Το κάστρο της Σίγουρης – Του Άγγελου Σμάγα

Τα Μεσαιωνικά Κάστρα της Κύπρου αποτελούσαν σπουδαία οχυρωματικά έργα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας του νησιού. Πολλά από αυτά μάλιστα, εξακολουθούν και σήμερα να εντυπωσιάζουν και να είναι ισχυρά τοπόσημα στο Κυπριακό τοπίο.

Υπάρχει όμως ένα κάστρο που μόνο στους μεσαιωνικούς χρονικογράφους, στους παλιούς χάρτες και στις αναμνήσεις των προσφύγων χωρικών διασώζεται ακόμη, καθώς καταστράφηκε ολοκληρωτικά κατά τους προηγούμενους αιώνες από ξένους κυρίαρχους της Κύπρου. Πρόκειται για το κάποτε περίφημο κάστρο της Σίγουρης, δίπλα από το Πραστειό Αμμοχώστου.

Το συγκεκριμένο κάστρο είχε ιδρυθεί κατά το τέλος του 14ου αιώνα στο ελληνορθόδοξο βυζαντινό χωριό της Σίγουρης που υπήρχε στην ίδια περιοχή ήδη από πολύ παλιότερα και το οποίο βρισκόταν σε ένα κομβικό σημείο των δρόμων προς Λευκωσία, Αμμόχωστο, Κερύνεια, Λάρνακα και Λεμεσό. Το χωριό επιπλέον, λόγω της εύφορης γης που το περιέβαλλε, αποτέλεσμα των προσχώσεων των ποταμών Πεδιαίου (Πηδιάς) και Ιδαλία (Δαλιάς), αποτελούσε ένα πλούσιο κέντρο με πολλούς ιερείς και προύχοντες, γεγονός που αποδεικνύεται από χειρόγραφο του 1193, σύμφωνα με το οποίο ένα ακριβό ευαγγέλιο «ηγοράσθη εκ συνεργείας και πολλού πόθου των θεοσεβεστάτων ιερέων του χωρίου Σηβούρεως του τε κυρού παπά Λέοντος και του κυρού παπά Ολυμπίτου και τώνδε λοιπών θεοσεβεστάτων ιερέων και των φιλοχρηστών οικοδεσποτών του αυτού χωρίου του τε κυρού Θεοδώρου του Κόνταρη και τώνδε λοιπών ων τα ονόματα εν βίβλω ζωής. Και ετέθη εις τον πάνσεπτον ναόν της υπεραγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου της Σιβουριατίσσης». Η ευμάρεια της Σίγουρης ακόμα διαφαίνεται και μέσα από άλλα μεσαιωνικά έγγραφα που αναφέρονται στα μεγάλα έσοδα της περιοχής από τη σιτοκαλλιέργεια, καθώς και από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου.

Η Σίγουρη όμως ήταν περισσότερο γνωστή για την προστασία που πρόσφερε σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές σε άρχοντες που κατέφευγαν στην εκεί βασιλική κατοικία, αλλά κυρίως για την ασφάλεια που παρείχε μετά την ανέγερση του περίφημου κάστρου της το 1391, το οποίο, όπως περιγράφει ο Φλώριος Βουστρώνιος, «βρίσκεται στο χωριό της Σίγουρης σε επίπεδο χώρο, είναι τετράγωνο με 4 πύργους στις γωνιές και μια ανυψωνόμενη γέφυρα στην είσοδό του και περιβάλλεται από μεγάλες και βαθιές τάφρους, οι οποίες γεμίζουν νερό από τον ποταμό Πεδιαίο». Η προηγούμενη περιγραφή φαίνεται να επιβεβαιώνεται απόλυτα από τις αρχαιολογικές παρατηρήσεις στον χώρο με βάση τα εντυπωσιακά θεμέλια του κάστρου που είναι ακόμα ορατά στο έδαφος. Το συγκεκριμένο κρηπίδωμα είχε πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3 μέτρα, ενώ περιβαλλόταν από τάφρο πλάτους 35 μέτρων που την πλημύριζε ο Πεδιαίος, παρέχοντας πρόσθετη προστασία, καθώς η πρόσβαση στην πύλη μπορούσε να γίνει αποκλειστικά με μια κινητή γέφυρα ή με πλωτό μέσο. Όσον αφορά αυτό καθ’ αυτό το κάστρο της Σίγουρης, ήταν πράγματι ορθογώνιο, διαστάσεων 60X50 μέτρα και είχε πύργους στις τέσσερις γωνίες. Στη βάση των πύργων υπήρχαν υπόγειες αίθουσες καλυμμένες με καμάρες, οι οποίες διασώζονται ακόμα σε ικανοποιητικό βαθμό και τουλάχιστον μια από αυτές χρησίμευε ως δεξαμενή για αποθήκευση νερού. Δυστυχώς αυτό το εξαίρετης στρατηγικής σημασίας κάστρο, που είχε κτιστεί από τον βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Α’ για να μπορεί να ελέγχει τους Γενουάτες που κατείχαν την Αμμόχωστο και να προστατεύει έτσι τη Λευκωσία, το ανατίναξαν οι Βενετοί όπως και τα υπόλοιπα σημαντικά κάστρα της Κύπρου στις αρχές του 16ου αιώνα. Επιπρόσθετα όμως, τον 19ο αιώνα, οι Άγγλοι αποικιοκράτες κατεδάφισαν τελείως τα μεγάλα τμήματα των τοίχων που σώζονταν ακόμα για να κατασκευάσουν με τους σωρούς κατακρημνισμένων λίθων τον δρόμο και τα γεφύρια της Δοξίταινας που θα ένωναν τη Λάρνακα με την Αμμόχωστο. Έτσι αφανίστηκε ολοκληρωτικά ένα κάστρο που είχε διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στη μεσαιωνική ιστορία της Κύπρου, αφού εκεί άλλωστε, σύμφωνα με τον Λεόντιο Μαχαιρά και τον Γεώργιο Βουστρώνιο, είχε συγκεντρωθεί η στρατιωτική δύναμη του βασιλείου το 1425, όταν οι Μαμελούκοι εισέβαλαν στο νησί ή από εκεί είχε αφαιρεθεί από τον Ιάκωβο Β ́ ένα κανόνι για να μεταφερθεί στην Κερύνεια κατά την πολιορκία της πόλης ενάντια στους υποστηρικτές της Καρλόττας. Ακόμα, εκεί είχε την έδρα του ο διοικητής όλης της Μεσαορίας με τον τίτλο του καπιτάνου της Σίγουρης.

Μετά την καταστροφή του κάστρου όμως, ο πληθυσμός του άρχισε σταδιακά την μετεγκατάστασή του στο διπλανό χωριό Πραστειό, που αποτελούσε άλλωστε προάστειο (από όπου και το όνομά του) της σπουδαίας κώμης Σίγουρης. Η μετάγγιση κατοίκων από τη Σίγουρη στο Πραστειό, που οδήγησε τελικά στην εξαφάνισή της, ολοκληρώθηκε τον πρώτο αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά μέχρι και τον 20ο αιώνα το νέο κέντρο και σταυροδρόμι της Μεσαορίας συνέχισε να προσδιορίζεται ως «Πραστειό της Σίουρης». Όσον αφορά δε τα ελάχιστα ερείπια του κάστρου, αυτά ταυτίστηκαν στη λαϊκή συνείδηση με την κατοικία της Ρήγαινας, η οποία μπαινοέβγαινε σε αυτήν χρησιμοποιώντας βάρκα για να περάσει τη βαθιά και πλατιά τάφρο, ενώ τα θραύσματα των εφυαλωμένων πολυτελών αγγείων που μέχρι σήμερα βρίσκονται διασκορπισμένα στην επιφάνεια του εδάφους θεωρούνταν τα οικιακά σκεύη της συγκεκριμένης θρυλικής μορφής, της μοναδικής που άξιζε να ζει σε ένα τέτοιο μυθικό κάστρο που χάθηκε μαζί της στο πέρασμα των αιώνων.