Μάγκες, πιάστε τα γιοφύρια

Του Ζανέττου Λουκά

Να δείτε που θα ‘ρθει μία μέρα που δεν θα αντέχουμε άλλο να πληρώνουμε το κόστος για μια καθημερινότητα την οποία συνειδητά έχουμε επιλέξει.

Άντε να περάσει κι αυτό. Βλέπεις το ρολόι και δεν ασχολείσαι, γιατί απλά δεν ξέρεις τι μέρα είναι. Πότε θα περάσει και αυτός ο μήνας να δούμε αν αλλάξει κάτι; Έχει χάσει και ο χρόνος την έννοια του. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, τουλάχιστον τα τελευταία 100 χρόνια, δεν ήθελε ολόκληρη η ανθρωπότητα να περάσει ο χρόνος πιο γρήγορα. Μιλάς με ανθρώπους και η συζήτηση περνάει αυτόματα στα εμβόλια και στα νούμερα. Πόσα κρούσματα, πόσοι πέθαναν, πόσοι διασωληνωμένοι. Εθιστήκαμε στα νούμερα μίστερ και ξεχάσαμε τους ανθρώπους.

Έχουμε χωριστεί σε δύο πλευρές. Αυτό γίνεται συνήθως. Είτε πρόκειται για δημοψήφισμα, για σχέδια Ανάν, για εκλογές, για ποδόσφαιρο πάντοτε ως μαλάκες φερόμαστε και πάντα αυτή την μαλακία κάνουμε. Οι άντρες κυρίως. Αυτοί έχουν τα κόμπλεξ και παρασύρουν και τις γυναίκες. Από τη μία τώρα έχουμε τους φοβισμένους που είναι όλη μέρα μπροστά στα χαζοκούτια και μασούν ό,τι έρθει του καναλάρχη να τους ταΐσει. Λειτουργούν κι αυτοί ξέρεις σαν τον ταβερνιάρη που έρχεται με την πετσέτα επ’ ώμου και σου λέει τι έχει το ψυγείο για φάγωμα. Βάλε ότι έχει να στουμπώσουν τα ήδη στουμπωμένα και τίγκα στην άχρηστη πληροφορία μυαλά μας.

Από την άλλη έχουμε τους αντιστασιακούς του Facebook, οι οποίοι λειτουργούν με βασικό γνώμονα ό,τι σκατά διαβάσουν που γράφει ο Κωστής που τα γκάζια και το πιστεύουν διότι για να το γράψει ο Κωστής κάτι θα ξέρει. Όπου έχει καπνό έχει και φωτιά, σωστά; Κοινή λογική μίστερ σου λέει. Σίγουρα τρελός δεν είναι ο Κωστής. Βλάκας είναι όμως. Και όλο και περισσότεροι βλάκες τον πιστεύουν και τους βλέπουμε καθημερινά να εξαπλώνονται σαν τη μελίγκρα στα τριαντάφυλλα. Η γραφή μου ακροβατεί σε Μόρτικο ύφος γιατί μόνο έτσι καταλαβαίνουν οι βλάκες. Βέβαια, όπως λέει και ο Αρκάς, στον πόλεμο εναντίον της βλακείας χάσαμε ήδη.

Κουράστηκά που λες να ακούω καθημερινά αυτές τις εθνικοαυνανιστικές σαχλαμάρες και τα ξύλινα λόγια που ξεστομίζουνε οι συνηθισμένοι λαϊκιστές του καφενέ, που τα πνευματικά τους ινδάλματα είναι δύο – τρεις πολιτικοί της πλάκας, τα αμπελοπούλια και οι καραόλοι. Δεν τους γουστάρω πλέον αυτούς. Έχουν καταντήσει γραφικοί και αστείοι. Δυστυχώς αυτοί είναι οι καλύτεροι πελάτες των κομμάτων. Φανατίζονται και φανατίζουν. Αυγατίζονται και αυγοθυλακώνουν. Παρασέρνουν και τη νέα γενιά. Είναι κρίμα και άδικο να εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας και να τα παραδίδουμε έρμαια στα χέρια άμοιρων πολιτικατζίδων, που μοναδικό τους πιστεύω είναι το «Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας». Οι άνθρωποι λοιπόν που γουστάρω χώρισαν με την κοινή γνώμη και τα κοινά ενδιαφέροντα. Είναι περπατημένοι, ξύπνιοι, γεμάτοι και χορτασμένοι από λούσα και παπάρες, δυστυχώς είναι είδος προς εξαφάνιση.

Έχω τον Κρόνο μου στο Δέλτα της Μεγάλης Άρκτου και καταλαβαίνω ότι το μυαλό μου άρχισε να αναβράζει. Με το μπαρδόν μίστερ αλλά με έναν πλανήτη να παραλύει και οκτώ δις άνθρωποι να κάθονται σούζα, έχει και μένα καταντήσει το μυαλό μου Βεζούβιος και εκτινάσσει λάβα καυτή που κοχλάζει, βλέποντας και μη αντιδρώντας. Μπορεί να μην καταφέρνω να αντιδράσω μέσα σ αυτό το χάος, αλλά μέσα από την πένα μου κρατάω τα σκήπτρα της λογικής και των πράξεων μου. Παραμένω ευτυχώς ένας πληβείος των ιδανικών μου.

Μάθαμε να ζούμε σε μία νομοτέλεια. Να ζούμε σε μία υπαγωγή της πραγματικότητας σε απαράβατους και σταθερούς κανόνες. Όλα σε μία αρμονία λάθους και σωστού όπου προσδεθήκαμε και προσδέσαμε τις ζωές μας.

Θα πρέπει να αλλάξουμε ως είδος. Να ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας. Μέσα σ αυτό, τον παράλογο πόλεμο του εμβολίου ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε το λάθος εμβόλιο. Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό εμβόλιο απ’ αυτό που ψάχνουμε. Ένα εμβόλιο που να τα καλύπτει όλα. Χρειαζόμαστε ένα εμβόλιο ηθικής, ένα εμβόλιο σεβασμού, ένα εμβόλιο παιδείας. Ένα εμβόλιο σεμνότητας και αλληλεγγύης. Ένα εμβόλιο ταπεινότητας και ανθρωπιάς. Χρειαζόμαστε ένα εμβόλιο που θα ηρεμήσει το κτήνος μέσα μας, αυτό το αχόρταγο αιμοβόρο τυραννόσαυρο που τρώει τα σωθικά του πλανήτη. Περνώ ώρες στο σπίτι. Ψάχνω στο σεκρετέρ του δωματίου μου να βρω το κουρδισμένο μου τισσότ να δώ αν ακόμη δουλεύει. Ψάχνω στη βιβλιοθήκη κανένα βιβλίο της προκοπής. Βρήκα δύο γαλλικά. Αγαπημένα. Στα αριστερά μου ο Ορανέ Ντε Μπαλζακ και στα δεξιά μου ο Γκυστάβ Φλωμπέρ. Από τη μία «Ο Παπάς της Τουρ» και από την άλλη η «Μαντάμ Μποβαρύ». Αντίθετοι και οι δύο. Θα κάνω λαϊκό δημοψήφισμα στη γειτονιά να δω πιο απ’ τα δύο να διαβάσω.

Αποφάσισα πλέον που λες να μην βλέπω τον χρόνο. Θα τον παγώσω και θα τον αφήσω άθικτο και αυτόν και μένα. Δεν θα κάνω σχέδια και δεν θα προγραμματίζω. Τέλος! C’est fini που λένε και οι Γάλλοι. Γιατί το ξαναείπαμε. Όταν ο άνθρωπος αποφασίζει ο Θεός γελάει. Τέρμα η αποφάσεις μίστερ. Ζαμάν-φού μέχρι νεοτέρας!