Το νούφαρο της Σρι Λάνκα

Στις 29 του Δεκέμβρη 1971, μέσα στο κρύο του χειμώνα, σε ένα φτωχικό σπιτάκι στην πόλη Kochchikade της Κεϋλάνης, γεννήθηκε το πρώτο παιδί της οικογένειας του P.M. Sebastian και της Teresha. Συνεχώς έβρεχε για μέρες. Με το πρώτο κλάμα του παιδιού, που ήταν κορίτσι, οι βροχές σταμάτησαν. Σε λίγο βγήκε ο ήλιος.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Oι γειτόνισσες ήρθαν και ευχηθήκαν «καλότυχη και καλόκαρδη». Της έφεραν πολύ όμορφα λουλούδια, που κοσμούσαν τις λίμνες και τους κήπους της περιοχής. Ονομάζονταν μανέλ – κρίνα του νερού (νούφαρα).Γέμισαν το φτωχικό τους δωμάτιο. Όταν τα είδε ο πατέρας, του άρεσαν πάρα πολύ και αποφάσισαν να την ονομάσουν Μανέλ (Νούφαρο).

Σύντομα η οικογένεια μεγάλωσε. Τα παιδιά γίνονται έξι. Τρείς κόρες και τρεις γιοι. Η Μανέλ, σαν μεγαλύτερη, έπρεπε να βοηθά τη μητέρα της σε όλες τις δουλειές του σπιτιού και στην ανατροφή των αδελφών της. Καθάριζε, ξεσκόνιζε, μαγείρευε, ντάντευε τα μικρά. Η μάνα της την αγαπούσε πολύ. Της δίδαξε πώς να είναι καλή νοικοκυρά, να έχει υπομονή, να σέβεται τους άλλους και να αντιμετωπίζει τη ζωή με χαμόγελο.

Στα έξι της πήγε σχολείο. Ήταν καλή μαθήτρια. Όμως, μόλις γύριζε στο σπίτι έπρεπε να στρωθεί στη δουλειά. Δεν είχε χρόνο για πολλά γράμματα. Ούτε και διάθεση. Της άρεσαν περισσότερο οι δουλειές του σπιτιού. Έμαθε να ράβει και να διορθώνει τα ρούχα τους. Μετά το σχολείο, δούλεψε στις φυτείες τσαγιού και όπου έβρισκε.

Στα 27 της χρόνια παντρεύτηκε το Fransis Silwa Pulle και πήγε να ζήσει μαζί του. Ο άντρας της ήταν πολύ καλός. Δούλευε οδηγός φορτηγού. Εξοικονόμησαν λίγα λεφτά. Πήραν δάνειο από την τράπεζα και αγόρασαν ένα μικρό σπιτάκι. Την ευτυχία τους ήλθε να συμπληρώσει ο G.D. Silwa Pulle, που γεννήθηκε στις 19 του Ιούλη 2000. Πέντε χρόνια αργότερα, στις 11 του Μάη 2005, γεννήθηκε και ο A.G. Silwa Pulle. Ήταν ευτυχισμένοι.
Οι γονείς λάτρευαν τα παιδιά τους και προσπαθούσαν να καλύψουν όλες τις ανάγκες τους. Δυστυχώς, μόνο ο μισθός του συζύγου δεν αρκούσε. Το χρέος αυξανότανε. Η τράπεζα τους πίεζε συνεχώς. Τότε, η Μανέλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Να βρει δουλειά στο εξωτερικό. Όπως πολλές άλλες κοπέλες της Σρι Λάνκα. Ο άντρας της υποχρεωτικά συμφώνησε. Άλλωστε δεν υπήρχε άλλη λύση. Θα έχαναν το σπιτάκι τους.

Πήγε σε κάποιο πρακτορείο εύρεσης εργασίας. Της πρότειναν την Κύπρο. Της έδωσαν διάφορα ονόματα και διευθύνσεις, να αποφασίσει η ίδια. Μόλις είδε την τρίτη διεύθυνση, της άρεσε το επίθετο, που είχε τα ίδια αρχικά με την πόλη τους. Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος, που ζητούσε φροντίστρια. Έχασε πρόσφατα τη γυναίκα του και τα παιδιά του είχαν τις δικές τους δουλειές και οικογένειες. Σταμάτησε σε αυτή την αίτηση. Κάτι μέσα της έλεγε πως είναι η πιο σωστή απόφαση. Θα πήγαινε στην Κύπρο, στον παππού, που χρειαζόταν βοήθεια.

Σε λίγες μέρες ήταν έτοιμα όλα τα χαρτιά της. Έπρεπε να κανονίσει τα παιδιά της. Τα πήγε στη μάνα της, που τα δέχτηκε με χαρά. Κουβάλησαν
τα λιγοστά πράματά τους στη γιαγιά. Το πρόβλημα ήταν με τον μικρό. Πριν κλείσει τα δύο του χρόνια θα έχανε τη μητρική αγκαλιά. Ο μεγάλος πήγαινε ήδη σχολείο και είχε τους φίλους του. Την τελευταία νύχτα μαζεύτηκε όλη η οικογένεια. Αδελφές, αδέλφια, συγγενείς, γείτονες. Ήλθαν να την αποχαιρετήσουν. Η νύχτα πέρασε πολύ αργά. Δεν κοιμήθηκε. Σκεφτόταν τα παιδιά της. Το πρωί, έσφιξε για τελευταία φορά στην αγκαλιά της τα δυο παιδιά της. Τα κράτησε για λίγο. Τα φίλησε πολλές φορές και, μαζί με τον άντρα της, κάθισαν στο ταξί για τον σταθμό του τρένου. Τα γειτονόπουλα έτρεχαν πίσω από το ταξί και της φώναζαν «Καλό ταξίδι». Με το τρένο πήγαν στο Κολόμπο, στο αεροδρόμιο. Αγκάλιασε τον σύζυγό της και, με δάκρυα στα μάτια, του λέει:
– Φράνσις, σε αγαπώ. Μην το ξεχνάς. Θα κάνουμε υπομονή μέχρι να γυρίσω. Να προσέχεις τον εαυτό σου και τα παιδιά μας.

Ο Φράνσις την κοιτούσε αμίλητος. Την αγαπούσε. Ήταν πολύ γλυκιά σύζυγος και μητέρα. Ήταν τυχερός που την παντρεύτηκε. Τώρα τη χάνει και δεν ξέρει πώς θα είναι η ζωή στα ξένα. Πήρε ο καθένας τον δρόμο του, σκουπίζοντας τα δάκρυά τους. Δεν ήξεραν πότε θα ξαναβρεθούν. Και η Μανέλ δεν ήξερε τι την περιμένει σε μια μακρινή ξένη χώρα. Πρώτη φορά στη ζωή της φεύγει από τη χώρα της, τη Σρι Λάνκα.

Έφτασε στον προορισμό της. Πήγε στο σπίτι όπου θα ζούσε και γνώρισε τον παππού, τα παιδιά του και την οικογένεια τους. Της φάνηκαν καλοί άνθρωποι. Είχε το δικό της ξεχωριστό δωμάτιο με μπάνιο, αποχωρητήριο, κουζίνα και όλα τα χρειώδη. Είχε το ωράριό της και την κυριακάτικη αργία της. Ο παππούς ζούσε μόνος στο δικό του σπίτι εκεί κοντά. Ήταν καλά στην υγεία του. Κυκλοφορούσε σχετικά άνετα. Τον έβλεπε σαν τον δικό της πατέρα. Της άρεσε η δουλειά της και προσπαθούσε να την κάνει όσο το δυνατόν καλύτερα. Άλλωστε, στη πατρίδα της δούλευε πολύ πιο σκληρά, με πολύ πιο λίγα λεφτά. Εδώ βρήκε στέγη, φαγητό και μισθό. Τις Κυριακές, πήγαινε στην εκκλησία, παρέα με την κόρη του παππού. Βρήκε και συμπατριώτισσες της. Κάποιες από τη περιοχή της και κάθε Κυριακή μαζεύονταν όλες μαζί. Μαγείρευαν, έτρωγαν μιλούσαν και περνούσαν τη μέρα τους ευχάριστα. Τηλεφωνούσε συχνά στο σπίτι και μιλούσε με τα παιδιά και τους γονείς της. Ο παππούς της επέτρεπε να χρησιμοποιεί
το τηλέφωνό του. Είχε και δικό της κινητό. Συχνά της αγόραζαν κάρτα τηλεφώνου. Ήταν ευχαριστημένη, υπάκουη. Την αγαπούσαν όλοι. Και τους αγαπούσε και αυτή. Όσα λεφτά έβγαζε, τα έστελνε στον άντρα της για να πληρώνει τα χρέη τους και να ζουν καλά τα παιδιά της. Τα πεθυμούσε πολύ. Της έλειπαν. Τα έβλεπε στα όνειρα της. Συνέχισε τη δουλειά της με μεράκι και σεβασμό. Άρχισε να καταλαβαίνει κυπριακά. Περί το τέλος του 2011, ο παππούς αρρώστησε. Είχε πρόβλημα με τους πνεύμονές του. Τον φρόντιζε όσο μπορούσε. Ήταν στο προσκεφάλι του συνεχώς. Πριν τα Χριστούγεννα, ο παππούς μπήκε στο νοσοκομείο. Στις 26 του μήνα, τον πήραν στο σπίτι του. Η Μανέλ ήταν συνεχώς μαζί του. Κατά το μεσημέρι, σαν καθόταν στην τηλεόραση, της ζήτησε να τον βοηθήσει να πάει στο κρεβάτι του. Ήλθε η κόρη του και ο γαμπρός του. Μαζί με τη Μανέλ τον σήκωσαν. Έκανε δύο βήματα και ξεψύχησε στα χέρια τους. Ήταν γραφτό του να φύγει την ημέρα που η Μανέλ είχε τα γενέθλιά της. Ήρθε από χιλιάδες μίλια μακριά, για να γύρει πάνω της ο παππούς να αναπαυθεί για πάντα. Στην κηδεία έκλαψε πολύ. Τον αγαπούσε σαν δικό της πατέρα.

Πήγαινε στο κοιμητήριο να ανάψει το καντήλι του, να περιποιηθεί τον τάφο του. Η άδεια παραμονής της έληξε. Έτσι, η καλόκαρδη Μανέλ, με το γλυκό χαμόγελο και με δάκρυα στα μάτια, αποχαιρετίστηκε με όλη την οικογένεια και γύρισε στην πατρίδα της. Με τους μισθούς της κατάφεραν να πληρώσουν μεγάλο μέρος του χρέους.

Σύντομα, άρχισε να πεθυμά τις μέρες στην Κύπρο. Τη μαντάμ, τα παιδιά τους. Ευτυχώς, είχε το τηλέφωνό τους. Τους τηλεφωνούσε όσο συχνά μπορούσε. Μιλούσε με τη μαντάμ. Της έλεγε πως είχαν οικονομικές δυσκολίες, λόγω του χρέους και άλλων εξόδων. Αργότερα ο άντρας της έχασε τη δουλειά του. Τελικά το 2016, άλλαξαν οι κανονισμοί με τη βίζα. Μπορούσε να επιστρέψει. Η εγγονή του παππού χρειαζόταν οικιακή βοηθό. Επειδή την αγαπούσαν και ήταν ευχαριστημένοι από τη δουλειά και τη συμπεριφορά της, τα κανόνισαν να ‘ρθει στην Κύπρο.

Έτσι στις αρχές του Ιούνη 2016, φτάνει στην Κύπρο για δεύτερη φορά. Έμενε στο ίδιο σπιτάκι και πήγαινε στο σπίτι της νέας κυράς της, που τη φώναζε με το μικρό της όνομα, γιατί έτσι την ήξερε από πριν. Τώρα οι καταστάσεις ήταν κάπως διαφορετικές. Μπορούσε να μιλά απευθείας με την οικογένειά της. Έβλεπε τα παιδιά της όποτε ήθελε. Τώρα τους έστελνε πακέτα με τρόφιμα, μακαρόνια, σοκολάτες, ρούχα, παπούτσια. Τα παιδιά της μεγάλωσαν. Δεν ανησυχούσε τόσο, όπως πρώτα. Στον ελεύθερο χρόνο της, ασχολείτο με τον μικρό κήπο, στη αυλή της μαντάμ. Πότιζε τα λουλούδια και τα δέντρα. Μάζευε τα τριαντάφυλλα και τα στόλιζε στα βάζα για να είναι όμορφο το σπίτι. Φύτευε κολοκυθάκια, από σπόρους που έφερε από την πατρίδα της, πιπεριές. Όταν μαγείρευε, μύριζε η αυλή από τα μπαχαρικά της. Έκανε ότι της έλεγαν. Πάντα χαμογελαστή, καλόκαρδη. Έδειχνε την αγάπη της στα παιδιά και το σεβασμό της στους μεγάλους. Όταν κάποιος της έδινε λεφτά, πάντοτε τα έπαιρνε, βάζοντας
και τις δύο παλάμες της πάνω στο χέρι που της τα πρόσφερε. Και χαρίζοντας ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης. Ποτέ δεν θύμωσε. Ποτέ δεν αρνήθηκε να κάνει κάτι. Τους χαιρετούσε όλους χαμογελαστή. Κάθε χρόνο γιορτάζουν τα γενέθλιά της με τούρτα, ευχές και δώρα. Στις γιορτές πάντα τρώει μαζί τους. Είναι σαν μέλος της οικογένειας. Μια αξιολάτρευτη κοπέλα, με χρυσή καρδιά και λαμπερό χαμόγελο. Με πρόσωπο που λάμπει από καλοσύνη. Μένει ακόμη στην Κύπρο.

Αυτή είναι η σύντομη ιστορία της Μανέλ, με το γλυκό χαμόγελο. Του «Νούφαρου», με την ομορφιά της ψυχής.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news