Οι ζωές των άλλων και η μέρα που έπεσε το τείχος

Του Κωνσταντίνου Οδυσσέως


Πριν από 30 χρόνια, στις 9 Νοεμβρίου 1989, το απόγευμα, ήμουν στην κλινική και περίμενα να γεννηθεί το πρώτο μας παιδί, ο γιος μου. Μέσα στην αναμονή και την αγωνία του 25χρονου wannabe πατέρα, έρχινα πού και πού ματιές στην τηλεόραση του ΡΙΚ, τον τότε μοναδικό τηλεοπτικό σταθμό, που διέκοπτε τακτικά το πρόγραμμά του για να δείξει ζωντανά εικόνες από το Βερολίνο. Χιλιάδες άνρθωποι από το Ανατολικό Βερολίνο είχαν μαζευτεί στο τείχος που χώριζε στα δύο την πόλη και άρχισαν να το γκρεμίζουν.

Το τείχος χτίστηκε το 1961 από την κομμουνιστική κυβέρνηση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Ανατολικής Γερμανίας) για να εμποδίσει την ολοένα αυξανόμενη φυγή πολιτιών της χώρας προς τη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία). Ανθρώπων που δεν άντεχαν άλλο τη μίζερη ζωή κάτω από ένα καταπιεστικό καθεστώς, μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια και στις ουρές με τα κουπόνια στο χέρι για να πάρουν στοιχειώδη είδη πρώτης ανάγκης, πολλά από τα οποία τελείωναν και δεν έφταναν να καλύψουν όλο τον πληθυσμό. Ένα καθεστώς στο οποίο περνούσε καλά μόνο η νομεγκλατούρα (ελίτ) του κομμουνιστικού κόμματος και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ενώ ο απλός λαός βρισκόταν συνεχώς υπό παρακολούθηση, κάτω από το άγρυπνο μάτι των χαφιέδων της τρομερής μυστικής υπηρεσίας STASI.

Το τείχος εκείνο έκοψε το Βερολίνο στα δύο. Έκοψε στη μέση τις λεοφώρους, τα δρομάκια, τις σήραγγες του μετρό, τις ζωές των ανθρώπων, χώρισε οικογένειες. Οι Ανατολικογερμανοί κλείστηκαν σε μια τεράστια φυλακή, στην οποία δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, δεν είχαν ελευθερίες, σε μια συνέχεια της δικτατορίας του Χίτλερ, αλλά με μαρξιστική επίφαση. Στα 28 χρόνια του τείχους της ντροπής, γύρω στους 85 ανθρώπους πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν από συνοριακούς Ανατολικογερμανούς φρουρούς, στην προσπάθεια τους να διαφύγουν προς την ελευθερία.

Στις 9 Νοεμβρίου η νέα (μετά τον Έριχ Χόνεγκερ) κομμουνιστική κυβέρνηση, κάτω από την πίεση των αλλαγών στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη και μη έχοντας πια τη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, προσπάθησε με μισόλογα να κάνει κάποιες αλλαγές στο σύστημα. Μια λανθασμένη είδηση που μεταδόθηκε από τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίχτυα του πλανήτη μιλούσε για απόφαση της κομμουνιστικής κυβέρνησης να ανοίξει τα οδοφράγματα. Παρά τους περιορισμούς στην ενημέρωση, οι κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου είδαν την είδηση από τα ΜΜΕ της Δυτικής Γερμανίας. Δεκάδες χιλιάδες Ανατολικογερμανοί μαζεύτηκαν τότε στο τείχος για να περάσουν απέναντι. Οι φρουροί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Οι Ρώσοι στρατιώτες, με εντολές της Μόσχας, έμειναν μέσα στα στρατόπεδα τους αμέτοχοι.

Η ώρα περνούσε, το πλήθος πίεζε, αγρίευε. Κάποια στιγμή άρχισαν με κασμάδες να γκρεμίζουν το τείχος. Το κομμουνιστικό καθεστώς κατέρρευσε και η χώρα μπήκε σε μια μεταβατική διαδικασία, που την οδήγησε στην ενοποίηση με τη Δυτική Γερμανία σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1990.

Για την κατάσταση που επικρατούσε στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία μπορείτε να δείτε την καταπληκτική ταινία Das Leben der Anderen (Οι Ζωές Των Άλλων) και θα καταλάβετε γιατί δεν μπορούσαν με τίποτε οι άνθρωποι να ζουν κάτω από εκείνες τις συνθήκες όταν οι υπόλοιποι Γερμανοί ζούσαν όπως περίπου ξέρουμε τη Γερμανία σήμερα.