Φθινοπωρινές ανησυχίες

Μετά τον covid, ο οποίος δεν λέει να ξεκουµπιστεί, µια νέα, δεύτερη πληγή, πυορροούσα και πιθηκοειδής µας στοιχειώνει, καθώς ο Σεπτέµβριος µπήκε και πάλι, ακάλεστος, στο ηµερολόγιο και το µυαλό µας. 

Του Παντελή Θεοδοσίου

Στην πλειονότητά του, το πλήθος δηλώνει σοκαρισµένο, σαν µωρή παρθένα, για το πότε πέρασε ο καιρός. Έπειτα ξορκίζει το κακό µε κραυγές απόγνωσης και στο τέλος όλοι τρέχουν πανικόβλητοι για να ετοιµάσουν τα παιδιά τους για το σχολείο. Για τους υπόλοιπους (single ή µη επίσηµα δεσµευµένους) ιδέα δεν έχω, µιας και ανήκω στη ∆ηµοκρατία των παντρεµένων εδώ και εφτά-µιση χρόνια. 

Φθινόπωρο, και το εντοµοκτόνο αποτελεί πλέον προέκταση του χεριού µου, καθώς παλεύω µε τα µυρµήγκια εδώ και µήνες. Ρηµαδιό µας έκαναν την τροφοαποθήκη, και έτσι τα πάντα κατέληξαν στο ψυγείο. Μόνο εγώ λείπω από εκεί µέσα. Ρετάλια τα νεύρα κάθε φορά που πρέπει να πάρω κάτι από το ψυγείο, παίζω Jenga για δέκα λεπτά. Σεπτέµβριος, και ακόµα αφαιρώ ζωές, διαταράσσοντας την απαρασάλευτη αρµονία της φύσης. Τι ψυχή έχουν στην τελική, χίλια µυργηγκάκια; Αν ο Πλάτωνας έχει δίκιο κι αν η αξία ενός πλάσµατος έχει σχέση µε τον χώρο που καταλαµβάνει το σώµα του στον τρισδιάστατο κόσµο µας, δεν µε λες αβίαστα και δολοφόνο. Σωστά; Σεπτέµβριος, και µε το ζόρι πρέπει να σηµατοδοτηθεί µια νέα εποχή. Το ότι πρέπει να τεθούν νέοι στόχοι, µεσούσης της χρονιάς, πλέον µου σπάει τα νεύρα. Αυτή η καραµέλα της «νέας αρχής» και το υπεραπλουστευτικό σλόγκαν «θέσε νέους στόχους» µε το έτσι θέλω, δεν έπαψε να µε στοιχειώνει από πέρσι. Μάλλον πρέπει να υποφέρω κι εγώ από καµιά αµερικάνικη κατάθλιψη του τύπου «Septemberblues» και δεν το πήρα χαµπάρι ο άνθρωπος. Βάζω σηµείωση να θυµηθώ να ρωτήσω έναν ψυχολόγο καλού κακού.

Σεπτέµβριος, και δεν έχω κάτι «καινούργιο» να περιµένω, καλή ώρα σαν τους µαθητές, το πρώτο κουδούνι της σχολικής σεζόν.

Σεπτέµβριος, και σε καµία περίπτωση δεν µπορώ να βιώσω την αγωνία του κυριούλη που ανυποµονεί πότε θα αρχίσουν τα επιµορφωτικά προγράµµατα «Γευσιγνωσία και οίνος». Σεπτέµβιος, και το πάθος της κυριούλας να µάθει να φτιάχνει τρισδιάστατες τούρτες ζαχαρόπαστας ή τσάντες από σµιλί µε αφήνει παγερά αδιάφορο. 

Σεπτέµβριος, και µε το ζόρι αναζητώ -στην προσπάθειά µου να σπάσω τη ρουτίνα-κάτι που τελειώνει και κάτι που αρχίζει σχεδόν ταυτόχρονα µε την περιρρέουσα διάθεση επαναπροσδιορισµού να µου πέφτει ολίγον τι βαριά. Όσο να’ ναι, οκτώ µήνες καθηµερινής προσγείωσης µε τα µούτρα στην πραγµατικότητα, µια µελαγχολία την απέκτησα. Το µυρίζω το καµένο, το εντοπίζω στο µάτι µου που γυαλίζει και, ώρες-ώρες, πάει και λίγο όρτσα µην σου πω. 

Σεπτέµβριος ξανά, και πολύ µε ενοχλεί που δεν έχω κάποιο κουδούνι να περιµένω. Που δεν έχω την ευκαιρία να µάθω νέα πράγµατα και να ενθουσιαστώ, γνωρίζοντας τον κόσµο ξανά απ’ την αρχή. 

Σεπτέµβριος, και θα ήθελα, αν µπορούσα, να πετάξω από πάνω µου και από µέσα µου όλη την έτοιµη γνώση που υποχρεώθηκα να αποκτήσω µε το πέρασµα του χρόνου και να ξαναγίνω παιδί, µε παιδικές απορίες για τον κόσµο, για τους ανθρώπους, για τη φύση και για τον Θεό. 

Σεπτέµβριος, κι εγώ ζηλεύω καθηµερινά την κόρη µου, για την οποία ο κόσµος δεν είναι δεδοµένος. Τεράστιο το βάρος της ευθύνης σε κάθε απάντηση που δίνω, αλλά ανεκτίµητη η αξία της κάθε απάντησης. Σπουδαίο το συναίσθηµα να προσπαθείς να σµιλέψεις µια ψυχή µε το τι είναι το σωστό ή το λάθος, το φυσιολογικό ή το ανώµαλο, το ηθικό ή το ανήθικο. 

Όλα τα λεφτά της γης το βλέµµα της, κάθε φορά που αποκτά µια νέα πληροφορία και όλο το χρυσάφι της γης το δικό µου βλέµµα, κάθε φορά που µου πετάει κατακέφαλα απορίες του τύπου: « Ο Θεός έκανε λάθος ή όντως ήθελε η καµηλοπάρδαλη να έχει τόσο µακρύ λαιµό»;

Σεπτέµβριος, και η Ευαγγελία διερωτάται πότε θα φτιάξει νέα ζώα ο Θεός, γιατί αυτά που υπάρχουν στον πλανήτη τα έχει βαρεθεί πλέον και της προκαλούν ανία. Φθινοπωριάτικα, και µε τη ζέστη ακόµα να µε ταλαιπωρεί, πρέπει να έχω απάντηση στην ερώτηση «τα φίδια είχαν πόδια και τα έχασαν, όπως χάνω και εγώ τα παιχνίδια µου, ή τους αρέσει να σέρνονται;»  

Σεπτέµβριος, και αισθάνοµαι µια ανοµολόγητη, διεστραµµένη σχεδόν, ανακούφιση κάθε φορά που η Ευαγγελία απευθείνει τις απορίες της στη σύζυγό µου, σε παππούδες, γιαγιάδες και θείες. Γλυκιά η αίσθηση του κεραυνού που πέφτει αλλού και καίει άλλους!

Σεπτέµβριος, και ακόµα δεν έχω αποφασίσει µε ποιο τρόπο πρέπει τελικά να απαντάµε σε τόσο σοβαρές και ενήλικες παιδικές απορίες. ∆εν ξέρω αν ίσως θα ήταν καλύτερο να τις αφήναµε αναπάντητες ή ακόµα καλύτερα να τις πολλαπλασιάζαµε, βάζοντάς τα να σκεφτούν από µόνα τους, δηµιουργώντας έτσι το δικό τους µοντέλο κόσµου.

Σεπτέµβριος, και τελικά αποφάσισα ότι σαν άλλος σύγχρονος φιλόσοφος κάθε φορά που µε ρωτάει κάτι καινούργιο η Ευαγγελία, θα ψάχνοµαι. Θα µπορούσα να της δώσω µία έτοιµη στερεότυπη και δοκιµασµένη εκδοχή της ζωής σαν απάντηση, αλλά δεν το θέλω. Το έτοιµο πλέον δεν µε ικανοποιεί. Ένα σκουλίκι µέσα µου συνεχώς σκαλίζει τα πάντα και αναθεωρεί. ∆εν θέλω να κάνω το σύνηθες λάθος και να προσκολληθώ φανατικά σε αυθεντίες. Ότι κι αν έχει πει ο Μαρξ, ο Μπουκόφσκι, ο Ντεσεβινιέ, ο Ηράκλητος, ο Πλάτωνας και γενικά όλες οι αποδεκτές «φιλοσοφίες», δεν µου είναι αρκετές.

« Ζωή περιορισµένη, τακτοποιηµένη και πεζή, τέτοια θεαµατικά και φοβερά δεν έχει».

Σεπτέµβριος, και προσπαθώ να διαψεύσω τον Καβάφη, µε Πλάτωνα και Αριστοτέλη…