Tι είναι αυτό που χάνεις, όταν δουλεύεις πολύ; Της Λυδίας Βαρελά – Αναστασιάδου

Εν έτη 2019 δεν πιστεύω πως υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ψυχολογικές μεταπτώσεις. Πιστεύω πως είναι η χιλιετία που έχει τα περισσότερα κρούσματα ψυχολογικών επεισοδίων, και πιστεύω πως θα συνεχίσει να είναι αυτή που θα έχει τα μεγαλύτερα ψυχολογικά προβλήματα.

Ο λόγος που το πιστεύω αυτό είναι επειδή όσο περνάει ο καιρός και όσο γνωρίζω εμένα, μα κυρίως νέους ανθρώπους που μπαίνουν στη ζωή μου δειλά – δειλά, άλλο τόσο διαπιστώνω πως όλοι κάτι κουβαλάμε μαζί μας.

Ανήκουμε σε αυτές τις γενιές, οι οποίες έχουν ζήσει μέσα σε καταστάσεις που όλα μεταβάλλονται και αλλάζουν γρήγορα. Η καθημερινότητα έχει τρελούς και γρήγορους ρυθμούς και οι απαιτήσεις της είναι εξωφρενικά ταχύτατες.

Για να ανταπεξέλθει κάποιος σε όλη αυτήν την ταχύτητα που επιβάλλεται να έχει κάποιος στη καθημερινότητά του για να είναι γρήγορος στη δουλειά του, να μαθαίνει έννοιες και εφαρμογές και να μπορεί να θυμάται να τα κάνει όλα σωστά, κάτι χάνει.

Αυτό που χάνει είναι η επαφή με την προσωπικότητά του. Ο χρόνος με τον εαυτό του. Η διάρκεια να αγγίζει τα συναισθήματά του, να ακούσει τις σωματικές και ψυχικές του ανάγκες μα το κυριότερο, αυτό που χάνει, είναι η διάθεσή του για ζωή.

Κι όμως. Ναι, καλά διάβασες. Έγραψα την φράση «την διάθεσή του για ζωή».

Πριν από περίπου δύο μήνες, έκανα κάτι που σόκαρε πολλούς κι έβαλε σε σκέψεις τους περισσότερους ανθρώπους που συναναστρέφομαι: Παραιτήθηκα από την δουλειά μου. Παραιτήθηκα χωρίς να έχω κάποια άλλη δουλειά έτοιμη να με περιμένει – όπως έκανα κατά καιρούς. Παραιτήθηκα από την δουλειά μου, που ήταν το μόνο έσοδό μου. Οι δικοί μου, εδώ και πολλά χρόνια δεν μπορούν να με βοηθήσουν οικονομικά. Ψυχολογικά όμως, πάντα ήταν εκεί και πάντα (θέλω να πιστεύω) θα στέκονται δίπλα μου όποτε τους χρειαστώ.

Ο λόγος παραίτησής μου, κατά βάθος, ήταν ψυχολογικός.

Ένιωθα πως δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω σε μία καθημερινότητα που μου θυμίζει ρομπότ. Ένιωθα πως τα αποθέματα ψυχολογικής υποστήριξης προς τον εαυτό μου, είχαν στερέψει. Δεν είχα από κάτι να «πιαστώ», δεν είχα σε κάτι καλύτερο να «ελπίζω» γιατί όλη μου η ενέργεια είχε επικεντρωθεί σε έναν σκοπό: Να τρέχω με ταχύτητα φωτός να προλάβω τα deadlines, να πηγαίνω σε σεμινάρια που θα βοηθούσαν την καριέρα μου και να μαθαίνω τεχνικές για να μπορώ να προσεγγίζω τους πελάτες.

Έχω μάθει να προσεγγίζω τους πελάτες και είχα ξεχάσει πώς είναι να προσεγγίζω εμένα, ρε, φίλε. Είχα ξεχάσει ποιες είναι οι δικές μου ανάγκες. Ποια είναι τα δικά μου θέλω στην καθημερινότητά μου. Πώς θέλω εγώ να ζω και όχι πώς με έκαναν οι άλλοι να νομίζω ότι θέλω να ζω.

Ξύπνησα. Και συνεχίζω να ξυπνάω καθημερινά όλο και περισσότερο.

Το διάστημα αυτό που δεν δουλεύω, έχω πιάσει τον εαυτό μου να νιώθει ευτυχισμένη. Είχα χρόνια να  νιώθω ευτυχισμένη για καιρό και όχι για στιγμές. Κι ενώ πιστεύω ακράδαντα πως η ζωή είναι μικρές στιγμές ευτυχίας, όπως έχουν πει κι έχουν γράψει κι άλλοι πριν από εμένα, άλλο τόσο σου δηλώνω με σιγουριά πως η ευτυχία μπορεί να είναι (και) συνεχόμενη όταν αντιληφθείς πως ζεις για εσένα και μόνο για εσένα.

Κυνηγούσαόλα αυτάπου δεν χρειαζόμουν: Πελάτες που μπορούσαν να μου δώσουν αρκετά καλά λεφτά, αλλά μου έβγαζαν την παναγία. Συναδέλφους που έχουν την ανάγκη να νιώθουν καλύτεροι από εμένα για να σηκώσουν τον εγωισμό τους και δουλειές που θα μου παρέχουν οικονομική ασφάλεια, με ολέθριο κόστος.

Δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω σε συνεργασίες από ένα σημείο και μετά. Δεν ήξερα πώς να οργανώσω τον χρόνο μου. Δεν μπορούσα να μιλήσω σε κάποιον χωρίς ένταση και νεύρα λες και μου έφταιγε αυτός. Το πρόβλημα δεν ήταν αυτός, αλλά εγώ. Εγώ που δεν μπορούσα να ισορροπήσω μέσα μου και να δω με μάτια ανοιχτά – πια, πως η ζωή είναι όμορφη και κυλάει ωραία, όταν είσαι καλά με τον εαυτό σου. Μα κυρίως, όταν ξέρεις να λες «όχι» σε αυτούς που σε έχουν μάθει να λες πάντα «ναι!».

Εκνευριζόμουν με εμένα που έκανα τόσα χρόνια ψυχοθεραπεία για να μάθω να ζω με το είναι μου, να πορεύομαι με τον εαυτό μου και να τον αγαπάω όπως του αξίζει και να μην μπορώ να το εφαρμόσω γιατί «δεν πρέπει να δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει».

Το χέρι που με τάιζε πάντα, ήταν το χέρι της μάνας μου. Οποιοδήποτε άλλο χέρι, έχω κάθε δικαίωμα να το δαγκώνω, όταν δεν μου φέρεται σωστά.Και έχω κάθε δικαίωμα να το δαγκώνω γιατί είμαι άνθρωπος με αισθήματα, με ανάγκες και με θέλω. Καλώς ή κακώς, δεν θέλω να συμβιβαστώ με όλα όσα μου λένε να συμβιβαστώ. Όταν συμβιβάζομαι, δεν είμαι ευτυχισμένη, δε νιώθω καλά με εμένα και γεμίζω ψυχολογικά προβλήματα.

Εν έτη 2019, δεν θέλω να ανήκω σε αυτούς που έχουν ψυχολογικά προβλήματα. Θέλω να ανήκω σε εκείνους που παλεύουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια και ξέρουν τι τους αξίζει. Κι όταν καταλάβεις τι σου αξίζει, τότε, θα παραιτηθείς κι εσύ από όλα αυτά που είναι γύρω σου αλλά δεν σε κάνουν ευτυχισμένο.

 

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ
Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας τα καλύτερα άρθρα του VANTAGEMAG.COM