Γιατί ανήκω εδώ

«Κάψαµε τα καράβια µας και χαρίσαµε στάχτη στη θάλασσα. Και ανταλλάξαµε θάλασσα µε µια φούχτα ασάλευτη γη. Κάψαµε τα καράβια µας και ριζώσαµε δέντρα στο χώµα. Και ονειρευόµαστε».
– «Κάψαµε τα καράβια µας» (1946) Μηνάς ∆ηµάκης, ποιητής.

Το τραγούδι “Tα καράβια µου καίω,” σε στίχους και µουσική του Νίκου Πορτοκάλογλου κυκλοφόρησε το 1993. Έκτοτε έχει ακουστεί σε ραδιόφωνα, συναυλίες, µέγαρα, τηλεόραση και φυσικά στο µαγικό κόσµο του ίντερνετ. Ένα τραγούδι γραµµένο το 1993 αλλά σήµερα φαντάζει ανατριχιαστικά επίκαιρο. Ένα τραγούδι που ακούγοντάς το, νιώθεις να σε πνίγει ένας κόµπος. Το άκουγα και το απολάµβανα αισθητικά και βαθύτερα ιδεολογικά, όπως το τραγουδούσε µε την ιδιόρρυθµη φωνή του. αλλά ποτέ δεν έδωσα σηµασία στους στίχους παρά µόνο άφηνα τη µουσική µελωδία και τους στίχους να µε παρασέρνουν. Πριν από περίπου δύο χρόνια ξεκίνησα σιγά-σιγά να δίνω έµφαση σε κάποιους στίχους.

«Τα καράβια µου καίω
τα καράβια µου καίω τα καίω
δε θα πάω πουθενά».

«Σταυρωµένη πατρίδα,
µες στα µάτια σου είδα,
της ανάστασης φως».

«Από πείσµα και τρέλα θα ζω
σε τούτη τη χώρα
ώσπου να ’βρω νερό
γιατί ανήκω εδώ».

Όντας περίεργος για το «τι θέλει να πει ο ποιητής», ανακάλυψα ότι το τραγούδι κρύβει ένα τεράστιο νόηµα. Οι επιβάτες του καραβιού εγκαταλείπουν το πλοίο, σε αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο, γιατί κανείς δεν τους δίνει ένα κίνητρο να µείνουν, αντίθετα όλα γύρω τους καλούν να φύγουν. Ο άνθρωπος όταν δεν έχει κίνητρα για να συνεχίσει τότε ξεκινά να χάνει µία-µία τις ελπίδες του. Νιώθει µόνος και απαξιωµένος από το σύνολο της κοινωνίας.

Καµιά φορά, όσο δύσκολο είναι να βγεις από το µικρόκοσµό σου και να δεις τον εαυτό σου σαν µέρος ενός συνόλου, τόσο αναπόφευκτα µοιραίο είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είµαστε µονάδες, αλλά οµάδες και πως µόνο µέσα από τη συνολική πρόοδο θα προκύψει το ατοµικό καλό.

Κάπου εκεί εκεί ξεκίνησε ένα τρελό κυνηγητό προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω ένα-ένα τους στίχους. Φτάνοντας στο τέλος ανακάλυψα ότι υπάρχουν ανάλογες ιστορίες που πιθανόν ο Νίκος Πορτοκάλογλου να εµπνεύστηκε και να έγραψε το παραπάνω τραγούδι. Τις µοιράζοµαι µαζί σας και τις αφήνω στη δική σας κρίση και ερµηνεία. Φυσικά, είµαι στη διάθεση σας µέσω αλληλογραφίας και τηλεφώνου για να ανταλλάξουµε τις απόψεις µας, καθώς είµαι περίεργος να ακούσω και τις δικές σας ερµηνείες. Όλες αυτές οι ιστορίες έρχονται να «δέσουν γλυκά» µε το µεγάλο µας αφιέρωµα «Ωραίοι ως τόπακες». Το αφιερώνω στους ανθρώπους του τόπου µας, σε αυτούς που «έκαψαν τα καράβια τους», που έµειναν εδώ, γιατί ανήκουν εδώ.

Η µόνη διέξοδoς του ανθρώπου είναι να ονειρεύεται…

Ιστορία πρώτη

«Ο Ηρακλείδης, αρχιτέκτων από τον Τάραντα, του είχε τάξει πως θα έκαιγε ο ίδιος τον στόλο των Ροδίων. Προξένησε στον εαυτό του διάφορα τραύµατα και, φτάνοντας στη Ρόδο, είπε: «Καταφεύγω σε σας, επειδή εσείς είστε η αιτία που ο Φιλιππος µε κακοµεταχειρίστηκε και µε καταδίωξε. Επιθυµούσε να κάνει πόλεµο εναντίον σας, ενώ εγώ µοχθούσα να τον εµποδίσω. Και για να σας αποδείξω πως λέω την αλήθεια, ιδού τα γράµµατα που έστελνε στους Κρήτες, για να τους ξεσηκώσει να σας επιτεθούν από κοινού µαζί του». Οι Ρόδιοι πείστηκαν από τα γράµµατα και έδωσαν καταφύγιο στον Ηρακλείδη. Μια νύχτα µε δυνατό άνεµο εκείνος έβαλε φωτιά στους ναυστάθµους και στα εργαστήρια των Ροδίων, τα οποία κάηκαν ολοσχερώς µαζί µε τις γαλέρες που βρίσκονταν εκεί». Με τον τρόπο αυτό καταστράφηκαν τριάντα πλοία» ( Πολύαινος, 5.17, Brulé, «La Piraterie crétoise hellénistique», σελ. 45]

Ιστορία δεύτερη

Η παρακάτω ιστορία είναι ένα από τα πιο συγκινητικά συµβάντα, τα οποία περιγράφει ο Βιργίλιος στο πέµπτο βιβλίο της Αινειάδας. Κάποτε ο Αινείας κατήλθε από την Ήπειρο και έπλευσε στις ανατολικές ακτές της Ιταλίας. Κατέβηκε στη Σικελία, καθιέρωσε τη λατρεία της µητέρας του στο δυτικό ακρωτήριο της, τον Έρυκα, όπου, κατά την επικρατούσα παράδοση, πέθανε και ενταφιάστηκε ο πατέρας του, και ανηφορίζοντας στην ιταλική χερσόνησο από τα παράλια της Λευκανίας, της Κοµπανίας και του Λατίου, έφτασε ως τις εκβολές του ποταµού Τίβερη, οι οποίοι µετά τον αφανισµό της πόλης τους αναζητούν ήδη εφτά χρόνια τον τόπο όπου θα στήσουν τη νέα πατρίδα τους, την Ιταλία, που είναι σαν να τους «φεύγει» συνέχεια. Στον Έρυκα, οι γυναίκες της ακολουθίας του, αποκαρδιωµένες από τις κακουχίες των ατέλειωτων ταξιδιών, έκαψαν τα καράβια τους, για να µαταιώσουν κάθε άλλη αναχώρηση. «Όλες µαζί µε µια φωνή παρακαλούν για µια πόλη», γράφει ο Βιργίλιος. Έτσι ο Αινείας αναγκάστηκε να εγκατασταθεί οριστικά εκεί. Τη νέα πόλη, που έχτισε τότε, την ονόµασε Ρώµη, τιµώντας το όνοµα της γυναίκας που πρωτοστάτησε στο κάψιµο των καραβιών και που, σύµφωνα µε ορισµένες εκδοχές, ήταν δική του γυναίκα ή γυναίκα του γιου του Ασκάνιου!

Ιστορία τρίτη

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519 ο αξιωµατικός Φερνάντο Κορτέζ έφυγε από την Κούβα, µετά από εντολή του στρατηγού του Ντιέγκο Βελάσκεθ µε σκοπό να κατακτήσει τη νέα γη, ένα κοµµάτι της Αµερικής για λογαριασµό της Ισπανίας. Έτσι στις 8 Αυγούστου 1519 έφτασε στο Μεξικό µε πλήρωµα 500 άτοµα και καβαλάρηδες, µε προορισµό τα βόρεια και δυτικά. Οι Ισπανοί τότε πίστευαν ότι η γη, που πάνε να κατακτήσουν, ουσιαστικά, τους ανήκει. Πίστευαν πως είναι η γη των προγόνων τους, του πολιτισµού τους, της προέλευσής τους, των ιδεών που µετέφεραν αργότερα, του χαρακτήρα τους… τα πάντα. Το πίστευαν! Ο Κορτέζ δεν υπήρξε ποτέ κάτι ιδιαίτερο. Ήταν ένας ακόµη αιµοσταγής δολοφόνος κατακτητής αδύναµων λαών απέναντί του. Έµεινε όµως στην ιστορία για κάτι πολύ χαρακτηριστικό. Αποπλέοντας στο Μεξικό και ενώ όλοι οι πολεµιστές είχαν αποβιβαστεί από τα καράβια νύχτωσε. Στήνοντας υπαίθριες κατασκηνώσεις, ο Κορτέζ ξεκούρασε τους άντρες του αφού την επόµενη µέρα θα ξεκινούσε το µεγάλο ταξίδι. Κι ενώ είχαν ετοιµαστεί τα πάντα και οι άντρες είχαν ήδη πάρει θέσεις πεζοπορίας ο Κορτέζ διέταξε να γυρίσουν πίσω και µπροστά στα έντροµα µάτια όλου του στρατού έκαψε τα καράβια του! Αυτή ήταν µια συµβολική κίνηση που ήθελε να δείξει πως δεν υπάρχει γυρισµός. Ανήκουµε εδώ! Εδώ είναι η πατρίδα µας και θα πολεµήσουµε ξέροντας πως δεν υπάρχει επιστροφή. Το παρελθόν όλων µας σταµάτησε, τελείωσε. Τώρα ξεκινάµε να κατακτήσουµε αυτό για το οποίο έχουµε γεννηθεί. Γιατί ανήκουµε εδώ!