Στα ίχνη των βυζαντινών εκκλησίων

Οι Βυζαντινοί ναοί στη Σωτήρα και στο Φρέναρος.

Του Άγγελου Σμάγα

Μετά τη λήξη μιας μακροχρόνιας περιόδου καταστροφών, αρπαγών και αποδεκατισμού του πληθυσμού της επαρχίας Αμμοχώστου και την απαλλαγή της από τη μάστιγα των αραβικών επιδρομών, η ένταξή της Κύπρου στους κόλπους της ακμαίας βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τον 10ο αιώνα αναθέρμανε τη ζωή. Στους νέους δυναμικούς οικισμούς που δημιουργήθηκαν τότε στο Κάβο Γκρέκο οικοδομήθηκαν αρκετοί βυζαντινοί ναοί, κάποιοι επάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικών βασιλικών και άλλοι ήταν εντελώς πρωτοεμφανιζόμενοι, τα χαρακτηριστικά των οποίων δείχνουν τις στενές σχέσεις που υπήρχαν μεταξύ του «Άκρου των Ελλήνων» και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Ένας από αυτούς τους ναούς, που αποτελεί διάδοχο κτίσμα προγενέστερου, είναι
ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στη Σωτήρα, ο οποίος κτίστηκε κατά τον 12ο αιώνα πάνω στα θεμέλια της παλαιοχριστιανικής ομώνυμης βασιλικής.

Ο βυζαντινός ναός, κτισμένος με αδρά πελεκημένους πωρόλιθους, είναι μονόχωρος και στεγάζεται με τρούλο και καμάρες, οι οποίες δημιουργούν στην οροφή το σχήμα του σταυρού. Στον ναό, στον οποίο έγιναν πολλές επισκευές και παρεμβάσεις κατά τους επόμενους αιώνες, η προσπάθεια αφαίρεσης, πριν από τρεις δεκαετίες, των πρόσθετων τόξων που στήριζαν τις καμάρες του βυζαντινού ναού, αποκάλυψε εξαιρετικά σημαντικές τοιχογραφίες. Λίγο δυτικότερα της Σωτήρας, στην περιοχή Χορτάκια, βρίσκονται ακόμα τρεις βυζαντινοί ναοί. Πρόκειται για τον Άγιο Γεώργιο, την Παναγία και τον Άγιο Θεόδωρο. Πριν από έναν περίπου αιώνα κάποιος Βρετανός αρχαιολόγος ανέφερε ότι «στα δυτικά του χωριού Σωτήρα είναι το μοναστήρι Κούρδαλι με μια μικρή εκκλησία μέσα σε περίφραξη και δυο παρεκκλήσια εκτός. Τρεις μικρές εκκλησίες κάποιας αρχαιολογικής αξίας». Λίγο μετά ένας ακόμα Άγγλος ερευνητής έγραφε για «τα κατάλοιπα χαμένου οικισμού σημαντικού μεγέθους. Όλα τα κτίσματα χάλασαν από τον καιρό, αλλά παρέμειναν τρεις εκκλησίες κατέχοντας σιωπηρά την αρχηγία και ρίχνοντας τώρα και τότε μια πέτρα σαν δάκρυ μνήμης του ένδοξου παρελθόντος. Η μεγαλύτερη εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο». Οι τρεις προαναφερθείσες εκκλησίες χρονολογούνται στον 11ο – 12ο αιώνα και είναι μικροί μονόχωροι ναοί στεγασμένοι με τρούλο και καμάρες στο σχήμα του σταυρού. Όλοι τους φαίνεται ότι ήταν πλούσια αγιογραφημένοι, αλλά σήμερα σώζονται μόνο ελάχιστα δείγματα τοιχογραφιών. Είναι αρκετά παρόλα αυτά για να πιστοποιήσουν το υψηλό επίπεδο αγιογραφικής τέχνης, που δείχνει επιρροές καλλιτεχνικών ρευμάτων της Κωνσταντινούπολης. Κάτι αντίστοιχο αποδεικνύεται και από τα οικοδομικά χαρακτηριστικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπως το αρμολόγημα των λίθων και η διακόσμηση του εξωτερικού τοίχου με τυφλά αβαθή αψιδώματα, που τονίζουν τις ανάλαφρες αναλογίες του και τα οποία αποτελούν σημαίνον μορφολογικό στοιχείο της κωνσταντινουπολίτικης σχολής.

Σε μικρή απόσταση προς τα βόρεια βρίσκεται στο κέντρο του Φρενάρους ο βυζαντινός ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και λίγο ανατολικότερά του ο ναός των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Το πρώτο μνημείο απαρτίζεται από τρία μέρη, διαδοχικά ως προς τη χρονολόγηση, τον κυρίως ναό του 11ου -12ου αιώνα, τον νάρθηκα που είναι μισό αιώνα μεταγενέστερος και τον εξωνάρθηκα που προστέθηκε αρκετά αργότερα. Στην ίδια εποχή χρονολογείται και ο ναός των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Πρόκειται για δύο ναούς, που, όπως και οι άλλοι στη Σωτήρα, είναι μονόχωροι, στεγασμένοι με τρούλο και καμάρες, οι οποίες δημιουργούν το σχήμα του σταυρού. Επιπλέον, κι αυτοί οι ναοί ήταν παντού αγιογραφημένοι, αλλά μόνο λίγα θαμπά τμήματά τους διατηρούνται ακόμα, όπως του Αρχαγγέλου Γαβριήλ από τη σκηνή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον πρώτο ναό και η Πλατυτέρα και η Ανάληψη του Κυρίου στον δεύτερο. Στην εξωτερική επιφάνεια με τους αδρά πελεκημένους πωρόλιθους του ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, υπάρχουν αβαθή τυφλά τόξα που σπάζουν τη μονοτονία της τοιχοδομίας, ενώ στον άλλο ναό εκατέρωθεν της εισόδου υπάρχουν δυο αβαθή αψιδώματα, μοναδικό αρχιτεκτονικό μοτίβο, άγνωστο σε οποιαδήποτε άλλη εκκλησία της Κύπρου.

Η πλαστική αυτή διάρθρωση των εξωτερικών επιφανειών των τοίχων χαρακτηρίζει, όπως προαναφέρθηκε, την αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης, από την οποία προφανώς είχε επηρεαστεί και η συγκεκριμένη επαρχιακή περιοχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σε κάτι αντίστοιχο παραπέμπει και η προσπάθεια δήλωσης ορθογωνισμένων λίθων με χάραξη των αρμολογημάτων στη δυτική πλευρά του ναού του Αγίου Ανδρονίκου και Αθανασίας. Δεν αποκλείεται μάλιστα αυτή η πρακτική να σχετίζεται με το φαινόμενο ζωγραφικής μίμησης ορθογώνιων λίθων στην τοιχοδομία με επίχρισμα που παρατηρήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε περιοχές με κωνσταντινουπολίτικη επιρροή. Φαίνεται λοιπόν ότι η επανενσωμάτωση της νήσου Κύπρου στη Βυζαντινή αυτοκρατορία αποτέλεσε ένα εξέχον γεγονός τόσο για την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, που επιχείρησε μια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, όσο και για τους κατοίκους της ακριτικής περιοχής του Κάβο Γκρέκο, όπου ο ορθόδοξος λαός γνώρισε την εποχή εκείνη μέρες ελευθερίας και δημιουργίας. Έτσι, επιχειρήθηκε η ενίσχυση των πολιτιστικών δεσμών ανάμεσα στο βυζαντινό κέντρο και την κυπριακή επαρχία με ποικίλους τρόπους, ένας από τους οποίους ήταν και η ανέγερση ναών, όπως αυτοί στη Σωτήρα και στο Φρέναρος, που αποτελούσαν οικοδομήματα συγγενικά, ως προς την αρχιτεκτονική, με τους ναούς της βασιλίδας των πόλεων.