Ψάχνουν για δικαιοσύνη σε τούτο τον τόπο…

Μετά την Τούρκικη εισβολή, η ψευδοπατριωτική επίφαση έγινε “Μακροχρόνιος αγώνας για την απελευθέρωση” . Σαράντα επτά χρόνια μετά, συνεχίζουν ακάθεκτοι τον μακροχρόνιο αγώνα της μάσας, χωρίς να μας εξηγούν πότε επιτέλους αυτός ο αγώνας θα πιάσει τόπο.

Του Κωνσταντίνου Οδυσσέως

Στα δύσκολα χρόνια, μετά την εθνική και οικονομική καταστροφή του 1974, μια αντιπροσωπεία εκτοπισμένων επισκέφθηκε τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ ́. Ήταν άνθρωποι που έχασαν τα πάντα, σπίτια, περιουσίες, κάποιοι έχασαν και δικούς τους ανθρώπους. Πίστευαν ότι η πολιτεία όφειλε να φροντίσει, μέχρι να βρεθεί λύση στο Κυπριακό, στο διάστημα τέλος πάντων του «μακροχρόνιου αγώνα για την απελευθέρωση», να γινόταν μια δίκαιη κατανομή των βαρών από τις φοβερές συνέπειες της καταστροφής.

Οι εκτοπισμένοι που έφυγαν, άλλοι κυνηγημένοι από τον τουρκικό στρατό και άλλοι με βάση την συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών. Από τη μια μέρα στην άλλη έγιναν πρόσφυγες σε άλλα μέρη. Φτωχοί και πλούσιοι, έπρεπε να ζήσουν κάτω από αντίξοες συνθήκες μέσα στα αντίσκηνα. Αντιμετωπίστηκαν με προκατάληψη και καχυποψία από τους ντόπιους, οι οποίοι ένιωσαν να αλλάζει κι αυτών η ζωή, με τη μαζική έλευση προσφύγων.

Τι ζητούσαν στην τελική αυτοί οι άνθρωποι; Το αυτονόητο. Προσφυγική πολιτική με λογική και κριτήρια και όχι τύπου «άρπα κόλλα». Ο Μακάριος τους έδωσε μια απάντηση, που εκφράζει απόλυτα την πολιτική κουλτούρα αυτής της χώρας: «Σε αυτή τη ζωή υπάρχουν τυχεροί και άτυχοι άνθρωποι. Κάποιοι από εσάς θα είναι τυχεροί και κάποιοι άτυχοι». Με αυτή την ατυχέστατη, για να μην πω ανόητη απάντηση, ο «μεγάλος ηγέτης» της Κύπρου ξεκίνησε μια τύπου «άρπα κόλλα» πολιτική αποκατάστασης των προσφύγων, από την οποία βεβαίως ευνοήθηκαν κυρίως οι ημέτεροι. Εντάξει, σε κάποιες περιπτώσεις «για χάρη του βασιλικού ποτίστηκε κι η γλάστρα», αλλά δεν έγινε ποτέ συνειδητή προσπάθεια για ορθολογική λύση του ζητήματος.

Από κάποια χρονική στιγμή και μετά, οι πολιτειακοί αξιωματούχοι (πρόεδροι, υπουργοί, βουλευτές κτλ) άρχισαν να παραδέχονται πως η προσφυγική πολιτική του κράτους υπήρξε ένα τεράστιο φιάσκο. Καθόλου παράξενο, για τούτη τη χώρα, τη λεηλατημένη από την πολιτική υστεροβουλία. Όπως δεν είναι παράξενο και το γεγονός ότι αυτός ο λαός αδυνατεί μέχρι στιγμής να αντιληφθεί τι του έχουν κάνει. Διότι αν είχε αντιληφθεί, θα είχε στοιχειωδώς αντιδράσει. Πιστεύει ακόμη πως για όλα φταίνε όλοι οι άλλοι, οι «Καλαμαράδες», οι Εγγλέζοι, οι Αμερικάνοι, οι Τούρτζοι και κατά καιρούς διάφοροι άλλοι. Εμείς δεν κάναμε λάθος.

Το έχω γράψει ωστόσο πολλές φορές. Στη διχοτόμηση μάς οδηγούν σκόπιμα και μπαμπέσικα δικοί μας. Μεγάλο μέρος του βολεμένου ελληνοκυπριακού πολιτικοοικονομικού κατεστημένου δε θέλει να χαλάσει το σύστημα που έχει στήσει για να τρώει ό,τι τρώγεται. Εκτός κι αν νομίζουμε ότι τα σκάνδαλα διαφθοράς που ξεπετάγονται κάθε τρεις και λίγο είναι τυχαία, μεμονωμένα, δεν είναι αυτό καθαυτό το σύστημα έτσι όπως λειτουργεί στην Κύπρο. Δε θέλουν να ξηλωθεί αυτό το σύστημα. Καλύτερα να πάμε σε διχοτόμηση παρά να ρισκάρουν τα κεκτημένα. Βεβαίως η διχοτόμηση είναι στρατηγικός στόχος της Τουρκίας, που ποτέ άλλωστε δεν απέκρυψε, αλλά εδώ και δεκαετίες, οι διχοτομικοί της δικής μας πλευράς ισχυρίζονται ότι η Τουρκία δε θέλει διχοτόμηση (άρα δεν είναι και τόσο κακή ιδέα η διχοτόμηση) αλλά προτιμά λύση του Κυπριακού που θα της επιτρέπει να ελέγχει ολόκληρη την Κύπρο (άρα δεν είναι και τόσο καλή ιδέα η λύση).

Καταλαβαίνετε όμως πως, προκειμένου να επιτευχθεί πρακτικά η «καθαρή λύση», έπρεπε αναγκαστικά να δοθεί στην Τουρκία ένα κομμάτι της Κύπρου, για να «μαντρώσει» εκεί μέσα τους Τουρκοκύπριους. Αναγκαστικά επίσης από εκείνο το κομμάτι έπρεπε να φύγουν οι Ελληνοκύπριοι. Αυτό όμως δεν τολμούσε ποτέ να το προφέρει κανένας δημόσια. Έπρεπε λοιπόν ό,τι ήταν να γίνει να γίνει τάχατες «παρά τη θέλησή μας», με άλλα λόγια έπρεπε να το κάνει η Τουρκία κι εμείς να κάνουμε πως αντιδρούμε.

Όπως είπε πριν από 300 χρόνια ο Άγγλος διανοητής Σάμιουελ Τζόνσον, «ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του απατεώνα». Οπότε οι θεωρητικοί της προδοτικής «καθαρής λύσης» της διχοτόμησης άρχισαν τις ψευδοπατριωτικές υποκρισίες, ξέροντας ότι το κόλπο πετυχαίνει. Στα χρόνια πριν από την εισβολή, μιλούσαν όλοι για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ενώ, στην καλύτερη περίπτωση, εννοούσαν διπλή ένωση, του ελληνοκυπριακού κομματιού με την Ελλάδα και του τουρκοκυπριακού με την Τουρκία. Όλα τα θλιβερά γεγονότα της δεκαετίας του 1960 ανάμεσα στις δύο κοινότητες και της αρχής της δεκαετίας του 1970 ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, έγιναν σκόπιμα για να εξυπηρετηθεί ο στόχος της «καθαρής λύσης». Ο κυνικός προδότης, ταξίαρχος Ιωαννίδης, όταν έκανε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, ήξερε ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή. Το ήξεραν όλοι. Το είπε κι ο Μακάριος στο διάγγελμά του, στις 15 Ιουλίου 1974, λίγο πριν τον φυγαδεύσουν οι Βρετανοί από την Κύπρο, ότι η χούντα αποφάσισε να διχοτομήσει την Κύπρο.

Το περίεργο με τον Μακάριο είναι ότι, στην ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ κατήγγειλε Ελλάδα για εισβολή στην Κύπρο, «από την οποία κινδυνεύουν και οι Τουρκοκύπριοι», δεν είπε λέξη για τα τουρκικά αποβατικά πλοία, που βρίσκονταν ήδη εκείνη τη στιγμή κοντά στην Κερύνεια. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο κι ενώ κοιτούσε μέσα στα μάτια των ανθρώπων την απόγνωση, ο Μακάριος έδωσε «κλάδον ελαίας» σε όσους πιθανόν να ευθύνονταν για την καταστροφή, οπότε δεν έγινε απολύτως τίποτε για να αναζητηθεί η αλήθεια κι οι ευθύνες. Παρομοίως και στην Ελλάδα, παρότι έγινε δίκη της χούντας για το πραξικόπημα στην Ελλάδα, για την «κυπριακή τραγωδία» δε ρωτήθηκε κανένας κι ο «φάκελος της Κύπρου» παρέμεινε ερμητικά κλειστός. Διότι προφανέστατα δεν ήταν μόνο η χούντα του Ιωαννίδη πίσω από την προδοσία. Ήταν και πολλοί άλλοι.

Άλλωστε η πορεία προς τη διχοτόμηση συνεχίστηκε. Μετά την τουρκική εισβολή, η ψευδοπατριωτική επίφαση έγινε «μακροχρόνιος αγώνας για την απελευθέρωση». Σαράντα επτά χρόνια μετά, συνεχίζουν ακάθεκτοι τον μακροχρόνιο αγώνα της μάσας, χωρίς να μας εξηγούν πότε επιτέλους αυτός ο αγώνας θα πιάσει τόπο, πότε θα φύγει έστω και ένας Τούρκος στρατιώτης, πότε θα πάει πίσω στο σπίτι του έστω και ένας εκτοπισμένος. Αντί εξηγήσεων, συνεχίζουν να πουλάνε αδιαλείπτως στους ιθαγενείς της νήσου φύκια για μεταξωτές κορδέλες και φορτώνουν όλη την ευθύνη για τη μη λύση στην τουρκική αδιαλλαξία. Μα η τουρκική αδιαλλαξία είναι δεδομένη. Οι δικοί μας τι έκαναν τόσα χρόνια για να ελευθερωθεί η πατρίδα μας;

Δεν ήθελαν λύση. Είναι τόσο απλό. Και να ήθελαν, το βαθύ κράτος του κατεστημένου δεν τους άφησε. Οι διχοτομικοί δεν μπόρεσαν ποτέ να αντιληφθούν τι σημαίνει να έχει η Τουρκία δικό της το 36% του εδάφους και μια συνοριακή γραμμή ανάμεσά μας, από τη Δερύνεια μέχρι τον Λιμνίτη. Δεν μπόρεσαν ποτέ να αντιληφθούν ότι η Τουρκία, με αυτή τη λύση, που πάντοτε επεδίωκε, θα καταφέρει να κάνει την Κύπρο τουρκικό νησί, φέρνοντας περισσότερους Τούρκους στην Κύπρο, από όσοι είμαστε όλοι μαζί οι Κύπριοι (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) και θα γίνουμε μειοψηφία. Ότι επίσης, με πλάτη την τεράστια τουρκική αγορά των 80 εκατομμυρίων κατοίκων, θα μας ανταγωνιστεί σε όλους τους τομείς της οικονομίας, όπως κάνει και τώρα το ψευδοκράτος, που είναι ακόμη μια παράνομη οντότητα.

Οδήγησαν την Κύπρο στη συμφορά και 160 χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τα πάντα. Σιγά μη σκέφτονταν, μετά που τους έκαναν πρόσφυγες, τη «δίκαιη κατανομή των βαρών». Βάλτε με το νου σας ότι ακόμη κι αυτή η παράνομη οντότητα, υπό τον Ραούφ Ντενκτάς, τότε, μετά την εισβολή, έκανε μια πολύ καλύτερη (για τους Τουρκοκύπριους) διαχείριση του ζητήματος εκείνων που έχασαν τις περιουσίες τους. Τους έδωσε ελληνοκυπριακές περιουσίες ανάλογες εκείνων που έχασαν στον νότο. Βεβαίως κανόνισε κι εκείνος καλύτερα τους δικούς του, αλλά έδειξε σίγουρα παραπάνω έγνοια για τον ανθρώπινο πόνο, από ό,τι έδειξαν οι δικοί μας εδώ, που μας πήραν χαμπάρι, ότι δεν αντιδρούμε σε τίποτα και μας τα έκαναν όλα.

Είναι πολύ θλιβερή η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Είναι μια ιστορία προδοσίας. Πολύ λίγοι λαοί σε τούτο τον πλανήτη θυματοποιήθηκαν τόσο πολύ από τους ηγέτες τους όσο οι Κύπριοι. Στην τελική όμως ό,τι μας κάνουν είναι αυτό που μας αξίζει και πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν να μας είχαν κάνει και χειρότερα, αφού δεν αντιδρούμε ποτέ. Όσο για τους πρόσφυγες, που ζητούν ακόμη, μισό αιώνα μετά, δίκαιη κατανομή των βαρών, δεν πρόκειται οι άνθρωποι να δικαιωθούν ποτέ σε τούτο τον τόπο. Διότι πολύ απλά, όπως είπε κι ο Μακάριος, άλλοι είναι τυχεροί και άλλοι άτυχοι. Κι γενικά, ως Κύπριοι, ενώ είμαστε τυχεροί γιατί ζούμε σε μια όμορφη χώρα, είμαστε δυστυχώς άτυχοι που είχαμε την ηγεσία που είχαμε.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news