«Ό,τι κι αν γίνει, σήμερα θα τερματίσεις» – Του Σπύρου Γιασεμίδη

Υπάρχει κι αυτό το ρημάδι που λέγεται bucket list. Πάντα εκεί, αέναος προβοκάτορας της ψυχής, δοκιμαστής των ορίων μας.

Η «λίστα» είναι ζωτικής σημασίας. Υπακούοντας στα κατά καιρούς προστάγματα της, νιώθουμε ζωντανοί, επιβεβαιώνουμε το ότι η γήινη ύπαρξη μας διαθέτει τη δύναμη να αψηφήσει, έστω και στιγμιαία, τη βαρύτητα των νοερών φραγμών μας, και, έτσι, να απογειωθεί μαζί με τη ψυχή μας.

Την επισκέπτομαι συχνά τη δική μου «λίστα». Τελευταία φορά το έπραξα πριν δέκα ακριβώς βδομάδες. Καταχώρηση: Μαραθώνιος. Συγκεκριμένα, ο 40ος Αυθεντικός Μαραθώνιος Αθήνας. Εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, όπου ο τερματισμός στο Παναθηναϊκό Στάδιο αποτελεί από μόνος του ανεξίτηλο σημείο αναφοράς στην καρδιά κάθε δρομέα. Είπα πως θέλω να βάλω κι εγώ αυτό το στίγμα στη δική μου καρδιά. Το είχα ανάγκη το σημάδι. Η ζωτική σημασία που λέγαμε.

21 Αυγούστου έτρεξα τα πρώτα μου 5 χιλιόμετρα. 9 Νοεμβρίου έτρεξα τα τελευταία μου. Στο ενδιάμεσο, βίωνα μια καθημερινή πάλη με το δρόμο, το ρολόι, τα στοιχεία του καιρού, αλλά, κυρίως, με τον εαυτό μου. Πέρασα από όλα τα συναισθήματα τρέχοντας, κάθε ένα από αυτά και διαφορετικός σταθμός συνειδητοποίησης στα άδυτα του ψυχισμού μου. Αλήθεια, πόσο πολύ ανακαλύπτεις τον εαυτό σου όταν τρέχεις μαζί του, εσύ, εκείνος, και οι σκέψεις σας…

Υπήρξαν φορές που ήθελα να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Πρωινά που αδυνατούσα να ξυπνήσω, να ετοιμαστώ, και να τρέξω. Ένας τραυματισμός από το πουθενά. Πόνοι στα πιο απίθανα σημεία. Συσσωρευμένη κούραση. Δεύτερες σκέψεις. Αμφιβολίες. Και, μέσα σε όλα αυτά, η καρδιά μου εκεί, μπάστακας, να επιβάλλεται στο σώμα, να του αναιρεί τα “όχι” και τα “μη” του, να του απαγορεύει την εγκατάλειψη, και να του υπαγορεύει τη συνέχιση.

“᾿Ή τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς”.

Την ακούω ακόμη και τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις.

12 Νοεμβρίου. Πρωινό Μαραθωνίου. Ξύπνημα στις 5 το πρωί. Πρόγευμα, και κατευθείαν στο Σύνταγμα για μετάβαση στο Μαραθώνα, στη γραμμή εκκίνησης. Δέος καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Βλέπω τον Δρομέα απέναντι από το Hilton, να στέκει μεγαλοπρεπής και πάμφωτος. Χαμογελάω. Του υπόσχομαι πως θα ανταμωθούμε σε κάποιες ώρες από τώρα, πρώτα ο Θεός. Οι ταμπέλες που δείχνουν την χιλιομετρική απόσταση της Κλασικής Διαδρομής βρίσκονται από την αντίθετη πλευρά. Μετράω τα χιλιόμετρα ανάποδα – 40, 32, 21, 10, 5. Αντιλαμβάνομαι το μέγεθος της Διαδρομής. Αντιλαμβάνομαι και το γιατί ο φίλος και συμπορευτής, Μιχάλης Παπακώστας, ο οποίος ανέλαβε το προπονητικό μου κομμάτι με όλη του τη ψυχή, μου έλεγε, με κάθε ευκαιρία, να επιδείξω τον μέγιστο σεβασμό στη Διαδρομή.

Φτάνουμε στο Μαραθώνα. Δεκάδες χιλιάδες ο κόσμος. Μουσική στη διαπασών. Δρομική γιορτή. Κάνω τα τελευταία checks πριν την εκκίνηση. Ενυδάτωση. Υδατανθράκωση. Εξοπλισμός. Ψυχή. Καρδιά. Όλα στη θέση τους. Μπαίνω στη λαοθάλασσα, γίνομαι ένα με το κύμα του πλήθους. Η συλλογική ενέργεια απερίγραπτη – από εκείνα τα πράγματα που πρέπει να τα βιώσεις για να καταλάβεις πως πραγματικά είναι. Σπλαχνική εμπειρία. Κατευθύνομαι προς το block της εκκίνησης μου. Τελευταίο τηλεφώνημα στους τρεις μου Αγγέλους που βρίσκονται ακόμη στο ξενοδοχείο για να τους μεταδώσω τον ενθουσιασμό μου και να επιβεβαιώσω το ραντεβού μας στο Καλλιμάρμαρο.

Βλέπω τα κύματα των εκκινήσεων να φεύγουν διαδοχικά. Τρία λεπτά χωρίζουν το καθένα. Μετράω αντίστροφα για το δικό μου. Φεύγει και το 8ο. «Πλησιάζουμε», σκέφτομαι. Νιώθω να με κατακλύζει μια υπέροχη νευρικότητα. Αδρεναλίνη, αναμεμιγμένη με την ανησυχία για το άγνωστο της Διαδρομής. Κλείνω τα μάτια για να νιώσω παραπάνω το συναίσθημα. Το αφήνω να μου οπλίσει κι άλλο τη ψυχή. Είμαι στο γήπεδο του Μαραθώνα. Πατάω στο χορτάρι του. Σε λίγα λεπτά θα αρχίσω να τρέχω και να κυνηγώ όλα εκείνα που ονειρεύτηκα τους τελευταίους τρεις μήνες. Ρίγος. Το εισπράττω και το εκλαμβάνω σαν την εκκίνηση πριν την Εκκίνηση.

10ο κύμα. 11ο. Ήρθε η ώρα του δικού μου. Ήρθε Η Ώρα. Κατευθυνόμαστε προς τη γραμμή της εκκίνησης. Από τα μέγαφωνα παίζει το Baby Give it Up των KC & The Sunshine Band. Ομαδική πόρωση. Σταματάμε πίσω από τη γραμμή. Περιμένουμε να εκπυρσοκροτήσει το πιστόλι του αφέτη. Κλείνω πάλι τα μάτια για να αντιληφθώ που βρίσκομαι, να το πιστέψω. Ακούω το countdown. 3, 2, 1. Φεύγουμε.

Τρέχω αργά, οπως διδάχτηκα. Δεν το ζορίζω. Απολαμβάνω τη Διαδρομή, απορροφώ την ενέργεια του πλήθους. Κοντά στο πέμπτο χιλιόμετρο, ένα κοριτσάκι μου δίνει ένα κλαδάκι ελιάς κι ένα χαμόγελο. Το ευχαριστώ από καρδιάς και το παίρνω, το βάζω στη ζώνη μου, και, αμέσως, νιώθω πιο ελαφρύς. Πλησιάζω στον πρώτο σταθμό ανεφοδιασμού και ακούω να παίζει η Φραγκοσυριανή.

«Μία φούντωση, μια φλόγα

έχω μέσα στην καρδιά».

Πόσες φορές έχω ακούσει αυτούς τους στίχους στις προπονήσεις μου. Πόσες φορές έχω κλάψει, έχω δυναμώσει, έχω πεισμώσει στο άκουσμά τους. Κλαίω και τώρα, αδυνατώντας να ενώσω την προπόνηση με τη συνειδητοποίηση της παρουσίας μου στην Αυθεντική Διαδρομή.

Παίρνω τη στροφή γύρω από τον Τύμβο των Αθηναίων Μαραθωνομάχων. Στρατηγός Μιλτιάδης. Γρηγόρης Λαμπράκης. Αμέτρητο δέος. Μπαίνω στη Λεωφόρο Μαραθώνος. Συνεχίζω ευθεία. Μια επιγραφή με καλωσορίζει στον οικισμό της Νέας Μάκρης. Κόσμος αριστερά-δεξιά. Πολύς κόσμος. Νέοι, παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια. Ακούω φωνές που διασταυρώνονται μεταξύ τους, βγάζουν όμως την ίδια βουή, περνούν το ίδιο μήνυμα.

«Μπράβο, παιδιά. Μπράβο σας!».

Είχα ακούσει για την ενέργεια του κόσμου τη μέρα του Αγώνα. Το πόσο πολύ σε ανεβάζει. Άλλο να το ακούς, άλλο να το βιώνεις. Βγάζουν φτερά τα πόδια μου. Ο βηματισμός μου γίνεται πανάλαφρος. Δεν παρασύρομαι, όμως. Ξέρω τι ακολουθεί.

Παίρνω τηλέφωνο τη σύζυγο μου Έλενα, τον φύλακα Άγγελο μου. Είναι ακόμη στο ξενοδοχείο, μαζί με τα δυο μικρά μου αγγελούδια.

«Αγάπη μου, είμαι καλά! Όλα τέλεια!»

«Μπράβο, αγάπη μου! Συνέχισε, και θα σε δούμε στο Καλλιμάρμαρο!».

Συνεχίζω. Είμαι ήδη στο δέκατο χιλιόμετρο, βαθιά μέσα στη Νέα Μάκρη. Στο σταθμό ανεφοδιασμού παίζει το Eye of the Tiger. Φορτώνω. Καπάκι έρχεται φωνητικό μήνυμα από τον Κώστα Γιασεμίδη, τον παπάκη μου.

«Αγάπη μου, κρατά τον ρυθμό σου και είσαι μια χαρά!».

Τον κρατάω, μπαμπά!

Ξεκινούν οι ανηφόρες. Και δεν σταματούν για τα επόμενα 22 χιλιόμετρα. Ο Μαραθώνιος τώρα αρχίζει.

Πέρασμα από το Μάτι. Μυρωδιά από καμένη γη. Γιαγιάδες να ανεμίζουν τη Γαλανόλευκη και να προσφέρουν σπιτική λεμονάδα στους δρομείς. Κι εκεί που νόμιζα πως το ρίγος δεν μπορεί να ενταθεί πιο πολύ, με προσπερνάει ένας παππούς ντυμένος με περιβολή Σπαρτιάτη. Ξυπόλητος. Υποκλίνεται η ψυχή μου. Γεμίζει το ρεζερβουάρ μου. Και βάζω πλώρη για τα μισά της Διαδρομής.

Φτάνω στο Πικέρμι. Έχω περάσει τα μισά, αλλά όχι τα δύσκολα.

Παίρνω τη μανούλα μου τηλέφωνο. Η φωνή μου τρεμάμενη, τα μάτια μου βουρκωμένα. Έχω ανάγκη να ακούσω τη φωνή της.

«Μαμά;»

«Αγάπη μου, τι έγινε;»

«Μια χαρά, μαμά μου. Ήθελα απλά να ακούσω τη φωνή σου. Είμαι δυνατός και συνεχίζω».

«Να προσεχείς, αγάπη μου».

«Εντάξει, μαμά. Σ’ αγαπώ».

«Κι εγώ άγγελε μου».

Αυτή η φωνή της μάνας. Η πιο ισχυρή ένεση ενέργειας.

Νιώθω τα πόδια μου βαρετά, την αναπνοή μου να σέρνεται. Ο ρυθμός μου έχει πέσει. Και έχω ακόμη πάνω από δέκα χιλιόμετρα ανηφόρας να αντιμετωπίσω. Βγάζω από τη ζώνη μου τα ακουστικά και τα τοποθετώ στα αυτιά μου. Είναι η πρώτη φορά που το κάνω από τότε που ξεκίνησα. Το τραγούδι έτοιμο: Σάκης Μπουλάς. Φλασάκι.

«Μελαγχόλησες, νιώθεις πεταμένος

Μες στην πόλη σου σαν ξένος, βρε παιδί μου αμάν

Στην καρδιά βάλε πατίνια και δυο ρουλεμάν».

Βάζω και πατίνια, βάζω και ρουλεμάν.

«Βάλε στο μαγνητόφωνο τραγούδια που γουστάρεις

Σκέψου την ώρα, τη στιγμή που τη ρεβάνς θα πάρεις

Σκέψου κορίτσια και γιορτές και πράμα που σαλεύει

κι ένα παιδί που μοναχό το δρόμο του γυρεύει».

Είμαι το παιδί στο τραγούδι. Το μοναχό. Εκείνο που γυρεύει τον δρόμο του. Πάω προς το κορίτσι μου. Προς τα αγόρια μου. Προς τη γιορτή.

Είμαι ήδη στην Παλλήνη. Ένας παππούς σε τροχοκάθισμα μας χειροκροτεί. «Αέρα», μας προτρέπει. Κλαίω, ενώ τρέχω. Νιώθω ντροπή στη σκέψη να σταματήσω. Συνεχίζω, μετά πόνου. Για τον παππού στο τροχοκάθισμα. Για τα μωρά μου, που με περιμένουν στον τερματισμό. Για τους γονείς μου, που με έμαθαν πως δεν υπάρχουν όρια, μόνο εκείνα του μυαλού. Και για το δικό μου, προσωπικό «γαμώτο».

28ο χιλιόμετρο. Γέρακας. Νιώθω τις αποθήκες γλυκογόνου μου να έχουν εξαντληθεί. Παίρνω το τρίτο μου ενεργειακό gel, το περιμένω εναγωνίως να δράσει. Ελπίζω μόνο να το κάνει πριν από τον Σταυρό της Αγίας Παρασκευής.

Φτάνω στον Σταυρό. Άκουω τη φωνή του κόσμου.

«Μια ανηφόρα έμεινε, παιδιά. Κρατάτε γερά».

Σφίγγω τα δόντια. Γέρνω το σώμα προς τα εμπρός. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.

«Μια ανηφόρα έμεινε. Φαντάζει, όμως, αιωνιότητα».

Βγαίνει ο Σταυρός. Είμαι ακόμη «ζωντανός». Νιώθω το κορμί μου καταπονημένο. Μένουν ακόμη δέκα χιλιόμετρα. Θυμάμαι πως κάπου διάβασα πως ο Μαραθώνιος είναι αγώνας 10 χιλιομέτρων με ζέσταμα 32 χιλιομέτρων. Άρα, σκέφτομαι, τώρα ξεκινάμε, όχι στο δέκατο χιλιόμετρο, όπως είπα πριν.

Το κορμί ρίχνει στροφές, το μυαλό όμως ανεβάζει. Μπαίνω στην Αθήνα. Πρώτη φορά τη βλέπω έτσι. Τόσο άδεια από οχήματα. Τόσο γεμάτη από συναισθήματα. Τόσο όμορφη, γιατί φιλοξενεί το σημείο όπου το όνειρο μου θα συναντήσει τη μετουσίωσή του.

Νομισματοκοπείο. Πεντάγωνο. Περνάω τη διασταύρωση με Κατεχάκη. Ερρίκος Ντυνάν. Μπαίνω στη Βασιλίσσης Σοφίας. Τρέχω μπροστά από την Πλατεία Μαβίλη. Από το Μέγαρο Μουσικής. Είμαι, πλέον, στο Κέντρο. Κάθε βήμα και πόνος. Το μυαλό δεν επιτρεπει στο κορμί να σταματήσει. Αντικρίζω τον Δρομέα. Λούζεται από το φως της ημέρας. «Είδες που σου το υποσχέθηκα πως θα ανταμώσουμε πάλι σήμερα;», του ψιθυρίζω. Μειδίαμα. Τον προσπερνάω, και ρίχνω τα χέρια στον αέρα, σε στάση νικητή. Κοντεύω, και το νιώθω, έτσι το εξωτερικεύω. Έπειτα ρίχνω ταχύτητα. Βάζω τα ακουστικά. Σαββόπουλος. Ας κρατήσουν οι χοροί. Πάω κατευθείαν στους αγαπημένους μου στίχους.

«Να μας έχει ο Θεός γερούς

πάντα ν’ ανταμώνουμε

και να ξεφαντώνουμε βρε

με χορούς κυκλωτικούς

κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς».

Κλαίω. Δεν το μπλοκάρω. Παίρνω τον χρόνο μου. Λίγες είναι οι φορές στη ζωή μου που έχω νιώσει αυτό το ολοκληρωτικά σπλαχνικό συναίσθημα.

Μπαίνω στην Ηρώδου Αττικού. Ευθεία προ της τελικής. Γνωρίζω πως, κάπου κατά μηκος των 600 όμορφων μέτρων της, με περιμένουν τα αγόρια μου να τους πάρω από το χέρι να τερματίσουμε μαζί. Εκείνο που δεν γνωρίζω είναι το ακριβές σημείο. Καλύτερα έτσι, σκέφτομαι. Συνεχίζω. Και αναμένω το πιο γλυκό ξάφνιασμα. Είμαι εξαντλημένος. Το ρεζερβουάρ μου άδειο, μα η ψυχή γεμάτη. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, όπως έκανα για κάθε ένα από τα 41.500 μέτρα που έχουν προηγηθεί. Λίγα ακόμη έμειναν. Λίγα μόνο μέτρα. Η ψυχή ωθεί το σώμα έμπροσθεν της. 1-2. 1-2. Τα πόδια υπακούνε, σαν πιστά στρατιωτάκια. Ώσπου τους βρίσκει η σφαίρα και πέφτουν μαχόμενα.

200 μέτρα στην Ηρώδου Αττικού, νιώθω το δεξί μου πόδι να μετατρέπεται σε λάστιχο. Δεν μπορώ να το πατήσω. Καταρρέω, σωριάζομαι στο έδαφος. Μια διασώστρια με βλέπει και τρέχει προς το μέρος μου για να μου παράσχει τις πρώτες βοήθειες. Εγώ χαμένος σε ένα ντελίριο, κάπου μεταξύ πόνου, εξάντλησης, θυμού, και αγωνίας.

«Τί έγινε;»

«Το πόδι μου. Με άφησε».

«Μάλλον θλάση. Πάμε να σηκωθούμε να δούμε πόσο πατάει».

Δεν πατάει. Ούτε στην πρώτη, ούτε στη δεύτερη, ούτε στην τρίτη. Μένω κάτω. Το μάτια μου βλέπουν τη στροφή για Καλλιμάρμαρο, για την τελική ευθεία. Τόσο κοντά, μα τόσο μακριά. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Και τότε ακούω τον πιο απεχθή συνδυασμό λέξεων που θα μπορούσα να ακούσω.

«Λυπάμαι. Για λόγους υγείας και ασφάλειας, το πρωτόκολλο επιβάλλει να σας αφαιρέσουμε από τη διαδρομή. Θα έχετε την ευκαιρία να δοκιμάσετε και πάλι του χρόνου».

Ήταν λες και με πυροβόλησαν. Δεν ήξερα ποιο από όλα τα συναισθήματα μου να διαχειριστώ πρώτο. Βούρκωσα.

«Δεν μπορώ να εγκαταλείψω», της λέω. «Με περιμένουν τα παιδάκια μου λίγο παρακάτω. Θα μπω μαζί τους στο Καλλιμάρμαρο, ακόμη κι αν χρειαστεί να πάω έρποντας μέχρι την αψίδα του τερματισμού».

Από το πουθενά, βλέπω ένα ζευγάρι εθελοντών να έρχονται βιαστικά κατά πάνω μου. Σκύβει η γυναίκα και έρχεται στο ύψος των βουρκωμένων μου ματιών. Την κοιτάζω και με κοιτάζει.

«Άκουσε με”, μου λέει.

Προσπαθώ, μέσα από τον πόνο.

«Ό,τι κι αν γίνει, σήμερα θα τερματίσεις».

Θυμάμαι το πόσο έντονο ήταν το βλέμμα της τη στιγμή που μου έλεγε αυτές τις 7 λέξεις. Θυμάμαι πόσο έκλαψα μόλις τις άκουσα. Θυμάμαι να με στήνουν στο ένα μου πόδι, το καλό, και να μου λένε να πάρω τον χρόνο μου και να ηρεμήσω. Θυμάμαι να φέρνω στο μυαλό τον παππού στο τροχοκάθισμα που μας φώναζε «αέρα». Θυμάμαι να ξεκινάμε και οι τρεις μαζί με πλώρη τον τερματισμό, εγώ κουτσό με το καλό μου πόδι. Θυμάμαι να σταματάμε κάθε 10 μέτρα για να πάρω ανάσα. Θυμάμαι τον ιδρώτα μου που έτρεχε σαν ποταμός πάνω στην άσφαλτο της Ηρώδου Αττικού. Θυμάμαι να βλέπω τα παιδάκια μου να σπάζουν το κιγκλίδωμα και να έρχονται κατά πάνω μου με δάκρυα και φόβο στα μάτια. Θυμάμαι τα λόγια του εκ δεξιών σωτήρα μου.

«Μην ανησυχείτε, παιδιά. Ο μπαμπάς είναι μια χαρά. Πάμε όλοι μαζί για τον τερματισμό!».

Θυμάμαι να τους καθησυχάζω και να τους λέω πόσο πολύ τους αγαπώ, και ότι είμαστε κοντά στο όνειρο. Θυμάμαι να βλέπω την Έλενα μου στα μάτια και εκείνη να καταλαβαίνει. Να καταλαβαίνει αυτό που μου έλεγε τόσο καιρό η καρδιά μου.

“᾿Ή τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς”.

Ήμουνα, σχεδόν, πάνω στην ασπίδα. Σχεδόν.

Στρίβουμε για το Παναθηναϊκό Στάδιο. Το βλέπω. Μπαίνουμε μέσα. Τα τελευταία 170 δοξασμένα μέτρα στον τάπητα του για να περάσουμε κάτω από την αψίδα του τερματισμού. Συνεχίζουμε ευθεία. Κόσμος πολύς. Χειροκρότημα. Love Shack των The B-52’s. Οι γλάστρες στο πλάι με τα πιο όμορφα λουλούδια που έχουν δει τα μάτια μου. Η γιορτή που λέγαμε. Οι χοροί που δεν ήθελα να τελειώσουν.

Φτάνουμε στην αψίδα. Περνάμε από κάτω.

«Μπράβο, ρε Σπύρο!».

Φεύγει και το άλλο μου το πόδι. Καταρρέω. Οι ώμοι των δυο μου σωτήρων είναι το στήριγμα μου. Τους αγκαλιάζω και τους φιλώ. Κλαίω πάνω τους. Δεν έχει μείνει τίποτα στο ρεζερβουάρ. Μόνο ψυχή. Αέρας. Εκείνος του παππού στο τροχοκάθισμα. Τώρα είμαι εγώ στο τροχοκάθισμα. Μου περνάνε το μετάλλιο στον λαιμό. Με αγκαλιάζουν. Αγκαλιάζουν τη ψυχή μου. Τους το ανταποδίδω. Φεύγω με ασθενοφόρο για το Λαϊκό Νοσοκομείο. Ακτινολογικό. Το ύφος της γιατρού ενώ βλέπει τις πλάκες τα λέει όλα. Άσχημα τα νέα.

«Κάταγμα ισχίου. Απαιτείται άμεσα χειρουργείο».

Καταρρέω για τρίτη φορά μέσα στην ημέρα. Με βλέπει ένας άλλος σωτήρας και έρχεται κατά πάνω μου. Κωνσταντίνος. Κύπριος. Ασκούμενος ορθοπεδικός.

«Ηρέμησε, και θα τα κανονίσουμε. Όλα θα πάνε καλά».

Παίρνει τηλέφωνο στο Υγεία. Κανονίζει άμεσο χειρουργείο με έναν από τους κορυφαίους ορθοπεδικούς χειρούργους της κλινικής. Έρχεται το ασθενοφόρο και με κάνουν διακομιδή. Μέσα μαζί μου οι τρεις άγγελοι μου, μονίμως παρά το πλευρό μου. Εισαγωγή.

Προεγχειρητικός έλεγχος. Η ώρα 10 το βράδυ με ναρκώνουν. Ξυπνάω 03:39 σε ένα σκοτεινό δωμάτιο στον 12ο όροφο της κλινικής, με μια μάσκα οξυγόνου να μου καλύπτει το πρόσωπο. Παίρνω το κινητό μου και στέλνω μήνυμα της Έλενας μου.

«Αγάπη μου, ξύπνησα. Όλα μια χαρά. Μην ανησυχείς καθόλου. Θα τα πούμε το πρωί. Σας αγαπώ. Συγγνώμη για όλα».

Αφήνομαι στο μούδιασμα των παυσιπόνων και κοιμάμαι. Το επόμενο πρωί με επισκέπτεται ο γιατρός.

«Χρειάστηκαν τρεις βίδες, Σπύρο. Αλλά θα γίνεις καλά».

«Σε ευχαριστώ, γιατρούλη μου».

Επιστροφή στην Κύπρο δια συμπληγάδων. Στο αεροπλάνο, κοιτάζω το μετάλλιο μου για πρώτη φορά.

«Αθλον Τω Καλλινίκω. Ο Αιώνιος Νικητής».

Το πάθος για τον άθλο. Η υπέρβαση των ορίων. Το πείσμα. Η άρνηση της εγκατάλειψης. Τα προσωπικά μας «γαμώτο». Το κυνήγι της ευφορίας που χαρακτηρίζει την αποπεράτωση ενός στόχου. Η ανάγκη να νιώθουμε ζωντανοί. Τα διδάγματα. Οι ιστορίες που έχουμε να λέμε. Ένα όνειρο που τελειώνει. Το επόμενο που ξεκινά.

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Χαμογελάω, έστω πονεμένα.

“᾿Ή τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς”.

Ήμουνα, σχεδόν, πάνω στην ασπίδα. Σχεδόν.

Βίντεο από τη στιγμή του τερματισμού του αγώνα

https://www.facebook.com/100000018915531/videos/pcb.7318867708123787/2191343874590714