Οδοιπορικό Μνήμης

Με αφορμή μία επίσκεψη στην Αμμόχωστο, το Vantage ταξιδεύει στο χρόνο και την ιστορία, στην πόλη που κατέχει το θλιβερό προνόμιο να αποκαλείται πόλη φάντασμα, όμηρος των τουρκικών στρατευμάτων εν έτει 2018…

Η δημοσιοποίηση των αισθημάτων της καρδιάς είναι μια μικρή τρέλα. Δεν γνωρίζεις πώς θα εκληφθεί η ιερότητα της εξομολόγησής σου. Αλλά “όποιος ζει χωρίς τρέλα δεν είναι και τόσο φρόνιμος, όσο νομίζει”. Στα κατεχόμενα η Κύπρος διευρύνεται, μεγαλώνει, γίνεται αλλιώτικη. Αγκαλιάζει την ιστορία της, χαμογελά στις δάφνες της, συντρίβεται στις λύπες της. Γιγα ντώνεται όπως η μνήμη που επιφέρει η εισβολή .

Η Αμμόχωστος με το Γυμνάσιο, τον Απόστολο Βαρνάβα, το θέατρο και την παλαίστρα και τα αγάλματα. Η Αμμόχωστος με την Έγκωμη και τη βασιλική νεκρόπολη. Η Αμμόχωστος με τον πλούτο και την ιστορία μας. Ο δυσάρεστος έλεγχος διαβατηρίου ξεκινάει και αμέσως μπαίνεις σε έναν χωροχρόνο που δεν υπάρχει. Μια νοητή περιδιάβαση στο χθες. Βρυσούλες, Στροβίλια και απέχουμε μόνο λίγα λεπτά από τη γενέθλια γη. Μα είμαστε τόσο κοντά στο σπίτι μας; Είμαστε. Λεωφόρος Λάρνακος και τα πρώτα κτήρια ορθώνονται επιβλητικά. Καθ’ όδόν προς τον αρχαιολογικό χώρο της Σαλαμίνας αντιλαμβάνομαι το εύρος της οικοδομικής ανάπτυξης περιμετρικά του δρόμου. Η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. Η κίνηση ,η βουή, ο κόσμος.

Ενώ κινούνται όλα με γοργούς ρυθμούς, εντούτοις φαντάζουν νεκρά. Υπάρχει ζωή, όμως δεν γεύεσαι ουρανό, δεν ζει εδώ η ελευθερία. Η περιδιάβαση συνεχίζεται μέχρι τα τείχη και το Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Οδός Ερμού. Εκεί όπου το χθες μετουσιώθηκε στο σήμερα και ο χρόνος σταμάτησε. Εκεί όπου 45.000 ψυχές άφησαν τη μάνα γη τους. Νεκρή, αφημένη στον
αέρα και στο κύμα. Η μεσαιωνική πόλη με τις γοτθικές εκκλησιές θυμίζει μακρινή αφήγηση μιας μακρινής ευημερούσας πολιτείας, της “Ριβιέρας” της Κύπρου όπως την αποκαλούσαν.

Πριν από το 1974 ζούσε εκεί ένας κόσμος χαμογελαστός. Γεμάτος κέφι και όρεξη για δουλειά. Μια πόλη γεμάτη ζωή. Κινηματογράφοι, καφενεία, νυχτερινή ζωή. Η Αμμόχωστος δεν συνήθιζε να κοιμάται. Αμέσως αντιλαμβάνομαι ότι η παλαιά χλιδή της περιοχής, όπως την έχω ακούσει να περιγράφεται άπειρες φορές από τα χείλη των γονιών μου, έχει ολότελα χαθεί. Έχει αντικατασταθεί από την εγκατάλειψη και τη φθορά του χρόνου. Τα συναισθήματα της διαδρομής μέχρι να φθάσουμε ανάμεικτα. Δεν λένε να κοπάσουν. Θάλασσα, βουνό, οργασμός ανάπτυξης, αλλά και ανοιχτές πληγές. Όταν φτάνουμε στην περίκλειστη πόλη σαστίζω. Η εικόνα της πόλης διαμετρικά αντίθετη με όσες είχαν προηγηθεί. Μια πόλη άδεια. Λεηλατημένα κτήρια που σωριάζονται καθημερινά. Ένα έγκλημα πολέμου σε καιρό ειρήνης. Ένας απόηχος της ευτυχίας που αφήσαμε πίσω και της ευτυχίας που θα μπορούσαμε να ξαναχτίσουμε.

Άδεια λεηλατημένα κτήρια, θυμίζουν περασμένα μεγαλεία της άλλοτε κραταιής βασιλεύουσας. Στον φράκτη βαθιά καρφωμένη
η κόκκινη πινακίδα, σύμβολο και αυτή της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. «Απαγορεύει την πρόσβαση στο Βαρώσι.» Ξύλα και σκουριασμένα σίδερα πρόχειρα στοιβαγμένα και καρφωμένα στο έδαφος σκίζουν στα δύο όχι μόνο τη χρυσή αμμουδιά αλλά και την καρδιά μου. Τα παραλιακά ξενοδοχεία αν και σιωπηλά κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο και δηλώνουν εμφατικά την παρουσία τους. Ξενοδοχεία και εστιατόρια που κάποτε ήταν καταφύγια ανέμελων στιγμών σήμερα δεν είναι παρά σαθροί μπετονιένιοι σκελετοί. Αστικές ταφόπλακες που αντιτάσσονται πεισματικά στο πέρασμα του χρόνου. Πόρτες και ψυχές τσακισμένες.

Στα σοκάκια της πόλης τριγυρίζουν οι θύμησες. Στο κέντρο της περιφραγμένης πόλης όλα άδεια και νεκρά. Η ψυχή μου σφίγγεται, κοιτώντας τα εγκαταλελειμμένα σπίτια, έτοιμα να καταρρεύσουν, μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Κτήρια παραδομένα στη φθορά του χρόνου, μάρτυρες στιγμών που χάθηκαν άδοξα, υποταγμένες στα ανθρώπινα λάθη. Ο χρόνος σταμάτησε. Περιμένει να αναστηθεί για να μεταποιηθεί σε αιωνιότητα. Συντρίμμια. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Σκουριά και πέτρα. Κρανίου τόπος.

Η εγκατάλειψη κυριαρχεί και στο κέντρο της περιφραγμένης πόλης των Βαρωσίων. Κτήρια σήμα κατατεθέν σπάνε τη σιωπή τους και διηγούνται τι έχει συμβεί. Κάπου ανάμεσα στα πολλά βρίσκεται και το δικό μας σπίτι. Οδός Σταυρού 5.

Ο Γιώργος Σεφέρης που έζησε από
κοντά τη γοητεία της πόλης σημειώνει:

“Όμως αυτά που είδες είτε μες την ομίχλη είτε μέσα στο φως σίγουρα γύρευαν να μιλήσουν. Πέρασες και δεν τ’ άκουσες.
Και τώρα μόνο η βοή, οι άναρθρες φωνές η φοβερή σύγχυση πραγμάτων μισοσυγκινημένων”. Την Αμμόχωστο επιβάλλεται να
επισκεφθούν όσοι αντέχουν να περιδιαβούν από το σήμερα στο χθες, όσοι αντέχουν να αντικρίσουν κατάματα την καταστροφή και τον ξεριζωμό και όσοι αντέχουν να ψηλαφίσουν τον πόνο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ
Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας τα καλύτερα άρθρα του VANTAGEMAG.COM