».

Οσοι δεν έχουν εμπειρία της κατάστασης, ωστόσο, τείνουν να την αποκαλούν «τυχερή» – γιατί δεν ο παθών δεν μυρίζει πλέον τις λιγότερο, ας πούμε, ευχάριστες οσμές.

«Ή προσπαθούν να με παρηγορήσουν λέγοντας ότι η κώφωση ή η τύφλωση είναι χειρότερη», περιγράφει.

«Αλλά δεν είναι μια μάχη των αισθήσεων. Εχουμε πέντε από αυτές για έναν λόγο. Και αν δεν μπορείς να μυρίσεις, χάνεις επίσης τη γεύση, οπότε ουσιαστικά χάνεις δύο από αυτές».

Νιώθοντας το μούδιασμα

Για να βοηθήσει τους ομοιοπαθούντες, η Μπουν άρχισε να βάζει σε σειρά τις συνταγές της το 2010.

«Φαινόταν ότι υπήρχε μια συγκεκριμένη μέθοδος που ″κρυβόταν″ πίσω το μαγείρεμα μου, κυρίως με τη χρήση του χρώματος, της υφής, της θερμοκρασίας, του ήχου και των μπαχαρικών που μπορούσα να νιώσω – το μούδιασμα», αφηγείται.

«Τα πιάτα μου έχουν έντονη γεύση», συνεχίζει. Η συλλογή αυτή έγινε το πρώτο της βιβλίο μαγειρικής. Μέχρι τώρα έχει γράψει πέντε.

Υπάρχει, μάλιστα, ένα συστατικό που της αρέσει περισσότερο από τα άλλα και δεν είναι λόγω του επωνύμου της (Μπουν σημαίνει φασόλια στα ολλανδικά).

«Λατρεύω τα φασόλια!», λέει. «Είναι κρεμώδη μέσα και υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία. Καφέ φασόλια με μπέικον, κρεμμύδια, πικαλίλι (σ.σ. τουρσί από ανάμεικτα λαχανικά που διατηρούνται σε μείγμα από ξίδι και μπαχαρικά, κυρίως μουστάρδα σκόνη και κουρκουμά) και μερικές βραστές πατάτες. Αν μου σερβίρεις αυτό το πιάτο, είμαι ευτυχισμένη».

Οταν, δε, μιλάμε για ποτά, θα νόμιζε κανείς ότι το αλκοόλ θα ήταν ιδανικό για άτομα με ανοσμία. Οχι μόνο μπορείς να το αισθανθείς στο στόμα και στο λαιμό σου, αλλά επηρεάζει ολόκληρο το σώμα σου, περιγράφει η Μπουν.

Και παρόλο που η ίδια δεν πίνει πολύ – «ευτυχώς, δεν μπορώ να διαχειριστώ το αλκοόλ πολύ καλά, αλλιώς θα έπινα όλη την ώρα» – υπάρχει ένα πράγμα που της αρέσει: η σαμπάνια.

«Η σαμπάνια είναι το αγαπημένο μου ποτό, λόγω των φυσαλίδων – ειδικά αν είναι ροζ επειδή φαίνεται ωραία. Το ανθρακούχο νερό είναι ένα άλλο αγαπημένο ρόφημα, επίσης λόγω των φυσαλίδων» λέει.

Τι δεν τρώγεται

Υπάρχουν μερικά πράγματα, ωστόσο, που δεν τρώει. «Το φαγητό είναι συναίσθημα, οπότε δεν μου αρέσουν τα όργανα και η μαύρη πουτίγκα (σ.σ. γνωστή ως πουτίγκα αίματος – ένας ξεχωριστός τύπος λουκάνικου αίματος καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου και Ιρλανδίας) – γιατί ήμουν νοσοκόμα κάποτε», διευκρινίζει. «Τρώω πολύ λίγο κρέας – λυπάμαι όταν βλέπω τη μεταφορά ζώων. Επίσης, δεν τρώω ο,τιδήποτε γλοιώδες. Τα σαλιγκάρια… μπλιάχ. Ή οι μπάμιες όταν δεν είναι σωστά μαγειρεμένες».

Το μήνυμα της Μπουν για όσους έχουν χάσει την αίσθηση της όσφρησης: Εστιάστε στη διέγερση του τριδύμου νεύρου και γευτείτε με τον εγκέφαλο και τη νοημοσύνη σας. Μαγειρέψτε το δικό σας φαγητό, ώστε να μπορείτε να αποφασίσετε τι θα περιέχει. Και, το πιο σημαντικό, αγοράστε έναν ανιχνευτή καπνού και πυροσβεστήρα το συντομότερο δυνατό.

«Το να μην μυρίζεις είναι δυσάρεστο», παραδέχεται η σεφ από την Ολλανδία. «Αλλά μπορείς να ζήσεις μια ευχάριστη ζωή αν ξέρεις πώς να το κάνεις» καταλήγει.

Πηγή huffingtonpost.gr/

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ
Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας τα καλύτερα άρθρα του VANTAGEMAG.COM