Τα ασκηταριά του Κάβο Γκρέκο

Δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι το πολυσύχναστο Κάβο Γκρέκο, με την θορυβώδη Αγία Νάπα και τον κοσμοπολίτικο Πρωταρά, αποτελούσε κάποτε τόπο ησυχασμού ασκητών μοναχών. Κι όμως, περισσότερα από 1000 χρόνια πριν, στα ασβεστολιθικά κοιλώματα του Κάβο Γκρέκο, διαβιούσαν προσευχόμενοι σπηλαιώτες ερημίτες, τα ασκηταριά των οποίων είναι από ελάχιστα έως καθόλου γνωστά.

Του Άγγελου Σμάγα

Αναφερόμαστε στην περίοδο των αραβικών επιδρομών, τον 7ο με 10ο αιώνα, όταν η ευρύτερη περιοχή της Αμμοχώστου είχε δεχθεί το μένος των αλλοθρήσκων, που, με ανελέητες λεηλασίες και μαζικές σφαγές, εξώθησαν τον τόπο στον οικονομικό και πληθυσμιακό μαρασμό. Παρηκμασμένο και εγκαταλειμμένο λοιπόν το Κάβο Γκρέκο προσέλκυσε στις απόκρημνες πλαγιές και στις απόμερες ακτές του ασκητές, οι οποίοι, μέσα στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της εποχής, αναζήτησαν τη γαλήνη και τη σωτηρία της ψυχής τους στον μοναχισμό. Αυτοί οι ερημίτες, για την κάλυψη των πιο απλών αναγκών διαβίωσης, κατέφυγαν σε διάφορα απομονωμένα σπήλαια, το πιο γνωστό από τα οποία είναι των Αγίων Σαράντα στον κακοτράχαλο Φανό. Το μεγάλο φυσικό σπήλαιο, πριν μετατραπεί σε χώρο λατρείας, αποτελούσε ασκηταριό, στο οποίο ανοικοδομήθηκε τοίχος προστασίας και τρούλος με αγιογραφίες βυζαντινής τεχνοτροπίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη σημασία του προσευχόμενου σε αυτό αναχωρητή του. Σε μικρή απόσταση προς νότον εντοπίζεται το σπήλαιο στο Μοροβίκλι, ένα άγνωστο προσκύνημα, που οι ντόπιοι βοσκοί συντηρούσαν και σέβονταν ως ερημητήριο μοναχού. Πρόκειται για ένα ευρύχωρο κοίλωμα, που κλείνεται επίσης με τοίχο αργολιθοδομής και του οποίου η ιδιαίτερη θρησκευτική αξία, ως χώρου πνευματικής άθλησης, διαφαίνεται από την ανάρτηση εικονισμάτων αγίων στο εσωτερικό του.

Προφορικές παραδόσεις αναφέρονται στην αξιοποίηση και άλλων σπηλαιωδών σχηματισμών από αναχωρητές μοναχούς, τόσο στο ίδιο το Μοροβίκλι και στον Φανό, όσο και στον λόφο του Πρωταρά, στην Μελισσώνα και στις Περνέρες, όπου εντοπίζονται χαράγματα σταυρών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το εντελώς άγνωστο ασκηταριό του Ποξαμά, που αποτελεί από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα τόπων άσκησης στην Κύπρο, εξαιτίας του πλούσιου εγχάρακτου διάκοσμού του με ποικίλους σταυρούς και λόγω της λαξευμένης αψίδας του. Το συγκεκριμένο σπηλαιώδες κοίλωμα καθώς και τα υπόλοιπα βρίσκονταν σε μια περιοχή κατάλληλη για αναχωρητισμό σπηλαιωτών αλλά και στυλιτών μοναχών, γι’αυτό οι παρακείμενες βραχονησίδες των Νησσιών ονοματίζονταν σε μεσαιωνικούς χάρτες ως Στυλάρια.

Οι ίδιες παραδόσεις για διαβίωση ασκητών, καθώς και η παρουσία διάσπαρτων οικοδομικών καταλοίπων σε άμεση γειτνίαση με κοιλώματα, οδήγησαν μάλιστα σε άλλες περιπτώσεις στην ανέγερση εξωκλησιών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της βραχοσκεπής και των ερειπίων στο εξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη, στην οποία οι ντόπιοι άναβαν κεριά συσχετίζοντάς τη με αναχωρητή. Ένα επιπλέον παράδειγμα αποτελούν οι σπηλιές στο βραχώδες έξαρμα του ναού του Προφήτη Ηλία, όπου μάλλον ασκήτευσαν μοναχοί, γι’ αυτό και καταγράφεται ως σημαντικό θρησκευτικό σημείο σε μεσαιωνικούς χάρτες και έγγραφα. Αντίστοιχες άλλωστε παραδόσεις αναφέρονται στην παρουσία μοναχών σε σχέση με σπηλαιώδεις χώρους και αρχιτεκτονικά μέλη γύρω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Γαβριήλ.

Ακόμα μια παράδοση για διαβίωση ασκητών σχετίζεται με το αγίασμα και τα ερείπια παλαιού προσκυνήματος στο παραθαλάσσιο σπήλαιο κάτω από το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Παρεμφερής είναι και η περίπτωση της κατακρημνισμένης βραχοσκεπής στο εξωκλήσι του Αγίου Επιφανίου, όπου σκαπτικές εργασίες επαλήθευσαν αναφορές για ύπαρξη αγιάσματος και ναού βυζαντινής εποχής. Φαίνεται μάλιστα ότι οι προφορικές παραδόσεις για ταύτιση αυτού του χώρου με ερημητήριο του Αγίου Επιφανίου, ακόμα κι αν δεν σχετίζονται με τον συγκεκριμένο άγιο, πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι εξιστορούν την παρουσία κάποιου άγνωστου ασκητή.

Παρόμοιο ρόλο διαδραμάτιζε και το σπήλαιο δίπλα από την εκκλησία του ιδρυτή του μοναχισμού Αγίου Αντωνίου, σε κρύπτη της οποίας βρέθηκαν φυλαγμένα οστά. Αυτά δεν αποκλείεται να ανήκαν στον ερημίτη του παρακείμενου σπηλαίου, όπου μάλιστα διατηρείται τάφος σκαμμένος στο ασβεστολιθικό δάπεδο. Πρέπει να υποθέσουμε ότι ασκηταριό αποτέλεσε κάποτε και η σπηλιά της Αγίας Θέκλας με τον εγχάρακτο σταυρό πάνω από την είσοδό της, δίπλα από την οποία βρίσκονται μοναστικά κατάλοιπα και το σύγχρονο εξωκλήσι.

Ακόμα ένα σπήλαιο με ανάγλυφο σταυρό πάνω από την είσοδό του και διάφορα ερείπια θρησκευτικού χαρακτήρα τριγύρω του είχε επισημανθεί στην περιοχή Καταλύματα, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Μαύρης, το οποίο όμως δυστυχώς καταχώθηκε. Δεν αποκλείεται μάλιστα αυτή η σπηλιά, όπως και άλλη μία σε κήπο ξενοδοχείου λίγο δυτικότερα της μονής της Αγίας Νάπας, να αποτελούσαν μέρος ενός συμπλέγματος ασκηταριών, μιας πρόδρομης μοναστικής κοινότητας, στην οποία ανήκε και το σπήλαιο, όπου είχε εντοπιστεί περί τον 10ο αιώνα η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας. Φαίνεται πράγματι ότι στον σπηλαιώδη ναό της μονής της Αγίας Νάπας ασκήτευε την περίοδο των αραβικών επιδρομών άγνωστος μοναχός, που είχε φυλάξει την εικόνα της Παναγίας, η εύρεση της οποίας οδήγησε στην καθιέρωση του συγκεκριμένου χώρου ως ένα από τα πιο αξιοσέβαστα προσκυνήματα των χριστιανών. Τόσο στο σπήλαιο της Αγίας Νάπας όσο και σε όλα τα παραπάνω ασκηταριά, οι μοναχοί κατάφεραν να διατηρήσουν τη σπίθα του χριστιανισμού και απάμβλυναν για τους λιγοστούς εναπομείναντες κατοίκους τα δεινά που είχαν επισωρεύσει οι Άραβες, μέχρι να απελευθερωθεί από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά όλη η Κύπρος καθώς και το καθαγιασμένο Κάβο Γκρέκο, το ελληνορθόδοξο ακρωτήρι.