To Παλάτι του Άη Συμιού – Του Άγγελου Σμάγα

Λίγοι είναι οι τόποι στην Κύπρο όπου ο μύθος και η προφορική παράδοση πλέκεται με την αλήθεια και την ιστορία τόσο πυκνά όσο στην Καρπασία. Ειδικά στο χωριό Άγιος Συμεών, ένα τουρκοχώρι με ελληνικό αγιολογικό όνομα που δηλώνει το βυζαντινό του παρελθόν στο κέντρο της χερσονήσου, αυτό το γεγονός πιστοποιείται περίτρανα από το μνημείο, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν Παλάτι του Άη Συμιού! Πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο αρχαίο τάφο που όμοιός του δεν υπάρχει στο νησί. Είναι λαξευμένος οριζόντια σε έναν απόκρημνο ψηλό πετρώδη λόφο με το όνομα Κάστρος και είναι διαμορφωμένος ως ένας τρίκλιτος καμαροσκέπαστος χώρος 350 περίπου τετραγωνικών μέτρων μέσα στον συμπαγή βράχο. Η είσοδος του τάφου καθώς και δυο μικρά ανοίγματα για φωτισμό βρίσκονται σε ύψος 10 μέτρων από το σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς μετά από επίπονο ανηφορικό βάδισμα και η όψη του έχει λαξευτεί σε μια επιφάνεια 20 x 30 μέτρα.

Ο τραχύς λόφος βρίσκεται στην περιοχή Έλιση, όπου κατά τη φραγκοενετική περίοδο, σύμφωνα με παλαιούς χάρτες, υπήρχε ο αφανισμένος σήμερα ομώνυμος οικισμός, ο οποίος, κατά τον Φλώριο Βουστρώνιο και άλλους χρονικογράφους, αποτελούσε φέουδο που είχε παραχωρηθεί από τον βασιλιά Ιάκωβο τον Β΄ (1460-1473) σε κάποιον ευνοούμενό του αξιωματούχο με δικαίωμα μεταβίβασης στους απογόνους του. Επειδή το όνομα του μεσαιωνικού χωριού ίσως ήταν Έγκλεισις, δεν αποκλείεται αυτό να υποδεικνύει ότι η περιοχή και ειδικά ο δυσπρόσιτος λόφος να αποτελούσε, πολλούς αιώνες μετά την πρώτη χρήση του σπουδαίου ταφικού μνημείου, τόπο άσκησης μοναχών, μια εγκλείστρα. Αυτό το γεγονός προφανώς συνέδεσε τελικά τον μεγαλειώδη ταφικό χώρο με τον Άγιο Συμεών τον Στυλίτη και συνετέλεσε στην παγίωση της πεποίθησης ότι στις πετροπελέκητες καμαροσκέπαστες αίθουσές του, που θυμίζουν εκκλησία, ζούσε απομονωμένος ο άγιος-ασκητής.

Επιπρόσθετα, στην τοπική παράδοση ο τεράστιος τάφος συσχετίστηκε με το θερινό καταφύγιο της Κύπριας Ρήγαινας, η οποία κατέληγε στη συγκεκριμένη περιοχή για ανάπαυση. Σύμφωνα εντούτοις με ένα μακροσκελές ακριτικό ποίημα που μου απήγγειλε στην ελληνοκυπριακή διάλεκτο προ δεκαπενταετίας μια ενενηντάχρονη Τουρκοκύπρια από το διπλανό χωριό Γαληνόπωρνη, η οποία το είχε ακούσει ως παιδούλα από την υπεραιωνόβια γιαγιά της που και σε αυτήν το είχε μάθει η δική της γιαγιά από το γειτονικό μεικτό χωριό Άγιος Ανδρόνικος, που διαθέτει μεγάλες ιδιοκτησίες στην περιοχή της Έλισης, η Ρήγαινα συνελήφθη μέσα στον συγκεκριμένο τάφο-κάστρο της από Σαρακηνούς. Όσο διάστημα μάλιστα ήταν πολιορκημένη στο απροσπέλαστο πέτρινο οχυρό της, έπινε νερό από ένα πολύ βαθύ πηγάδι που πράγματι υπάρχει στο εσώτερο σημείο του μοναδικού αυτού μνημείου.  Άκουσε όμως το κλάμα της ο Διγενής Ακρίτας από το ψηλότερο βουνό και παρατηρητήριο της Καρπασίας, την κορυφή του Άη Μπακού (Άγιος Αββακούμ), που βρίσκεται σε απόσταση ελάχιστων χιλιομέτρων προς τον βορρά και την απελευθέρωσε σκοτώνοντας τους Σαρακηνούς και εκσφενδονίζοντας στον αέρα τις γυναίκες, οι οποίες τους συνόδευαν και βασάνιζαν τη Ρήγαινα. Κάποιες από αυτές ειδικότερα, λόγω του φόβου τους, πέτρωναν στον αέρα και έπεφταν στη γη ως αγάλματα.

Τα συγκεκριμένα αγάλματα, που στην πραγματικότητα είναι ημιτελή αρχαία γλυπτά γυναικείων μορφών κολοσσιαίου και φυσικού μεγέθους, μπορεί να τα δει και σήμερα κάποιος να κείτονται στην περιοχή Είδωλα του παρακείμενου χωριού της Αγίας Τριάδας, ενώ σε πολύ μικρή απόσταση προς τα βόρεια βρίσκονται και τα Μνήματα των Σαρατζηνών, κάποια σπηλαιώδη κοιλώματα σε βραχώδεις επιφάνειες. Στο ίδιο ακριτικό άσμα περιγράφεται ότι κυνηγώντας ο Διγενής τους Σαρακηνούς που έτρεχαν για να γλιτώσουν, ξεδίψασε το άλογό του στη Βρύση της Μονής, μια τοποθεσία με πηγαίο νερό και βλάστηση αοράτων, κυπαρισσιών και πεύκων στον δρόμο που οδηγεί από την Έλιση προς το παρακείμενο χωριό της Μελάναρκας.  Επιπλέον, καταγράφονται ως τοπόσημα της μάχης του Διγενή με τους Σαρακηνούς και οι εκκλησίες του Αγίου Μάμα, καθώς και του Αγίου Φωκά, δυο παμπάλαιοι ναοί, εκ των οποίων ο πρώτος, με ακόμα ιστάμενους κάποιους αγιογραφημένους τοίχους εντοπίζεται ανατολικά του τραπεζιόσχημου λόφου, ενώ ο δεύτερος σε ερειπιώδη κατάσταση βρίσκεται στις πλαγιές του, πολύ κοντά στο επιβλητικό ταφικό μνημείο.

Είναι συγκλονιστικό λοιπόν αν σκεφτεί κάποιος ότι μια Τουρκοκύπρια γνώριζε ένα πολύστιχο ποίημα, στο οποίο ο χριστιανός ήρωας κατανικάει τους μωαμεθανούς αντιπάλους του και ότι αρχαιότητες και εκκλησίες της κεντρικής Καρπασίας αποτελούν το σκηνικό αυτού του ακριτικού άσματος. Είναι όμως ακόμα εντυπωσιακότερο το ίδιο το τοπίο της Καρπασίας, η οποία με τον πλούτο των μνημείων της εξηγεί γιατί σε αυτή την προικισμένη από κάθε άποψη περιοχή, ο θρύλος και η πραγματικότητα συνυφαίνονται αξεδιάλυτα.