Μουσικές επιρροές από τη Μικρασία στα Κοκκινοχώρια

Όταν 100 χρόνια πριν έγινε η Μικρασιατική καταστροφή, πολλοί ξεριζωμένοι Ρωμιοί, αναζήτησαν σωτηρία στην κοντινή Κύπρο.

ΤΟΥ ΑΝΔΡΈΑ ΣΜΑΓΑ

Τον καιρό εκείνο, το νησί διοικούσαν οι Βρετανοί, οι οποίοι, αντίθετα με την ευρωπαϊκή, πολιτισμένη στάση, που θα περίμενε κανείς ότι θα τηρούσαν, φέρθηκαν απάνθρωπα, εμποδίζοντας τα καράβια με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες να αράξουν στην Κύπρο. Παρόλα αυτά, περίπου 2.500 Μικρασιάτες Έλληνες αποβιβάστηκαν τελικά με τη βοήθεια των Ελληνοκύπριων, που προσπάθησαν να τους σώσουν.
Οι Μικρασιάτες έφεραν μαζί τους έναν πολιτισμό υψηλού επιπέδου που επηρέασε την Κυπριακή πραγματικότητα σε διάφορους τομείς, ένας από τους οποίους ήταν και η μουσική μας παράδοση. Συγκεκριμένα, δεκάδες τραγούδια που θεωρούνται κυπριακά, είναι στην πραγματικότητα μικρασιάτικα, γνωστότερα από τα οποία είναι «Η βράκα» (Κόνιαλης, Καππαδοκίας), «η Αντρονίκη» (Τέσσερα μάτια δυο καρδιές, Αρτάκης), «Αγάπησά την ‘που καρκιάς» (Αγάπησα μελαχρινό, Σμύρνης) και άλλα. Δεν αποκλείεται βέβαια αυτά τα μικρασιάτικα τραγούδια να ήταν γνωστά στην Κύπρο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, αφού υπήρχαν στενές σχέσεις ανάμεσα στη μεγαλόνησο και την Αττάλεια, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη από πολύ παλαιότερα. Το 1922 όμως, το κύμα προσφύγων που
έφτασε στο νησί προκάλεσε πιο άμεσες αλλαγές στα μουσικά δεδομένα της Κύπρου. Στην περιοχή των Κοκκινοχωρίων συγκεκριμένα, ο γνωστός βιολάρης και λαϊκός ποιητής Πιερής Πιερέττης (1926-2004), από το Φρέναρος, είπε σε συνέντευξή του ότι το μουσικό του παίξιμο οφείλει πολλά στον Μικρασιάτη βιολιστή Γιάννη Βαρνάβα (Βούλγαρο), ο οποίος είχε έρθει ως πρόσφυγας από τη Σμύρνη με τον αδερφό του, που έπαιζε σαντούρι, και με τον πατέρα του, που έπαιζε γκάιντα, οι οποίοι εργάζονταν επαγγελματικά ως μουσικοί και άνθρωποι του θεάματος γυρνώντας τα διάφορα πανηγύρια και τους γάμους. Από αυτόν «έκλεβε» ο Πιερέττης μουσικά θέματα και μάθαινε σμυρναίικους καρσιλαμάδες και μανέδες, ενώ μελετούσε και το πώς αυτός «χρωμάτιζε» γνωστούς κυπριακούς σκοπούς, όπως τα «αλλάματα νύφης». Από τον Γιάννη Βαρνάβα και τις μελωδίες του δέχτηκαν επίσης σημαντικές επιρροές αρκετοί που έπαιζαν πιθκιαύλι, όπως ο Ανδρέας Χρίστακος από το Αυγόρου, που τον παρακολουθούσε προσεκτικά και μάθαινε σμυρναίικα τραγούδια και μουσικά μελίσματα, τα οποία χρησιμοποιούσε στο τσιάττισμα και στο παίξιμό του. Το ίδιο έκαναν και άλλοι μουσικοί των Κοκκινοχωρίων, τόσο βιολάτορες όσο και λαουτάρηδες, των οποίων σώζονται φωτογραφίες να στέκουν με καμάρι στο πλάι του. Συζητώντας αυτό το θέμα πέρυσι στην Αγία Νάπα σε μια συναυλία, ρώτησα τον λαουτάρη Λούκα Κρεμμαστό για τους λόγους που η οικογένειά του είχε τόσο μεγάλη μουσική παράδοση και μου αποκάλυψε ότι όλα ξεκίνησαν όταν κάποια προγιαγιά τους, η Κατερίνα Μανοήλη, ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία με την κόρη της και με έναν ταμπουρά, τον οποίο έπαιζε σε διάφορα πανηγύρια των Κοκκινοχωρίων. Αυτήν παντρεύτηκε ο Αγιαναπίτης χήρος Τοφινάκος, όπως εξήγησε η κα. Μαρία Τοφινή, η οποία είναι επίσης απόγονός της και, από μελέτη της σχετικά με τους Αγιαναπίτες μουσικούς και λαϊκούς ποιητές, έχει καταμετρήσει δέκα συγγενείς της οργανοπαίχτες και ποιητάρηδες. Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια, ένας Αγιαναπίτης ποιητάρης θείος της έλεγε ότι το αγαπημένο του τραγούδι, το οποίο τραγουδούσε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, το είχε μάθει ως παιδί από έναν έφηβο Μικρασιάτη που ήταν μισταρκός τους. Μέσα από αυτά τα παραδείγματα φαίνεται η σημαντική επίδραση που είχε η Μικρασιάτικη μουσική μετά την καταστροφή του 1922 στη μουσική των Κοκκινοχωρίων, κάτι λογικό άλλωστε, αφού η κυπριακή παράδοση αποτελούσε πάντα μέρος του μικρασιάτικου πολιτισμού.


Ο πρόσφυγας Μικρασιάτης βιολιστής Γιάννης Βαρνάβα στο κέντρο της φωτογραφίας, με Κοκκινοχωριάτες οργανοπαίχτες στην Αγία Νάπα (Φωτογραφικό αρχείο Δήμου Αγίας Νάπας)