Στο τέλος του δρόμου θα σωθεί τουλάχιστον η Αμμόχωστος;

Χρόνια τώρα ΄ήξεραν όλοι ότι ο East Med δε θα κατασκευαζόταν ποτέ. Ήταν ένα πολιτικό παιχνίδι πίεσης πάνω στην Τουρκία, όχι βέβαια της Κύπρου αλλά και των άλλων συμμετέχοντων, της Ελλάδας, της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αν και πως θα αξιοποιηθεί ο φυσικός πλούτος της περιοχής και για το αν τελικά η Τουρκία θα συμμετάσχει ή όχι στους σχεδιασμούς, δε θα το αποφασίσει η Κύπρος, δεν έχει την ισχύ να το αποφασίσει. Θα το αποφασίσουν, με βάση τα συμφέροντα, οι ισχυρότεροι.

Του Κωνσταντίνου Οδυσσέως

Το θέμα είναι πως, όσοι τολμούσαν να πουν την αλήθεια για τον East Med, δεν ήταν τόσο πατριώτες όσο εκείνοι που έλεγαν ψέματα. Δεκαετίες τώρα σε τούτο τον τόπο, ο κάθε “άγγελος-εξάγγελος” που μας χαϊδεύει τα αυτιά με λόγια που απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια, απονέμει ο ίδιος τα πιστοποιητικά πατριωτισμού στους άλλους και δυστυχώς γίνεται πιστευτός από μια μεγάλη μάζα κόσμου, που ίσως να αποτελεί και την πλειοψηφία.

Το έχω γράψει πολλές φορές, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οδηγηθήκαμε στη διχοτόμηση με προδιαγεγραμμένη πορεία, για την οποία (για διάφορους λόγους) συμφώνησε παρασκηνιακά και το δικό μας πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, ήδη από την εποχή του Μακαρίου, δηλαδή από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ίσως και νωρίτερα. Το αποφασιστικό βήμα έγινε με την καταστροφή του 1974. Εκατό εξήντα χιλιάδες Ελληνοκύπριοι αναγκάστηκαν να εκτοπιστούν στο νότο και δεκάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι μεταφέρθηκαν στο βορρά, με τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών. Στη συνέχεια η ελληνοκυπριακή ηγεσία εφάρμοσε την πολιτική που θα οδηγούσε σιωπηρά, με τη βοήθεια του χρόνου, της κόπωσης και της λήθης, στην οριστική διχοτόμηση, την πολιτική του ούτω καλούμενου «μακροχρόνιου αγώνα».

Παραμυθιάζοντας για δεκαετίες ολόκληρες τον κυπριακό λαό και ιδιαίτερα τους εκτοπισμένους, ακόμη και τις οικογένειες των αγνοουμένων, παρίσταναν τους υπερπατριώτες εκείνοι που ήθελαν ουσιαστικά να παραμείνει η κατάσταση όπως διαμορφώθηκε το 1974. Κατακεραύνωναν και αποκαλούσαν μειοδότες εκείνους που ήθελαν να βρεθεί λύση, εκείνοι που ουσιαστικά συντονίζονταν απόλυτα με το ντενκτασικό κατεστημένο στα κατεχόμενα και κατ’ επέκταση με το βαθύ τουρκικό κράτος, ώσπου να μονιμοποιηθεί το κατοχικό στάτους κβο.

Πέρα από τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα, που εξυπηρετούνταν από την παράταση του στάτους κβο, λειτουργούσαν πάντοτε κατά καιρούς και ξένα συμφέροντα, που δεν ήθελαν την ενίοτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή τη λύση. Π.χ. παλιά η Σοβιετική Ένωση, που ήθελε να συντηρείται η κόντρα ανάμεσα σε δύο χώρες του ΝΑΤΟ, άλλοτε πάλι ο Ισραήλ, όταν ήρθε σε ρήξη με την Τουρκία, η Αίγυπτος, για παρόμοιους λόγους, ακόμη και ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις περιόδους που ήθελαν να κρατούν την Τουρκία μακριά από το στόχο της για ένταξη στους κόλπους της Ένωσης. Με συγκυριακούς λοιπόν εταίρους στο παρασκήνιο, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να τα ξαναβρούν με την Τουρκία, το ελληνοκυπριακό κατεστημένο κατάφερνε να κερδίζει χρόνο, παρατείνοντας το Κυπριακό, κάτι το οποίο βεβαίως ήθελε πρωτίστως και η ίδια η Τουρκία, προκειμένου να μονιμοποιήσει τη διχοτόμηση και τον έλεγχο ουσιώδους χώρου στο έδαφος και στη θάλασσα της Κύπρου.

Την δεύτερη πενταετία της, η διακυβέρνηση Αναστασιάδη, με τον Νίκο Χριστοδουλίδη στο πόστο του Υπουργείο Εξωτερικών, άσκησε πολιτική πιέσεων πάνω στην Τουρκία, με τριμερείς συνεργασίες με ισχυρότατες χώρες της περιοχής, όπως ο Ισραήλ και η Αίγυπτος, έχοντας και τη στήριξη των ΗΠΑ και της Γαλλίας. Προσπάθησε δηλαδή να προκαλέσει πολιτικό και οικονομικό κόστος στην Τουρκία.

Ωστόσο ο Ερντογάν δεν υποχώρησε, αντίθετα αποθρασύνθηκε, εισβάλλοντας αρκετές φορές στην κυπριακή ΑΟΖ. Οι χλιαρές αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας δεν είναι άσχετες με το γεγονός ότι η Τουρκία έπαιξε καλύτερα το παιχνίδι επίρριψης ευθυνών στο Κυπριακό, καταφέρνοντας να πείσει πολλούς, ακόμα και τον ΟΗΕ, ότι καταβάλλει εποικοδομητικές προσπάθειες, για λύση. Με άλλα λόγια, η εξωτερική πολιτική μας, μπορεί να οικοδόμησε καλές σχέσεις με χώρες κλειδιά, αλλά, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, απέτυχε. Η Τουρκία εξακολουθεί, εδώ και 47 χρόνια, να τη βγάζει καθαρή, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να κρατά με το στρατό της το 36% του εδάφους της Κύπρου.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης για αποτελεσματικές κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν απέδωσαν καρπούς. Η Ευρώπη και η Δύση γενικότερα δε θέλουν να χάσουν την Τουρκία από εταίρο. Δεν την εμπιστεύονται μεν, αλλά ούτε και θέλουν να αποκοπεί από τη δυτική συμμαχία. Θέλουν μεν μια Τουρκία αρκετά ισχυρή, ώστε να αποτελεί ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία και στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, αλλά όχι τόσο ισχυρή ώστε να καταστεί μια υπερδύναμη της περιοχής, η οποία να ελέγχει την γεωπολιτικά σημαντική λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου.

Η Δύση θέλει λύση του Κυπριακού, αλλά δε θέλει την Τουρκία να ελέγχει την Κύπρο και τη θάλασσά της. Πολύ περισσότερο που η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σίγουρα καμία χώρα μέλος δε θα ήθελε την Τουρκία μέσα στην Ένωση από την πίσω πόρτα. Ούτε και ο Ισραήλ θέλει την Τουρκία να έχει το πάνω χέρι. Πάνω σ’ αυτό το δεδομένο έπρεπε να είχαμε αποφασιστικά στηρίξει τις προσπάθειές μας για λύση. Αντί αυτού, οι ψευδοπατριώτες διέδιδαν ότι με τυχόν λύση του Κυπριακού, η Τουρκία θα έλεγχε την Κύπρο.

Έτσι φτάσαμε σχεδόν στο τέλος του δρόμου, με τη λύση δύο κρατών ή τη συνομοσπονδία δύο κρατών (που είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα) να φαντάζει πλέον πολύ πιο πιθανή από την ομοσπονδία, που θα ήταν ένα κράτος με δύο πολιτείες. Με τη λύση δύο κρατών, η κατεχόμενη γη μας θα γίνει και επίσημα μια άλλη χώρα, η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό αν όχι και απόλυτα, θα ελέγχεται από την Τουρκία. Το μόνο που μοιάζει ακόμη εφικτό είναι να σώσουμε την Αμμόχωστο. Αν οι ψευδοπατριώτες του κατεστημένου δεν το θέλουν ούτε κι αυτό, οι μελλοντικές γενιές θα μιλάνε για τη χειρότερη και την πιο καταστροφική για τα εθνικά μας συμφέροντα προδοσία, στην ιστορική πορεία αυτού του νησιού.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news