Το νερό του… Θεού!

Τον Σεπτέμβριο του 1919 ο κύριος Θεράπων, ο Κυριάκος και ο Γιαννής επιβιβάζονται στο τρένο της γραμμής Λευκωσία – Αμμόχωστος. Έφτασαν στο λιμάνι και ο Γιαννής για πρώτη φορά στη ζωή του είδε θάλασσα. Στη διαδρομή συνάντησαν 2 – 3 ανεμόμυλους μέσα στις εύφορες πεδιάδες της Μεσαρκάς. «Νερό! Θέλουμε νερό. Μόνο έτσι θα δούμε άσπρη μέρα», σκεφτόταν σε όλη τη διαδρομή o κύριος Θεράπων.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Στο λιμάνι ανέβηκαν στο πλοίο ΣΑΜΟΣ για Πειραιά. Από εκεί θα άλλαζαν πλοίο και θα πήγαιναν στην Αγγλία. Ο κύριος Θεράπων, σαν κυβερνητικό στέλεχος, τούς είχε κανονίσει όλα τα εισιτήρια και τους τα έδωσε στο χέρι. Τους συνόδεψε μέχρι πάνω στο πλοίο. Τους κανόνισε σε καλή καμπίνα. Τους αγκάλιασε. Τους έσφιξε το χέρι και τους ευχήθηκε καλή τύχη. Έφυγε για να προλάβει το τρένο του γυρισμού. Δεν ήθελε να δουν τη συγκίνηση του.

Σε λίγο οι δυο φίλοι βρέθηκαν μεσοπέλαγα, αφού πρώτα θαύμασαν τις ατέλειωτες παρθένες αμμουδερές παραλίες της Αμμοχώστου. Χάρηκαν που η μοίρα τους τούς έφερε μαζί και τώρα θα δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε ξένη χώρα. Ξέρουν να μελετούν. Ξέρουν να ξεπερνούν τις δυσκολίες.
Θα προσπαθήσουν να τα καταφέρουν. Το ταξίδι ήταν δύσκολο. Με τα τραντάγματα του πλοίου δεν μπόρεσαν να φάνε. Έκαναν εμετούς. Ευτυχώς που είχαν λίγα παξιμάδια. Στον Πειραιά ξεκουράστηκαν λίγο. Έφαγαν λίγη σούπα, ήπιαν τσάι και τράβηξαν για την Ακρόπολη. Θαύμασαν τον Παρθενώνα. Περιπλανήθηκαν για λίγο και γύρισαν στο λιμάνι. Εκεί ανέβηκαν στο πλοίο «QUEENANNA», που θα τους έπαιρνε στο Λονδίνο. Ήταν πολύ μεγαλύτερο από το προηγούμενο και μάλλον δεν θα είχαν τα ίδια προβλήματα.

Το βράδυ το πλοίο σφύριξε τρείς φορές, μάζεψαν τις άγκυρες και πήρε τον δρόμο για την Αγγλία. Η τελευταία διαδρομή προς την ανώτερη μόρφωση. Ο Κυριακός ήταν από καιρό μυημένος. Τού το έλεγε ο πατέρας του. Τον προετοίμαζε. Ο Γιαννής όμως ποτέ δεν έβαλε στο μυαλό του, ότι κάποια μέρα θα έφευγε από τον τόπο του για σπουδές.Έστω και αν ενδόμυχα ήθελε να σπουδάσει περβολάρης.

Δίχως πολλές δυσκολίες έφθασαν στο Λονδίνο. Τους υποδέχτηκε υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας. Τους πήρε στο οικοτροφείο, όπου θα έμεναν. Τους εξήγησε τα σχετικά με τις σπουδές τους και τούς έδωσε κάποια κουπόνια για το εστιατόριο του Πανεπιστημίου. Την επομένη το πρωί τους πήρε να γνωρίσουν τη Σχολή. Έκαναν την εγγραφή τους και πήραν το πρόγραμμα μαθημάτων τους. Ο Γιαννής ήταν στο τμήμα Γεωπονικής και Αγροτικής Οικονομίας.Ο Κυριάκος θα ακολουθούσε νομικά. Πήραν κάποια βιβλία από τη βιβλιοθήκη και γύρισαν στο οικοτροφείο. Σε λίγες μέρες θα άρχιζαν τα μαθήματα. Οι δύο φίλοι στρώθηκαν στο διάβασμα.

Την πρώτη του Οκτώβρη 1919 άρχισαν τα μαθήματα. Διαλέξεις.

Θεωρητική και πρακτική εξάσκηση. Εξετάσεις δύσκολες και εύκολες, τις οποίες περνούσαν. Στις διακοπές τους έμεναν στην Αγγλία. Ο Κυριάκος παρακολουθούσε διάφορες δίκες στο δικαστήριο. Μετά το πρώτο έτος σπουδών βρήκε δουλειά γραφέα σε γνωστό δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου. Του άρεσε και δούλευε με πολύ ζήλο και ενδιαφέρον. Κάτι που πρόσεξαν οι ιδιοκτήτες και του πρότειναν να δουλεύει εκεί στις διακοπές και όποτε ήθελε. Με αυτό τον τρόπο περνούσε τον καιρό του ανάμεσα στους νομικούς κύκλους. Έμαθε πάρα πολλά πράματα, που ούτε στα βιβλία δεν έβρισκε.

Ο Γιαννής ενθουσιάστηκε με τις διαλέξεις και τα μαθήματα που παρακολουθούσε. Κάθε μέρα μάθαινε νέα πράματα, που ούτε καν μπορούσε να φανταστεί. Στα εργαστήρια της Σχολής, μέσα σε τέσσερις τοίχους ή σε θερμοκήπια έβλεπε να φυτρώνουν και να μεγαλώνουν ένα σωρό φυτά, δενδρύλλια και σε λίγο να δίνουν καρπούς. Πρόσεξε όμως, πως υπήρχε άφθονο νερό για πότισμα. Nερό! Ιδού η λύση. Στις διακοπές του προτιμούσε να επισκέπτεται διάφορες αγροτικές περιοχές έξω από το Λονδίνο. Έμενε εκεί και παρακολουθούσε πως εργάζονται οι αγρότες. Ρωτούσε για τα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν στην παραγωγή. Ήθελε να μάθει τα πάντα. Να τα ζήσει από κοντά και να γνωρίσει όλες τις πιθανές λύσεις.

Το ανήσυχο πνεύμα του και η λαχτάρα της μάθησης δεν τον άφηναν να ηρεμήσει. Ρωτούσε, εξερευνούσε, διάβαζε, σημείωνε και συζητούσε συνέχεια με τους καθηγητές του. Και όχι μόνο με αυτούς. Ρωτούσε και τον απλό χωριάτη, που συναντούσε να δουλεύει τη γη του. Στο δεύτερο έτος κάποιος καθηγητής του, που γνώριζε ότι κατάγεται από ορεινή περιοχή της Κύπρου, του πρότεινε να πάει σε μια περιοχή έξω από το Λονδίνο, όπου υπήρχαν αμπελώνες. Άλλο που δεν ήθελε. Πήρε το τρένο και σε λίγες ώρες έφτασε εκεί. Κανονίστηκε σε ένα μικρό ξενοδοχείο και βγήκε να γνωρίσει την περιοχή. Σε μερικά λεπτά έφτασε σε ένα απέραντο αμπελώνα. Του θύμισε το σπίτι του στο χωριό. Από τις 3 πλευρές υψώματα και στην άλλη ίσιωμα. Εδώ όμως ήταν χτισμένο ένα πολύ μεγάλο σπίτι με αυλή και κήπους. Ο ιδιοκτήτης τον υποδέχτηκε με ευγένεια. Ήταν φίλος του καθηγητή του. Έμεινε κοντά τους ολόκληρο μήνα.Κάθε μέρα παρακολουθούσε τις εργασίες και κρατούσε σημειώσεις. Έφυγε κατενθουσιασμένος. Διδάχτηκε πολλά επιτόπου.

Κάποτε ένας καθηγητής τού έδειξε πως ήδη κυκλοφορούν στην αγορά διατρητικές μηχανές. Μπορούν να ανοίξουν τρύπες σε οποιοδήποτε έδαφος. Ακόμη και στα βουνά. Ο Γιαννής πήρε τη διεύθυνση του εργοστασίου και τους επισκέφθηκε. Μίλησε με τον ιδιοκτήτη και κανόνισαν μια ειδική τιμή. Του ανάφερε, ότι είναι έτοιμος να αναλάβει την αντιπροσωπεία τους στην Κύπρο και τις γύρω χώρες. Στην παρουσία του Κυριάκου υπέγραψαν το συμβόλαιο. Αυτή ήταν η πρώτη νομική πράξη του Κυριάκου. Δωρεάν για τον Γιαννή, μα στην εταιρεία κόστισε 75 λίρες.

Τα χρόνια των σπουδών τελείωσαν. Οι δύο αχώριστοι φίλοι πήραν το πτυχίο τους με άριστα. Πήραν το πλοίο και γύρισαν στην Κύπρο. Πήγαν στη Λευκωσία. Αγκαλιές, φιλιά, κλάματα χαράς. Ο Γιαννής από την πρώτη μέρα, με τη συμπαράσταση του νομικού του συμβούλου Κυριάκου έπεισαν τον Χατζημανώλη να αναλάβει την αντιπροσωπεία των διατρητικών μηχανών. Ο Γιαννής θα αναλάμβανε τη θέση του Διευθυντή στη νέα εταιρεία, που δημιουργήθηκε. «Εισαγωγαί – Εξαγωγαί, Χατζημανώλης και Χατζηπαντελής». Αμέσως έκαναν την πρώτη παραγγελία. Ο Χατζημανώλης πλήρωσε την προκαταβολή. Εκτιμούσε και αγαπούσε πολύ τον Γιαννή. Όταν τελείωσε τις δουλειές του στην Χώρα, ο Γιαννής γύρισε στο χωριό. Μόλις το έμαθε ο Κωσταντής πέρασε από την εκκλησία και άρχισε να χτυπά την καμπάνα. Ήθελε να μάθουν όλοι ότι γύρισε ο γιος του, ο επιστήμονας! Στης Βασιλούς μαζεύτηκε κόσμος. Όλοι ήθελαν να δουν τον επιστήμονα που την Αγγλία. Έρχεται ο Κωσταντής. Μόλις τον είδε ο Γιαννής βγήκε τρέχοντας στο δρόμο. Και κάπου εκεί μεσόστρατα, μακριά από άλλους, αγκαλιάζονται και κλαίνε πατέρας και γιος.

Την Κυριακή ο Κωσταντής κάλεσε στο σπίτι του τους γαμπρούς του και τον άντρα της Ανθούσας. Η Αντωνού για πρώτη φορά αγκάλιασε και φίλησε το νόθο γιο του άντρα της. Το ίδιο και όλη η οικογένεια. Αφού έφαγαν και ήπιαν, πήρε τον λόγο ο Γιαννής.

– Τώρα που είμαστε όλη η οικογένεια μαζί, θέλω να ξέρετε,ότι τόσα χρόνια έμαθα πέντε πράματα στην Αγγλία. Για να ξεκινήσουμε χρειαζόμαστε νερό. Αρκετό νερό. Ο θείος μας ο Χατζημανώλης παράγγειλε μηχανές, που τρυπούν τη πέτρα του βουνού και βρίσκουν νερό. Εν να τη φέρουμε. Να βάλουμε κάτω τα χωράφκια μας και αν τα καταφέρουμε θα φυτέψουμε κάμποσα αμπέλια. Γύρου – γύρου να βάλουμε ελιές, τερατσιές και άλλα δέντρα. Να συνεταιρέψουμε μεταξύ μας. Και αν κάποιοι χωριανοί μας θέλουν να έρθουν, ας κοπιάσουν. Όσοι παραπάνω είμαστε,τόσο το καλύτερο. Μόλις τέλειωσε σηκώθηκε ο Κωσταντής πάνω τζαι λαλεί τους.

– Επειδή ακόμα όλη η γη εν δική μου, συμφωνώ με τον Γιαννή. Μόνο έτσι θα κάμουμε χαΐρι και να δούμε άσπρη μέρα. Να βάλετε όλοι σας ράχη για να πάμε μπροστά. Συμφωνήσαν όλοι τους.

Ο Γιαννής από την ίδια μέρα ξεκίνησε να μελετά το έδαφος. Μετρούσε και ξανά μετρούσε. Έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε. Έκανε ένα μεγάλο κύκλο με ασβέστη μες στην αυλή της Βασιλούς. Σε κανένα μήνα έφτασε και η μηχανή. Ο Γιαννής με τη βοήθεια του άντρα της Ανθούσας την έστησε. Ο Κωσταντής κατάφερε και έφερε ρεύμα στο χωριό. Όταν ήταν όλα έτοιμα μαζεύτηκε όλο το χωριό για να δει τι θα κάμει η μηχανή. Πρώτα ο Παπαθανάσης έκανε αγιασμό. Πρώτη φορά έβλεπε όλους τους χωριανούς μαζεμένους. Σε λίγο ξεκίνησε η μηχανή. Ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και τραντάχτηκε η γη σαν να έγινε σεισμός. Σε λίγο από τη γη άρχισε να βγαίνει άσπρη σκόνη. Μετά από λίγη ώρα η σκόνη σταμάτησε. Η μηχανή δούλευε σχεδόν αθόρυβα. Τότε ο Γιαννής έσβησε τη μηχανή και αφαίρεσε την μεγάλη αρίδα, που ήταν συνδεδεμένη πάνω της.

Πήρε μια μεγάλη σωλήνα που είχε δίπλα του και την έβαλε στην τρύπα, που άνοιξε η μηχανή. Συνέδεσε πάνω της ένα άλλο μηχάνημα και το ξεκίνησε.

Σε μερικά δευτερόλεπτα από τη γη άρχισε να βγαίνει νερό. Οι χωριανοί έβλεπαν και δεν πίστευαν. «Δοξάστε τον Κύριο» ανέκραξε ο Παπαθανάσης και ύψωσε τα χέρια στον ουρανό. Ο κόσμος χειροκροτούσε και έτρεξε να μουσκέψει τα χέρια και να δοκιμάσει το νερό του… Θεού! Τα παιδιά τσαλαβουτούσαν μέσα στις λάσπες, που σχηματίστηκαν. Ο Γιαννής, αφού άφησε το νερό να τρέξει ελεύθερα για λίγη ώρα και χόρεψε για λίγο μαζί με τους άλλους, σταμάτησε τη μηχανή.

Σε λίγες μέρες ήλθε στο χωριό ο Κυριάκος. Έφερε κάποια έγραφα. Ο Κωσταντής κάλεσε όσους χωριανούς ήθελαν να γίνουν μέλη της Συνεργατικής Εταιρείας Παραγωγών. Να βάλουν τα χωράφια τους. Να ψάξουν να βρουν νερό και σε άλλες γειτονιές και να αποφασίσουν τι θα φυτέψουν. Ο δάσκαλος του χωριού πρότεινε σαν Πρόεδρο της Εταιρείας τον Γιαννή. Όλοι συμφώνησαν. Υπέγραψαν τα έγγραφα και από κάτω ο Κωσταντής έβαλε τη βούλλα του μουκτάρη.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news