Ο οινοποιός

Ο Γιαννής ως πρόεδρος της Συνεργατικής Εταιρείας Παραγωγών ερευνούσε καθημερινά την περιοχή των δύο γειτονικών χωριών. Προσπαθούσε να βρει τα σωστά σημεία για να κάνουν νέες διατρήσεις. Όλοι οι χωριανοί ήθελαν να γίνει στο χωράφι τους. Αυτός τους εξηγούσε συνέχεια, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Όρισαν μια επιτροπή από τον μουκτάρη, τον δάσκαλο και τον παπά του χωριού. Όποιος είχε παράπονο, μπορούσε να το κάνει στην επιτροπή. Συνήθως αυτοί ζητούσαν τη γνώμη του Γιαννή και μετά αποφάσιζαν. Ο ίδιος είχε τόσα προβλήματα να λύσει, που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε να ασχολείται με ιδιοτροπίες και εγωισμούς. Ήξερε, πως δεν μπορούσαν να γίνουν διατρήσεις η μια κοντά στην άλλη. Έπρεπε να υπάρχει μια απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους.

Βρήκαν νερό σε αρκετά σημεία. Έφεραν σωλήνες από την χώρα, από την εταιρεία «Χατζημανώλης – Χατζηπαντελής», με πίστωση. Διόρισαν επιτροπή, που να κρατεί τα βιβλία. Να γράφει όλα τα έξοδα και έσοδα. Έβαλαν υπεύθυνη τη δασκάλα την Αντρούλα, που ήρθε στο χωριό τους πρόπερσι. Ήταν μια πολύ γλυκιά, ήσυχη και ευγενική κοπέλα, που την αγαπούσε όλο το χωριό.

Η περιοχή τους είχε λίγα αμπέλια. Ο Γιαννής τους πρότεινε να φυτέψουν πολλά νέα με διαφορετικές ποικιλίες, ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους. Έβαλε εργάτες και τράβηξαν μεγάλες άσπρες γραμμές. Τους εξήγησε πώς να τα φυτέψουν. Είχε τα σχέδια του και ήξερε τι να κάνει. Έβαλε υπεύθυνους για τους αμπελώνες τους κάπως ηλικιωμένους χωριανούς, που ήξεραν λίγα πράματα παραπάνω. Συγχρόνως, οργάνωνε ειδικά μαθήματα για τους νεαρούς εργάτες και εργάτριες. Κάποτε τους έπαιρνε στους αμπελώνες που φύτεψαν και τους έκανε πρακτικά μαθήματα. Ήθελε να ξέρει ο καθένας τη δουλειά του. Τις νύχτες διάβαζε τις σημειώσεις του, που έφερε μαζί του. Ένιωθε έντονη την ευθύνη που έχει αναλάβει. Είχε δύο χωριά ενωμένα, που του εμπιστεύτηκαν τη μοίρα τους, το μέλλον τους. Σε κάποια χωράφια φύτεψαν ντομάτες, αγγουράκια, κολοκύθια, βαζάνια, λάχανα, πατάτες, κρεμμύδια, καρότα. Ήθελε να έχουν έστω και λίγα προϊόντα δικά τους. Για τις ανάγκες της κοινότητας τους. Γύρω στους αμπελώνες φύτεψαν διάφορα οπωροφόρα δέντρα, ελιές, μηλιές, συκιές, αχλαδιές, λεμονιές, ροδιές. Μέχρι και παπουτσοσυκιές, στα έξω του χωριού. Είχαν φάρμα με βόδια, πρόβατα και άλλα ζώα της κοινότητας. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Λίγη η παραγωγή. Ίσα που έφτανε να καλύψει τις ελάχιστες ανάγκες της κοινότητας. Όμως, τα χρέη τους όχι μόνο δεν αυξάνονταν, αλλά αντίθετα λιγόστευαν. Είχαν κρυφά έσοδα, που μόνο η Αντρούλα η δασκάλα, που εκτελούσε χρέη ταμία, και ο Κωσταντής γνώριζαν. Ο Γιαννής ήταν συνέταιρος και διευθυντής της εταιρείας, που είχε με τον Χατζημανώλη.

Οι πωλήσεις των διατρητικών μηχανών πήγαιναν πολύ καλά. Είχαν παραγγελίες από Ελλάδα. Με τη βοήθεια του κυρίου Θεράποντος, η Διοίκηση έκανε μια μεγάλη παραγγελία. Μόλις ήλθαν στην Κύπρο και παραδόθηκαν στις κεντρικές αποθήκες της κυβέρνησης, πληρώθηκαν από τα κεντρικά ταμεία. Ο Γιαννής έβαζε όλα τα κέρδη του στο ταμείο της κοινότητας. Η Αντρούλα δεν ήθελε να δεχτεί αυτά τα λεφτά. Ο Κωσταντής σιωπούσε. Τελικά, την έπεισε να τα δεχτεί σαν άτοκο δάνειο προς την κοινότητα. «Θεέ μου, από πού ήλθε αυτός ο άνθρωπος; Δουλεύει δωρεάν μέρα και νύκτα
και μοιράζει όλα του τα χρήματα στο κόσμο». Και τον θαύμαζε κάθε μέρα και περισσότερο. Ή μήπως άρχισε να τον ερωτεύεται; Φοβόταν ακόμη και να κάνει τέτοιες σκέψεις. Ο Κωσταντής όμως, που τα έβλεπε όλα και δεν του ξέφευγε τίποτε, κατάλαβε πολύ καλά. Η Αντρούλα αγαπούσε κρυφά τον γιο του. Ο γιός του όμως είχε το νου του μόνο στη δουλειά.

Σύντομα οι αμπελώνες, που είχαν περιποίηση και ξεχωριστή φροντίδα, έδωσαν καρπούς. Σταφύλια άσπρα, μαύρα κτλ. Τα μάζεψαν με πολλή προσοχή και τα πήραν στην αποθήκη. Έφτιαξαν κρασιά άσπρα, ερυθρά στερκά, ημίγλυκα. Κουμανταρία, ζιβανία. Έκαναν παλουζέ, κιοφτέρκα, σουτζούκο. Τα έστειλαν όλα στον Χατζημανώλη, που ήταν αντιπρόσωπος τους στην χώρα. Αγόραζαν από αυτόν ότι χρειάζονταν και στο τέλος έκαναν τον λογαριασμό.

Σύντομα, ήλθε ο καιρός να εκπληρώσει ο Γιαννής το όνειρο του. Η σοδειά των αμπελώνων ήταν πολύ καλή. Αποφάσισαν να παράγουν κρασιά και να τα βάζουν σε μπουκάλια της μιας οκάς. Ο Γιαννής είχε τις διασυνδέσεις στην Αγγλία και με τη βοήθεια του κυρίου Θεράποντος, του έβαλαν μια πρώτη παραγγελία. Στρώθηκε όλο το χωριό στη δουλειά. Να ετοιμάσουν το κρασί, να το βάλουν μέσα σε μπουκάλια με ετικέτες και σε κιβώτια. Τις ετικέτες τις ετοίμασε μαζί με την Αντρούλα. Έγραφε με το χέρι καλλιγραφικά «ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ». Έτος Παραγωγής 1929. Από κάτω έγραφε ο Γιαννής στα αγγλικά. CYPRUS RED WINE, 1929. Όταν ήταν έτοιμα, τα έκοβαν προσεκτικά στο ίδιο μέγεθος και τα κολλούσαν με γόμμα, που έφτιαχνε η δασκάλα. Στο διάλειμμα έπιναν μαζί λίγο τσάι και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Είχε και αυτή την ίδια αγάπη για την κοινότητα τους. Γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια στο διπλανό χωριό. Οι γονείς και τα αδέλφια της έκαναν το παν να τη σπουδάσουν στο διδασκαλικό κολλέγιο. Τώρα δουλεύει και τους βοηθά να ξοφλήσουν τα χρέη τους.

Η πρώτη παραγγελία στάληκε στη χώρα, στην εταιρεία «Χατζημανώλης και Χατζηπαντελής». Από εκεί με το τρένο στη Αμμόχωστο, όπου φορτώθηκε στο πλοίο για την Αγγλία. Ο Γιαννής έστειλε και ένα δέμα δωρεάν, σαν δείγμα. Έγραψε τις τιμές και τούς πρότεινε αν επιθυμούν να αναλάβουν την αντιπροσωπεία στην Αγγλία. Αυτοί δέχτηκαν.

Τέλη του Σεπτέμβρη 1930, ο Κυριάκος ήλθε να βρει τον φίλο του. Τον συνάντησε μέσα στους αμπελώνες. Αγκαλιαστήκαν και του είπε το λόγο της επίσκεψης του.
– Θέλω σε κουμπάρο στο γάμο μου. Μόλις δώσαμε λόγο με τη Μαρία του Χατζημανώλη. Τα Χριστούγεννα θα παντρευτούμε. Ήρθα να σου φέρω λίγα λεφτά για να ράψεις κοστούμι!
Οι δύο φίλοι έσκασαν στα γέλια.
– Τόσο φτωχό με βρίσκεις ρε φίλε;
– Έτσι που είσαι ντυμένος, ναι!
Σε λίγο πήραν το δρόμο για το σπίτι του μουκτάρη. Έφαγαν. Ξεκουράστηκαν.
Μίλησαν για τις δουλειές τους. Θυμήθηκαν τα παλιά. Πάνω στην κουβέντα ήλθε και η Αντρούλα. Ήθελε να πει κάτι του Γιαννή για τη δουλειά τους. Μόλις την είδε ο Κυριακός, του λέει:
– Εν να με προλάβεις; Εν να παντρευτείς πριν που μένα και δεν μου είπες τίποτε τόσο καιρό;».
Ο Γιαννής κοκκίνισε. Δεν ήξερε τι να πει. Απλά τους σύστησε.
– Ο καλύτερος μου φίλος. Ο δικηγόρος μου. Ο κουμπάρος μου. Η Αντρούλα, η δασκάλα μας και ταμίας της εταιρείας μας.
Και αγκάλιασε τον φίλο του, που ακόμη κοιτούσε έκπληκτος. Η Αντρούλα στεκόταν ακίνητη και χαμογελούσε αμήχανα. Σε λίγο έφυγε ο Κυριακός και οι άλλοι πήγαν στις δουλειές τους.
Το βράδυ, όταν συναντήθηκαν, ο Γιαννής λέει στην Αντρούλα:
– Συγγνώμη για τη φασαρία, που σε έβαλε ο πατέρας μου. Δεν ήξερα πως θέλει να μας ζευγαρώσει.
– Εσύ δεν θέλεις Γιαννή; Τον ρωτά με ένα παράπονο στη φωνή της.
Και γύρισε το πρόσωπο της για να μην φανεί το δάκρυ, που κυλούσε στο μάγουλο της. Ο Γιαννής την πλησίασε και την αγκάλιασε στοργικά. Της σκούπισε με το δάκτυλο το δάκρυ.
– Αντρούλα, σε αγαπώ. Όμως τόσο καιρό είμαστε πνιγμένοι μέσα στις δουλειές. Το μυαλό μας είναι στους αμπελώνες και τα κρασιά. Αν είσαι δεκτή, στις 26 του μηνός, του Άη Δημήτρη, θα ρθω να σε ζητήσω. Ελπίζω να συμφωνείς.

Τα Χριστούγεννα, παντρεύεται ο Κυριάκος τη Μαρία με κουμπάρο τον Γιαννή και κουμέρα την Αντρούλα. Μετά το Πάσχα, παντρεύεται ο Γιαννής την Αντρούλα με κουμπάρο τον Κυριάκο και κουμέρα τη Μαρία. Τα δύο χωριά ενωθήκαν και έγιναν ένα. Παρά τις δυσκολίες των καιρών, η Συνεργατική Εταιρεία Παραγωγών με την καθοδήγηση του Γιαννή, τη συμπαράσταση της Αντρούλας, του μουκτάρη και την εργατικότητα όλων των κατοίκων, στάθηκε στα πόδια της. Δυνάμωσε πολύ και έγινε το μεγαλύτερο κρασοχώρι της περιοχής. Έκαναν εξαγωγές κρασιών, κουμανταρίας, σουτζιούκου και αμυγδάλων.

Ο Κωσταντής, λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε όλη την οικογένεια του. Τους φίλησε όλους, μικρούς και μεγάλους, στο μέτωπο και τους έδωσε την ευχή του. Τον Γιαννή τον κράτησε. Άνοιξε το συρτάρι δίπλα του και του έδωσε έναν φάκελο, που απέξω έγραφε ΓΙΑΝΝΗΣ. Όταν το άνοιξε, βρήκε μέσα τη βούλλα του μουκτάρη. Ήταν δική του.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news