Οι δύο φίλοι και το όνειρο της Vespa.

Η ιστορία του Φλώρη και του Μανωλάκη και τα παιδικά τους όνειρα στην αγαπημένη πόλη της Αμμοχώστου.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Κύπρος. Αμμόχωστος. Γύρω στο 1930. Σε μια φτωχογειτονιά της Αγίας Ζώνης με τα λίγα πλινθόκτιστα σπιτάκια ζούσαν με τους γονείς και τα αδέλφια τους δύο φίλες, η Βασιλού και η Θεοδώρα. Ήταν αχώριστες φίλες και πολύ αγαπημένες. Μοιράζονταν μαζί την φτώχεια και τα όνειρά τους.

Να χαρτωθούν, να παντρευτούν και να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια. Όπως όλες οι νέες της γενιάς τους παντρεύτηκαν με προξενιό. Στάθηκαν τυχερές. Οι άντρες τους ήταν πολύ καλοί. Φτωχοί και αυτοί. Είχαν όμως κάποια δουλειά και τους προσέφεραν τα πιο βασικά για τη ζωή. Με πολλές δυσκολίες έκτισαν το δικό τους μικρό σπίτι, το οποίο σύντομα γέμισε με χαρούμενες φωνές. Απέκτησαν τα δικά τους παιδιά τα οποία έγιναν κι αυτά πολύ καλοί φίλοι.

Ιδιαίτερα ο Φλώρης της Βασιλούς με τον Μανωλάκη της Θεοδώρας, που ήταν στην ίδια ηλικία και ήταν τα πιο φρόνιμα και υπάκουα. Δεν χαλούσαν ποτέ το χατίρι της μητέρας τους. Πλησίαζε το Πάσχα του 1952. Η Βασιλού φώναξε τη φίλη της και της ανακοίνωσε πως ο γιος της ο Φλώρης πήγε στη εκκλησία και οι κυρίες της Φιλοπτώχου, που την είχαν ειδοποιήσει πριν 2 – 3 μέρες, του έδωσαν τρόφιμα όπως ρύζι, αλεύρι, ζάχαρη και φασόλια και άλλες κονσέρβες. Οι κυρίες της Φιλοπτώχου βοηθούσαν πάρα πολύ τις οικογένειες του χωριού. Έστω και απρόσκλητα η Θεοδώρα έστειλε τον Μανωλάκη να πάρει κι αυτός κάποιες σακούλες με τρόφιμα. Τα είχε ανάγκη η οικογένεια. Το μικρό παιδί πήγε και εκεί τον ρώτησε η κυρία Μαρίκα ποιοι είναι οι γονείς του. Αφού της είπε, αυτή του έδωσε 3 – 4 σακούλια. Κάπως λιγότερα από τους άλλους. Τα πήρε στη μάνας του χαρούμενος. Δεν είχε σημασία αν πήρε λιγότερα. Το σημαντικό ήταν πως δεν
του αρνήθηκαν. Τους βοήθησαν. Έδειξαν ανθρωπιά και καλοσύνη. Μέχρι σήμερα, 65 χρόνια μετά, ο Μανωλάκης δεν ξέχασε αυτή την μέρα, αυτή τη σκηνή. Ήταν ένα μάθημα ανθρωπιάς τον οποίο τον δίδαξε πολλά και διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του.

Στην έκτη τάξη δημοτικού οι δύο φίλοι ήταν αχώριστοι. Κάθονταν από τη πρώτη τάξη στο ίδιο θρανίο και καθημερινά πήγαιναν μαζί στο σχολείο. Ήταν και οι δύο καλοί μαθητές. Το σχολείο τους, που ονομάστηκε Δ ́ Αστική Σχολή, βρισκόταν στην οδό 28ης Οκτωβρίου στην Αμμόχωστο. Στην πίσω αυλή υπήρχε ένα μικρό τσιμεντένιο ντεπόζιτο νερού. Ήταν σαν ένας μικρός πύργος. Είχε λίγα σκαλιά εσωτερικά και μια μικρή πόρτα εξωτερικά. Εκεί πήγαιναν κάποτε κάποιοι συμμαθητές.

Β ́τάξη Μαντζούρειου Δημοτικού σχολείου Αγίας Ζώνης 1953

Ήταν κάτι σαν κρυψώνα. Ο Μανωλάκης δεν ανέβηκε εκεί ποτέ του. Δεν του το επέτρεπαν οι άλλοι μαθητές. Δεν ήξερε και δεν ενδιαφερόταν να μάθει το γιατί. Ούτε του άρεσε που τον απέκλειαν. Μια περιέργεια όμως την είχε.

Κάποια μέρα όλα τα αγόρια της τάξης τους στήθηκαν στα κάγκελα του σχολείου στη πλευρά του δρόμου με πέτρες στα χέρια. Σε λίγο πέρασε ένα στρατιωτικό τζιπ με άγγλους στρατιώτες. Τότε άρχισαν να τους τις ρίχνουν με δύναμη. Ήθελαν να προκαλέσουν ζημίες στο αυτοκίνητο τους και να τους τραυματίσουν. Να τους πολεμήσουν με τον τρόπο τους. Ήταν μια μυστική εντολή και σχέδιο του αγαπημένου τους δάσκαλου, του Γιώργου Κουλουμπρίδη. Αργότερα έμαθαν ότι ήταν Τομεάρχης της ΕΟΚΑ στη πόλη της Αμμοχώστου. Σε κάποια στιγμή μπήκε στη τάξη ένας Άγγλος αξιωματικός. Ρωτούσε ποιος έριχνε τις πέτρες. Φυσικά κανένας δεν μίλησε. Ο Άγγλος θύμωσε. Τους πλησίαζε ένα – ένα στα θρανία, κουνούσε απειλητικά τα χέρια του και έφυγε οργισμένος. Την επομένη
ο δάσκαλος δεν ήλθε στο σχολείο. Βγήκε αντάρτης. Ήταν καταζητούμενος.

Όταν σχόλασαν, στο δρόμο προς το σπίτι ο Μανωλάκης ρώτησε τον φίλο του γιατί δεν τον άφηναν να μπει στο ντεπόζιτο. Και ο Φλώρης με όλη τη παιδική αθωότητα του, του απαντά: «Επιτρέπεται μόνο στους δικούς μας». Ο Μανωλάκης κατάλαβε περίπου τι ήθελε να του πει ο φίλος του, όμως προτίμησε να μην συνεχίσει αυτή τη συζήτηση. Ένιωθε ωραία που έριξε και αυτός πέτρες στους κατακτητές.

Σαν τελείωσαν το Δημοτικό ο Φλώρης πήγε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου. Ο Μανωλάκης στο Εμπορικό Λύκειο, όπως ονομαζόταν τότε. Αργότερα αυτό ονομάστηκε Β’ Γυμνάσιο Αμμοχώστου. Κάθε Κυριακή απόγευμα οι δύο φίλοι έπαιρναν το δρόμο προς το ΙΝΤΕΑΛ και κατηφόριζαν προς το Γ.Σ.Ε. για να παρακολουθήσουν τα ποδοσφαιρικό ματς της Ανόρθωσης ή της Νέας Σαλαμίνας. Πήγαιναν νωρίς για να βρουν κάποιο γνωστό τους να τους περάσει δωρεάν μέσα στο γήπεδο ή να βρουν κάποιο αφύλακτο πέρασμα από τη πλευρά του Γυμνασίου.

Παρακολουθούσαν και υποστήριζαν και τις δύο ομάδες της Αμμοχώστου. Κάθονταν πάντοτε μαζί. Κάποτε, στο δρόμο τους συζητούσαν και συμφωνούσαν, πως κάποια μέρα θα αγόραζαν μαζί μια μοτοσυκλέτα VESPA και θα πήγαιναν οι δύο τους βόλτα στη θάλασσα, στην Δημοκρατίας και στο γήπεδο. Αθώα νεανικά όνειρα. Λεφτά δεν είχαν. Όμως θα δούλευαν και θα αποκτούσαν σιγά σιγά χρήματα για τη VESPA.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ τελείωσε. Ανακηρύχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία. Όσοι αγωνίστηκαν και ζήτησαν θέσεις στη νεοσύστατη κυβερνητική μηχανή διορίστηκαν. Ο καθένας ανάλογα με τη κοινωνική του θέση ή τα μέσα που είχε. Το πιο σημαντικό ήταν να είσαι ημέτερος.

Ο Φλώρης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Βαρώσι, κοντά στο σπίτι του. Έγινε Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Ήταν αρκετά εθνικόφρων. Ο Μανωλάκης, σαν απλός στρατιώτης, στάλθηκε στις Ακράδες, κοντά στη Γιαλούσα. Εκεί όπου έστελλαν τα παιδιά «των άλλων» για τιμωρία. Υπηρέτησε εκεί όλη τη στρατιωτική του θητεία. Μετά το στρατό ο Φλώρης διορίστηκε στην Τράπεζα. Ο Μανωλάκης πήρε υποτροφία και πήγε για σπουδές. Ζούσαν στο ίδιο νησί. Όμως πέρασαν πολλά χρόνια για να ανταμωθούν ξανά. Όπως και σε χιλιάδες πρόσφυγες η μοίρα όμως τους έπαιξε άσχημο παιγνίδι. Ήλθε το πραξικόπημα και η αργότερα η εισβολή. Η διπλή προδοτική μαχαιριά πάνω στο κορμί της πατρίδας. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ξεριζώθηκαν από τα χωριά και τις πόλεις τους. Χάρις στην αλληλοβοήθεια, την αλληλεγγύη και την εργατικότητα του λαού η τραυματισμένη Κύπρος θεράπευσε τις πληγές της και άρχισε να βρίσκει τα πόδια της.

Τα επόμενα χρόνια όπως και σήμερα το πιο σημαντικό προσόν ήταν η κομματική ταυτότητα. Όποιο κόμμα είχε τη εξουσία διόριζε τους ημέτερους. Εδώ άρχισε και η μεγάλη κατηφόρα. Τα κόμματα διόριζαν ή προβίβαζαν σε σημαντικές θέσεις τους δικούς τους.

Δημιουργήθηκε έτσι μια κακοδιαχειρισμένη κρατική μηχανή με πολλές ατέλειες και μειονεκτήματα. Με καπετανάτα και κλίκες. Μια μηχανή με πολλά χαλασμένα, φθαρμένα και διεφθαρμένα γρανάζια. Δάνεια, λεφτά «βερεσιέ» και αγύριστα.

Οι δύο φίλοι είναι τώρα συνταξιούχοι. Παππούδες. Οι γονείς τους θάφτηκαν σε άλλη πόλη. Αυτοί ζουν ακόμη με το πόθο του γυρισμού στη περίκλειστη Αμμόχωστο. Συναντήθηκαν πρώτη φορά τυχαία μετά από 50 χρόνια στον Άη Γίωρκη το Ξορινό. Σαν να το είχαν κανονίσει από καιρό. Αγκαλιάστηκαν. Έκλαψαν. Θυμήθηκαν τα παλιά, τα αθώα παιδικά τους όνειρα και τη ωραία παιδική τους ηλικία. Τότε, που έπαιζαν μπάλα στη αυλή του σχολείου τους και κολυμπούσαν στα καταγάλανα νερά του Βαρωσιού. Τότε, που μαζί ένιωσαν τα πρώτα σκιρτήματα της αγάπης και κτυπήθηκαν από τα βέλη του έρωτα. Θυμήθηκαν τους γονείς, τους γείτονες και τους φίλους τους. Τους ανθρώπους μίας άλλης εποχής. Μίας γνήσιας και αγνής Κύπρου.

Την VESPA δεν μπόρεσαν ποτέ να την αγοράσουν. Δεν αξιώθηκαν να ζήσουν στη πόλη τους όπως επιθυμούσαν και ονειρεύονταν από μικροί. Ζουν σε διαφορετικές πόλεις. Κάποτε συναντιούνται στο οδόφραγμα της Δερύνειας και επισκέπτονται την σκλαβωμένη πόλη τους. Σταματούν εκεί κοντά στη Αγία Ζώνη και βλέπαν τα γειτονικά σπίτια. Τα δικά τους είναι κρυμμένα πίσω από τα άλλα. Μετά περνούν από το Μαντζούρειο Δημοτικό και θυμούνται τους καθημερινούς ποδοσφαιρικούς αγώνες. Ύστερα προχωρούν προς τη παραλία της Γλώσσας. Ατενίζουν τη χρυσή αμμουδιά της πόλης. Θυμούνται τα νιάτα και τους φίλους τους και λυπημένοι επιστρέφουν στις ελεύθερες περιοχές. Άραγε θα καταφέρουν κάποτε να γυρίσουν στη πόλη τους;