Ο μικρός Σώζος στην «αυλή της αγαπης»

Το 1937 στον Άη Φώτη της Πάφου γεννήθηκε ο Σώζος. Μικρό το χωριό. Λίγα τα σπίτια. Φτωχοί οι λιγοστοί κάτοικοί του. Ζούσαν με ό,τι τους έδινε η φύση και ότι έστελνε ο Θεός. Δύσκολα χρόνια. Τέλειωσε το δημοτικό. Έμαθε όσα γράμματα μπορούσε. Δούλευε στα χωράφια και στα λιγοστά δέντρα τους. Κάποτε έτρωγε και ξύλο για να γίνει (τάχα) καλός και πειθαρχημένος άνθρωπος.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Μόλις έκλεισε τα 14, με τη βοήθεια της γιαγιάς του, που του έδωσε δύο λίρες, έφυγε κρυφά από τους γονείς του και πήγε στο Βαρώσι. Με πολλή διάθεση για δουλειά και μάθηση κατάφερε και βρήκε δουλειά στο ξενοδοχείο ΦΛΩΡΙΔΑ, μαζί με τον συγχωριανό του Χριστάκη Κοτζινήν.

Το 1954 η Ευαγγελία φεύγει από το σπίτι της στη Άσσια και πάει να ζήσει στο σπίτι της θείας Θεοδώρας. Η μεγάλη της αδελφή η Γιαννούλα έζησε 3-4 χρόνια στο σπίτι της άλλης θείας, της Μαριτσούς. Στην ίδια αυλή. Ήταν πιο μεγάλη από τα τρία ξαδέλφια της, της Θεοδώρας. Ήταν τόσο αγαπημένοι, που πολλοί νόμιζαν πως είναι αδελφή τους. Ο θείος Γιώρκος, ένας εργατικός και καλόκαρδος άνθρωπος την αγαπούσε σαν δικό του παιδί. Έμαθε τέχνη, έβγαλε λίγα λεφτά και πήγε στη Λευκωσία να μάθει κομμωτική. Έτσι τη διαδέχτηκε η αδελφή της. Η Ευαγγελία ξεκίνησε να μαθαίνει ράψιμο. Αργότερα βρήκε δουλειά στο γνωστό κατάστημα KODAΚ. Δούλευε εκεί όλη μέρα και τα βράδια ξεκουραζόταν ράβοντας. Λάτρευε τη ραπτική. Μπορούσε να κάθεται με τις ώρες δίχως να σηκώνει κεφάλι. Μέχρι που αποκοιμόταν από τη κούραση. Ο θείος βλέποντας πως τα παιδιά ήταν φρόνιμα και αγαπημένα κάθε Κυριακή τους έπαιρνε στο Ζαχαροπλαστείο του Γιαννάτζη, στην οδό Δημοκρατίας. Έτρωγαν τα γλυκά τους και έπαιρναν το δρόμο προς τον Κήπο. Να δουν κίνηση. Να σταματήσουν και να χαιρετίσουν κάποιους φίλους . Να δουν «τις εικόνες» του Χατζηχαμπή.

Στη μικρή αυλή μπροστά από την είσοδο του σπιτιού της θείας Μαριτσούς και προς τα κάτω υπήρχε ένα πέρασμα κάπου 5 μέτρα πλάτος, που έφτανε μέχρι το δρόμο. Στα αριστερά υπήρχαν τρία μονά, ξεχωριστά δωμάτια. Στο πρώτο, κοντά στο δρόμο, έμενε ο θείος Αντώνης με τη γλυκιά θεία Λόλα, που την έφερε από την Ελλάδα. Αυτή πέθανε νωρίς και ο θείος παντρεύτηκε τη θεία Αντωνούν. Έκαμαν 6 παιδιά. Στο διπλανό δωμάτιο ζούσε η γιαγιά Πατρού από τη Λεμεσό. Και τελευταίο ήταν το πιο κοντινό δωμάτιο προς το σπίτι της θείας Μαριτσούς. Σε αυτό συνήθως έμεναν διάφοροι μπεκκιάρηδες. Ελεύθεροι νέοι, που δούλευαν στη πόλη.

Δίπλα και κολλητά σε αυτά ήταν άλλα δύο μεγάλα δωμάτια, συνεχόμενα. Εδώ για πολλά χρόνια ζούσε η οικογένεια του Αντρέα Κίτσιου και της Πέπας με τα 3 παιδιά τους. Με ένα κοινό πλιθαρένιο τοίχο να τα χωρίζει ήταν το σπίτι του θείου Γιώρκου και της θείας Θεοδώρας. Ένα μεγάλο δωμάτιο, με τη πόρτα του να ανοίγει στο κύριο δρόμο, στην οδό Ικάρου. Μετά ένα συνεχόμενο δωμάτιο που άνοιγε στην αυλή και στο πλάι η κουζίνα. Αργότερα ο μάστρε Γιώρκος έκτισε μπάνιο και αποχωρητήριο.

Μια καλή πρωία εμφανίζεται στην αυλή ένας ωραίος ψηλός νέος. Με ένα κάπως ασυνήθιστο όνομα. Σώζος. Χαμογελαστός, ευγενικός, πανέξυπνος. Έμενε με τον Κοτζινήν. Οι δυό νέοι δούλευαν συνεχώς. Δεν ενοχλούσαν κανένα. Αντιθέτως ο Σώζος χαιρετούσε με ευγένεια όλους, μικρούς και μεγάλους. Τα παιδιά της αυλής τον συμπάθησαν αμέσως. Όταν είχε διάθεση, τους έβαζε γλωσσοδέτη. «Η αχασσιά της Αησσίες, αν έσσιει αχάσσια, ας έσσιειιιι…». Ξεκαρδιζόταν όταν δεν τα κατάφερναν.

Οι θείες Μαριτσού, Θεοδώρα και Κατίνα (από Αγγλία) με τα παιδιά στην αυλή της Αγάπης.

Σύντομα “ανακάλυψε” την Ευαγγελία. Όμως τον πρόσεξε και αυτή. Ήταν και οι δύο λίγο σοβαροί, κάπως κλειστοί. Ο καιρός περνούσε και οι δύο νέοι συμπάθησαν ο ένας τον άλλο. Τότε ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ήταν αρκετά. Κάποτε ο Σώζος πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ήξερε που δούλευε η Ευαγγελία. Έμαθε το τηλέφωνο της δουλειάς της και ένα απόγευμα της τηλεφώνησε. Με τρεμάμενη φωνή της είπε το όνομα του. Με τρεμάμενη φωνή του απάντησε πως το ξέρει. Μίλησαν λίγο. Ξεθάρρεψαν. Τώρα σχεδόν κάθε μέρα μιλούσαν. Από τότε η Ευαγγελία κάθε νύκτα καθόταν στη ραπτομηχανή της και έραβε, μέχρι να ακούσει το ποδήλατο του Σώζου να ακουμπά στο παράθυρο του. Μισάνοιγε τη πόρτα και τον έβλεπε. Και ψιθύριζε για να μην ακούσει κανένας «Καληνύχτα, Σώζο».

Το Πάσχα του 58 ο Σώζος πήγε στο χωριό του να δει την οικογένειά του. Έδωσε στη γιαγιά τις 2 λίρες και ένα όμορφο δέμα. Το ανοίγει και με μεγάλη της έκπληξη βρίσκει ένα μαύρο φουστάνι. Το κοιτάζει καλά – καλά, το δοκιμάζει πάνω στους ώμους της. Ακριβώς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της. Είχε χρόνια να φορέσει καινούριο φουστάνι.

– Τζαι που το ήβρες, γιόκκα μου; ρωτά με περιέργεια.

– Έραψεν το η Ευαγγελία, γιαγιά. Έκαμε το δκυό φορές δοκιμήν πάνω μου. Στέλλει σου το δώρον. Εν να γίνει νύφη σου…

Ύστερα γυρίζει στη μάνα του και της δίνει το δεύτερο δέμα. Φουστάνι. «Και για σένα από την Ευαγγελία». Συγκινήθηκε και η μάνα του. Δεν ξέχασε τα αδέλφια του. Όλοι πήραν τα δώρα τους. Ρωτούσαν συνέχεια να τους πει για τη κοπέλα του, για τη ζωή στη πόλη.

Περνούν οι γιορτές. Ο Σώζος και η Ευαγγελία τώρα μιλούσαν κάθε μέρα. Ερωτεύτηκαν. Με τον τρόπο και τους κανόνες της τότε εποχής. Πρόσεχαν να μην τους κακολογήσει ο κόσμος. Ο Σώζος βρήκε άλλη δουλειά. Ήταν σερβιτόρος στη Λέσχη του Χαρίτου, κοντά στον Άη Νικόλα. Σέρβιρε τους πελάτες της Λέσχης. Του άφηναν καλό φιλοδώρημα. Εδώ μέσα έκαμε τη τύχη του, μα κυρίως τις γνωριμίες του. Τον Αύγουστο του 58 χαρτώνεται ο Σώζος την Ευαγγελία. Τα χαρτωμένα ζούσαν τον έρωτα της ζωής τους. Κολυμπούσαν στη θάλασσα και σε πελάγη ευτυχίας. Τον Αύγουστο του 59 παντρεύεται η Ευαγγελία το Σώζο. Το παιδί από τον Άη Φώτη της Πάφου βρήκε το ταίρι του στο Βαρώσι στην αυλή της θείας . Ήταν η τύχη τους, η μοίρα τους. Πριν από αυτούς στη ίδια αυλή, μα στο σπίτι της θείας Θεοδώρας η μεγάλη αδελφή η Γιαννούλα γνώρισε και παντρεύτηκε τον Αντρέα Πελοπίδα. Έτσι η αυλή ονομάστηκε «ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ».

Ο Σώζος με τις σχέσεις και το καλό όνομα που δημιούργησε, έφτιαξε τις δικές του επιχειρήσεις. Ανέλαβε τη διαχείριση της καντίνας της Αστυνομίας, του στρατού και τη Λέσχη της ΠΑΣΥΔΥ. Έφερε από το χωριό τα αδέλφια και τους γονείς του. Είχε δουλειά για όλους. Η Ευαγγελία άνοιξε το δικό της κατάστημα κοντά στον Άη Νικόλα. Έραβε η ίδια φορέματα και τα πουλούσε. Δούλευαν και οι δύο πολλές ώρες. Αγόρασαν οικόπεδο κοντά στα «5 πιθάρια» και έκτισαν το τριώροφο σπίτι τους. Σύντομα γεννήθηκε η Έλενα –Λίλλη και 4 χρόνια αργότερα η Τούλλα. Οι γονείς της Ευαγγελίας ήλθαν από την Άσσια και η γιαγιά Ελένη ανέλαβε να προσέχει τις εγγονούλες της. Περνούσαν τα χρόνια. Δούλευαν όλοι σκληρά. Είχαν την οικογένεια τους, τα παιδιά τους, τους γονείς τους. Ρίζωσαν για καλά στο Βαρώσι. Ήταν αγαπημένοι και ευτυχισμένοι. Ώσπου έγινε το πραξικόπημα και η εισβολή. Ο δρόμος της προσφυγιάς τους έφερε στη Λεμεσό.

Η ζωή τους ξεκινά από την αρχή. Τώρα είχαν και τα παιδιά τους. Σε μια νέα πόλη. Πολλές οι δυσκολίες. Έσφιξαν τα δόντια και ξεκίνησαν να δημιουργήσουν μια νέα ζωή.

Η θεία Αντωνού με τα παιδιά της.

Ενοικίασαν ένα σπίτι κάπου στο κέντρο της πόλης. Η πείρα που απέκτησαν τόσα χρόνια τους βοήθησε να βρουν δουλειά. Ο Σώζος σαν γκαρσόνι και αργότερα σαν διαχειριστής Λέσχης. Έψηνε καφέδες για τους πελάτες της Λέσχης και τα γύρω καταστήματα. Η ευγένεια, η καλοσύνη και η γρήγορη εξυπηρέτηση του τον βοήθησαν. Ήταν πολύ αγαπητός.

Η Ευαγγελία συνέχισε να ράβει. Τώρα όμως ασχολείται με υψηλή ραπτική. Απέκτησε μια νέα πλούσια πελατεία, που εκτίμησε τη τέχνη της. Της άρεσε η δουλειά της και έδινε όλο το ταλέντο της. Κάποτε αγόρασαν οικόπεδο και έκτισαν το ίδιο ακριβώς τριώροφο σπίτι, όπως στο Βαρώσι. Ο Θεός τους αξίωσε να χαρούν αυτό το σπίτι και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Με τους κόπους της ζωής τους ζούσαν σχετικά άνετα. Έκαναν τα ταξίδια τους στη Κύπρο και το εξωτερικό.

Η Ευαγγελία κάθε χρόνο ετοίμαζε τα καρναβαλίστικα κοστούμια των παιδιών και των εγγονιών της. Κέρδισε βραβεία με την ομάδα της. Το βαρωσιώτικο χόμπι της την κράτησε νέα. Κολυμπά σχεδόν καθημερινά. Ο Σώζος συχνά ομολογούσε ότι έκανε μόνο ένα λάθος στη ζωή του. Αγόρασε στη σύζυγο του κυνηγετικό όπλο. Πήγαιναν μαζί κυνήγι. Τελικά η Ευαγγελία αναδείκτηκε καλύτερη κυνηγός από αυτόν. Μεγάλωσαν με πολλή αγάπη τα παιδιά τους. Τα σπούδασαν, βρήκαν δουλειά. Παντρεύτηκαν και έκαναν τα δικά τους παιδιά. Η Λίλλη εργάστηκε πολλά χρόνια στο Μακάριο Νοσοκομείο. Αυτές τις μέρες έγινε γιαγιά και σταμάτησε τη δουλειά της. Αφιερώνεται στη φροντίδα της εγγονής της. Η Τούλλα, σπούδασε γυμναστικός και έγινε πρωταθλήτρια Κύπρου στους δρόμους ταχύτητας.
Η θεία Μαρίτσα πέθανε στη Λεμεσό. Ο θείος Γιώρκος με τη θεία Θεοδώρα έζησαν και πέθαναν στην Αγία Νάπα. Ο Σώζος από τον Άη Φώτη πέρασε από την ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ στο Βαρώσι, τελείωσε τη πορεία του στη Λεμεσό και έφυγε για το μεγάλο ταξίδι το 2020.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news