Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Σαλαμίνας – του Άγγελου Σμάγα

Αναμφισβήτητα, στην επαρχία Αμμοχώστου δεν υπάρχει σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος από της Σαλαμίνας, της σπουδαίας αυτής αρχαίας πόλης που σχετίζεται με ένα περίφημο μυθολογικό παρελθόν και μια μοναδική ιστορική πορεία.

Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Σαλαμίνας
αναμφισβήτητα, στην επαρχία Αμμοχώστου δεν υπάρχει σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος από τη Σαλαμίνα, της σπουδαίας αυτής αρχαίας πόλης που σχετίζεται με ένα περίφημο μυθολογικό παρελθόν και μια μοναδική ιστορική πορεία. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, η Σαλαμίνα ιδρύθηκε από τον ομηρικό ήρωα Τεύκρο, στον οποίο υποδείχτηκε από τον Απόλλωνα να μην επιστρέψει μετά τον Τρωικό πόλεμο στην πατρίδα του, το νησί Σαλαμίνα απέναντι από τον Πειραιά, γιατί δεν είχε αποτρέψει την αυτοκτονία του αδελφού του, Αίαντα. Προσαράζοντας λοιπόν «ες γην εναλίαν Κύπρον» δημιούργησε μια μικρή εγκατάσταση δίπλα από το λιμάνι των εκβολών του Πεδιαίου, η οποία τους επόμενους αιώνες θα αποτελούσε το κέντρο του ελληνισμού στην Κύπρο και θα έφτανε να προτείνεται ως η πόλη που μπορούσε να ηγηθεί όλων των Ελλήνων. Αποτελούσε άλλωστε για περισσότερα από χίλια χρόνια την πρωτεύουσα του νησιού, η οποία μάλιστα με τον βασιλιά Ονήσιλο κατά την Αρχαϊκή εποχή ηγήθηκε των υπόλοιπων κυπριακών βασιλείων στον αγώνα ενάντια στην περσική κυριαρχία.
Ο ενδοξότερος εντούτοις βασιλιάς της Σαλαμίνας ήταν ο Ευαγόρας, που κέρδισε την ανεξαρτησία της πόλης αλλά και ολόκληρου του νησιού από τους Πέρσες στους κλασικούς χρόνους και ο οποίος έβαλε την ανεξίτηλη σφραγίδα του σε σχέση με τον ελληνικό χαρακτήρα της τέχνης και του πολιτισμού της, έτσι ώστε ο Ισοκράτης να την χαρακτηρίζει «ελληνικωτάτην», ενώ ο Σκύλαξ να τη μνημονεύει πρώτη ανάμεσα στις άλλες ως «Σαλαμίς ελληνική». Άλλωστε οι θεοί που λατρεύονταν και εικονίζονταν στα νομίσματά της ήταν η Αφροδίτη, η Αθηνά, η Άρτεμις και κυρίως ο Ζευς, από τον οποίο μάλιστα ισχυρίζονταν ότι κατάγονται οι Σαλαμίνιοι, γι’ αυτό και είχαν οικοδομήσει επιβλητικό ναό αφιερωμένο στον Ολύμπιο ή Σαλαμίνιο ∆ία.
Τον έξοχο ναό αποκάλυψαν οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν, όπως το ίδιο συνέβη με το θέατρο 15.000 θέσεων, το γυμνάσιο και τα δημόσια λουτρά όπου σώζονται εξαίσια αγάλματα και πολυτελή ψηφιδωτά τα οποία κοσμούσαν τον χώρο και αναδείκνυαν την ευμάρεια των κατοίκων της Σαλαμίνας. Αντίστοιχο πλούτο αποκάλυψαν οι ανασκαφές των βασιλικών μνημειακών τάφων της τεράστιας, ανεξερεύνητης σε μεγάλο βαθμό ακόμα, νεκρόπολης, όπου αποκαλύφθηκαν πολύτιμα ευρήματα, εξωτικά δώρα αγγειοπλαστικής, μεταλλοτεχνίας και ελεφαντουργίας, που παραπέμπουν σε εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή, αλλά και σε στενούς δεσμούς με την Ελλάδα. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε από τη χρήση ομηρικών εθίμων τόσο για την ανέγερση των τύμβων όσο και κατά τον ενταφιασμό των σημαινόντων νεκρών, προς τιμήν των οποίων θυσίαζαν άλογα και προσέφεραν λάδι. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τύμβος του Νικοκρέοντα, ένα ξεχωριστό ταφικό μνημείο το οποίο σχετίζεται με τον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας. Επρόκειτο για ένα κενοτάφιο, στη βαθμιδωτή εξέδρα του οποίου εντοπίστηκαν τα πήλινα πορτρέτα μελών της βασιλικής οικογένειας που τιμήθηκαν μετά θάνατον με πυρά. Ύστερα από τον Νικοκρέοντα, που εξαναγκάστηκε να αυτοκτονήσει όταν πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος του είχε εκχωρήσει τα προσοδοφόρα μεταλλεία της Ταμασού, ξεκίνησε μια νέα περίοδος για τη Σαλαμίνα.
Σταδιακά το κέντρο βάρους της διοίκησης μετατέθηκε προς την Πάφο, χωρίς όμως να μειωθεί η σημασία της Σαλαμίνας η οποία μάλιστα ευνοήθηκε από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες που κατασκεύασαν αριστουργηματικά δημόσια κτίρια. Τότε χαρακτηριζόταν για τον πολυεθνικό χαρακτήρα της καθώς αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου με μεγάλη εμπορική κίνηση. Η σημασία της Σαλαμίνας εκείνη την εποχή ως πληθυσμιακά πολυσυλλεκτικής πόλης πιστοποιείται και από το γεγονός ότι αποτέλεσε τον αρχικό σταθμό του Αποστόλου Παύλου κατά την πρώτη του περιοδεία, αλλά και από το ότι ο ιδρυτής της εκκλησίας της Κύπρου Απόστολος Βαρνάβας θάφτηκε μετά από λιθοβολισμό από τους Ιουδαίους κατοίκους της στη νεκρόπολη έξω από τα τείχη της, εκεί όπου αργότερα ιδρύθηκε το ομώνυμό του μοναστήρι. Τον πολυεθνικό χαρακτήρα της έχασε η Σαλαμίνα στις αρχές του 2ου αιώνα που σημειώθηκε μια βάναυση εξέγερση από τους Ιουδαίους η οποία οδήγησε στην εξόντωση 240.000 Ελλήνων της πόλης αλλά και στην οριστική απαγόρευση από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα να ξανακατοικήσει Εβραίος στην Κύπρο.
Η τραγικότερη όμως περίοδος για τη Σαλαμίνα ήταν στις αρχές του 4ου αιώνα όταν την πόλη έπληξαν ισχυροί σεισμοί, οι οποίοι τη σώριασαν ολοσχερώς στη γη, αν και σύντομα ανοικοδομήθηκε και επανασχεδιάστηκε σε μικρότερη κλίμακα με την οικονομική στήριξη του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β ́, γι’ αυτό και μετονομάστηκε σε Κωνσταντία προς τιμήν του. Με αυτό το όνομα έγινε έδρα επισκόπου, ο γνωστότερος από τους οποίους ήταν ο Επιφάνιος, ένας λόγιος ιεράρχης που διαμόρφωσε καταλυτικά τον χριστιανισμό και οδήγησε στην ανέγερση αξιοθαύμαστων οικοδομημάτων, όπως ο εξαίρετος μητροπολιτικός ναός του Αγίου Επιφανίου καθώς και ο εντυπωσιακός ναός της Καμπανόπετρας.
Εντούτοις, οι λαμπροι ναοί, όσο και πολλά άλλα εκλεκτά κτήρια της υπέροχης αυτής πόλης, καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά τον 7ο αιώνα από τη βιαιότητα των Αραβικών επιδρομών. Έτσι οι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν λίγο νοτιότερα στα ερείπια μιας άλλης αρχαίας πόλης, της Αρσινόης. Εκεί ίδρυσαν την Αμμόχωστο, η οποία μπορεί να μην έφερε πια το όνομα της αρχαίας Σαλαμίνας, διέθετε όμως την ίδια ασυναγώνιστη οικονομική και πολιτισμική δυναμική.