Ο δρόμος για τη μεγάλη επιστροφή

Το είχε μελετήσει πολύ καλά. Είχε σχεδιάσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι του άρεσε. Να προγραμματίζει . Να είναι όλα τέλεια. Να γίνονται σωστά και όσο το δυνατό με λιγότερα λάθη.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Ήταν ένα προτέρημα, που κληρονόμησε ή μάλλον διδάχτηκε από τον πατέρα του. Θυμάται τότε που σαν τέλειωσε το Β’ Γυμνάσιο Αμμοχώστου και τη στρατιωτική του θητεία, δούλεψε κάποιους μήνες μαζί του. Ήταν πολύ καλός τεχνίτης ο πατέρας του. Δούλευε ηλεκτρολόγος, υδραυλικός, κωμοδρόμος και σιδεράς. Ότι είχε σχέση με σίδερα, μέταλλα και σύρματα του περνούσε του μάστρε Γιώρκου. Τη δεκαετία του 60 και κυρίως στο δεύτερο μισό της, τότε που άρχισε η μεγάλη ανάπτυξη του Βαρωσιού με τα ξενοδοχεία να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια το ένα μετά το άλλο. Οι καλοί μάστορες ήταν περιζήτητοι. Χρειάζονταν τεχνίτες έμπειροι που θα στήριζαν την οικοδομική βιομηχανία. Έτσι, ο μάστρε Γιώρκος μαζί με το νεαρό ξάδελφο τον Ιάκωβο, που είχε κέφι και διάθεση να δουλέψει, άνοιξαν ένα μικρό κωμοδρομιό στην αρχή της Λεωφόρου Ευαγόρου, πίσω από το χειμερινό σινεμά ΙΝΤΕΑΛ.

Πήγαινε λοιπόν ο νεαρός Βασίλης και τους βοηθούσε. Παρακολουθούσε πως δούλευε ο πατέρας του. Μετρούσε πόσο ακριβώς θα κόψει τα σίδερα για να φτιάξει τα τελάρα που θα έβαζαν μέσα στα καλούπια της οικοδομής και μετά οι κτιστάδες να χύσουν το κουγκρίν. Μετρούσε με μεγάλη ακρίβεια πόσο θα κόψει τα αλουμίνια για να φτιάξει πόρτες και παράθυρα. Έπρεπε να κοπούν όλα σωστά και κυρίως οικονομικά, έτσι, που να μην σπαταλούνται οι βέργες του σίδηρου ή του αλουμίνιου. Τον έβλεπε πώς μετρούσε και ξαναμετρούσε. Σταματούσε λίγο για να ελέγξει τους υπολογισμούς του και μετά να προχωρήσει στο κόψιμο ή την ηλεκτροκόλληση. Κάποτε, του έδειχνε τους υπολογισμούς του σημειωμένους με το κόκκινο μολύβι, το μονίμως στηριγμένο στο δεξί του αυτί. Και του έλεγε, χαμογελώντας με κάποια περηφάνια: «Εν σωστά, μάστρε;»

Κάποια μέρα τον βοηθούσε να βάλει μέσα στο καλούπι μιας στέγης σπιτιού τις σιδεροσυνδέσεις. Μετά θα αναλάμβαναν οι κτιστάδες να χύσουν τη πλάκα. Κουρασμένοι και οι δύο μέσα στο λιοπύρι του μεσημεριού. Κάπου σκάλωσε κάποιο από τα σίδερα του πλέγματος και ήταν λίγο πιο ψηλά από τα άλλα. Ο μάστρε Γιώρκος προσπαθούσε για κάμποση ώρα να το βάλει στη θέση του. Έπρεπε να το λυγίσει καλά, να το ξεδέσει σε κάποιο σημείο, να το ταράξει μερικά εκατοστά και μετά να το δέσει ξανά. Προσπαθούσε συνέχεια και ο Βασίλης πρόσεξε την κούραση στο πρόσωπο του πατέρα.

– Πατέρα, του λέει! Αφού τα σίδερα είναι μέσα στο καλούπι, έτσι κι αλλιώς θα σκεπαστούν από το τσιμέντο. Δεν θα φαίνεται ότι είναι λίγο ψηλά ή λίγο π’ έξω. Άφησε τα έτσι και δεν πειράζει.
– Όχι, γιε μου. Δεν γίνεται. Πρέπει να μπουν στη θέση τους. Πρέπει να κάμνουμε καλή και σωστή δουλειά. Φαίνεται ή δεν φαίνεται, η δουλειά πρέπει να γίνεται σωστά. Για αυτό μας πληρώνουν».

Σύντομα ο Βασίλης πήγε για σπουδές. Έλειψε 10 χρόνια. Η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε δεν γύρισε στο σπίτι του στο Βαρώσι. Το 1974 έγινε το προδοτικό πραξικόπημα. Μπήκαν στην πόλη οι Τούρκοι.

Ο Βασίλης όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα πήγε πολλές φορές στο Βαρώσι. Το σπίτι τους έκοψε στην περίκλειστη περιοχή. Την πρώτη φορά που πήγε είδε πως κάποια σκυλιά περνούσαν μέσα από τις τρύπες που υπήρχαν στο σκουριασμένο από το χρόνο συρματόπλεγμα. Τον έπιασε το παράπονο.

Τα σκυλιά περνούν και εγώ δεν μπορώ να περάσω και να πάω 30 μέτρα πιο πέρα να δω το σπίτι μου. Κάθισε στο αυτοκίνητο του και έκλαψε.

Ύστερα πήγε και άλλες φορές. Κολυμπούσε στην παραλία της «Γλώσσας». Την πρώτη φορά που μπήκε στο νερό με τη μάσκα και τα πέδιλα του συνάντησε μια μικρή χελώνα. Από το μέγεθος της λογάριασε πως θα ήταν 35-37 χρονών. Θα γεννήθηκε εκεί όταν εμείς φύγαμε από την πόλη μας, σκέφτηκε. Κολύμπησε μαζί της στα βαθιά νερά προς την «Καμήλα» αρκετή ώρα, μέχρι που ακούστηκαν τα σφυρίγματα του Τούρκου φρουρού.

Τις Κυριακές δεν έχανε τη λειτουργία στον Άι Γιώρκη τον Ξορινό. Του άρεσε πολύ να πηγαίνει νωρίς το πρωί. Βοηθούσε όσο μπορούσε. Εδώ συναντούσε παλιούς φίλους, συμμαθητές, ή γείτονες του. Γνώρισε νέους. Ένιωθε πως η ψυχή του ήταν ελεύθερη. Η συγκίνηση του ήταν απερίγραπτη όταν τη Μεγάλη Παρασκευή του 2014 τελέστηκε η λειτουργία και η περιφορά του Επιτάφιου μέσα στην αυλή της εκκλησίας και γύρω – γύρω οι Τούρκοι και Τουρκοκύπριοι έβλεπαν με έκπληξη, μα και κάποιο σεβασμό αυτή τη ασυνήθιστη λαοθάλασσα από 5-6 χιλιάδες Βαρωσιώτες και άλλους πρόσφυγες. Ήταν πολύ συγκινητικές οι στιγμές και οι σκηνές απερίγραπτες, αξέχαστες.

Από τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν μια υποχρέωση και συνάμα υπόσχεση προς τους γονείς του που δεν μπόρεσαν να γυρίσουν. Πέθαναν και θάφτηκαν στην Αγία Νάπα. Έπρεπε να πάει στο σπίτι του. Και θα πήγαινε κάποια μέρα. Όμως έπρεπε να τα σχεδιάσει όλα και να τα εφαρμόσει όσο μπορεί να στέκεται στα πόδια του.

Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που πήγαινε στην κατεχόμενη πόλη του κατάστρωνε τα σχέδια του. Από ποιο σημείο θα περάσει; Στην αρχή βρήκε κάποιο καλό μέρος, κοντά σε σχολείο. Του άρεσε γιατί είχε 2-3 σημεία από όπου μπορούσε να τρυπώσει. Από εκεί θα περπατούσε προς τη γειτονιά του. Λίγο μακριά. Τους δρόμους τους ήξερε πολύ καλά. Ήξερε ακόμη και τα περάσματα ανάμεσα στα σπίτια, μέσα από τις αυλές στην οδό Ακροπόλεως.

Ίσως όμως θα ήταν καλύτερα να βρει κάποια σημεία πιο κοντινά προς το σπίτι του. Αφού εκεί ήταν ο κύριος στόχος του, ήταν πιο σωστό το πέρασμα να’ ναι όσο πιο κοντά γίνεται. Θα πήγαινε βιαστικά, τρέχοντας στο σπίτι του. Να μπει μέσα. Να δει πώς είναι σήμερα. Να δει πως είναι ο τόπος που γεννήθηκε, που μεγάλωσε, που έπαιζε με τ’ αδέλφια του. Να κάτσει σε μια γωνιά και να κλάψει για όσα έχασε τόσα χρόνια. Να κλάψει για όσους έφυγαν. Να θυμηθεί τα χρόνια που έζησε εκεί και αυτά που στερήθηκε. Να ξαλαφρώσει η ψυχή του. Μετά θα αποφασίσει τι θα κάνει. Θα πήγαινε καμιά βόλτα στην πόλη; Ή θα επισκεπτόταν τα σπίτια και τις αυλές της γειτονιάς του. Της θείας Μαριτσούς, της Άνθούλας του Σπάρταλη, της Φιλομήλας, της Ερασμίας. Στου Αντρέα του Μάντη; Της Μηλούς ή της Αννούς, των αδελφών του Τρίαρχου; Μπορούσε να περάσει τους χαμηλούς φράχτες και να πάει όπου ήθελε. Φτάνει να είχε χρόνο. Μα κυρίως, να μην τον πάρουν είδηση οι Τούρκοι στρατιώτες. Τελικά, το πρώτο σημείο ακυρώθηκε. Φαίνεται πως από εκεί περνούσαν στην περίκλειστη περιοχή πολλοί και διάφοροι. Τούρκοι, που πήγαιναν για βόλτα στην έρημη πόλη. Ίσως και Ελληνοκύπριοι. Οι κατοχικές δυνάμεις έκλεισαν αυτό το σημείο με νέο συρματόπλεγμα που ήταν ψηλό και απροσπέλαστο.

Κάπου εκεί στο δρόμο του βρήκε 2-3 άλλα σημεία. Τις τελευταίες μέρες τα μελετούσε αρκετά. Τα σημείωσε στη μνήμη του. Σε δεφτέρι μυστικό.

Σημείο 1, σημείο 2, σημείο 3. Εδώ κάπου τα ττέλλια χάλασαν, χαμήλωσαν από τα πολλά χρόνια. Σε κάποιο σημείο έκοψε το συρματόπλεγμα και σχηματίστηκε μια τρύπα. Μπορούσε να περάσει. Με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε άνετα ή να τα πηδήσει ή να τρυπώσει χαμηλά και να περάσει. Μόλις βρεθεί στην πλευρά του θα τρέξει και θα πάει στο σπίτι του. Απλά θέλει λίγη τύχη. Να μην τον δουν.

Πώς θα πάει εκεί, το είχε ήδη αποφασίσει. Σε καμία περίπτωση δεν θα πάει με το αυτοκίνητο του. Θα περάσει πεζός από το σημείο ελέγχου. Μετά θα βρει κάποιο μέσο. Κάποιο αυτοκίνητο ελληνοκυπριακό να τον πάρει μέχρι τη γειτονιά του. Πότε θα πάει; Κάποιο πρωί, καθημερινή. Όχι Σαββατοκύριακο, ούτε γιορτή. Υπάρχει πολλή κίνηση στους δρόμους.

Πολλές φορές σκέφτηκε τι μπορεί να του συμβεί. Τα έχει μελετήσει και αυτά πολύ σοβαρά. Μπορεί να πάει και να γυρίσει δίχως να τον δει κανένας. (Χρειάζεται τύχη και προσοχή.)

Μπορεί να τον συλλάβουν, να τον δικάσουν και να πληρώσει κάποιο πρόστιμο, λίγες ή πολλές μέρες φυλακή. Δεν τον νοιάζει.

Μπορεί να τον πυροβολήσουν και να τον σκοτώσουν. Ίσως έτσι τον κάνουν αθέλητα και ήρωα. Κάτι που δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Τη ζωή του την έχει ζήσει. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα.

Αν συμβεί κάτι δυσάρεστο, ίσως ξυπνήσουν κάποιες συνειδήσεις και ο κόσμος καταλάβει πως είναι ώρα να απαιτήσει την «επιστροφή».

Αργότερα έμαθε, πως σε όσους συλλαμβάνονται και καταδικάζονται, απαγορεύουν για πάντα να ξαναεπισκεφθούν τα κατεχόμενα. Είπε να περιμένει λίγο ακόμη. Μέχρι να βρει μια καλύτερη στιγμή.

Δυστυχώς αργότερα οι Τούρκοι άρχισαν να καθαρίζουν κάποιους δρόμους της πόλης. Επέτρεψαν την κυκλοφορία σε κάποια σημεία. Ο δρόμος του όμως αργεί. Δεν είναι στο κέντρο. Έμαθε πως σε αρκετά σημεία της πόλης υπάρχουν σκοπιές και περιπολίες στρατιωτών. Προς το παρόν η δική του επιστροφή αναβάλλεται. Θέλει να πάει και να ξαναμελετήσει επιτόπου τη νέα κατάσταση. Την υπόσχεση του δεν τη ξεχνά. Ελπίζει να την εκπληρώσει…

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news