«Καλημέρα, Χαρούλα»

Αμμόχωστος 1965. Ο Μάκης είναι τελειόφοιτος του Β’ Γυμνασίου Αμμοχώστου. Τελευταία τάξη. Η πιο δύσκολη. Πρέπει να διαβάζει περισσότερο. Να πάρει καλούς βαθμούς για να μπορέσει να βρει μια καλή δουλειά. Ήθελε πολύ να σπουδάσει. Όμως, μάλλον θα μείνει ως απραγματοποίητο όνειρο καθώς οι καιροί είναι δύσκολοι και η φτωχή οικογένεια του δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Ο Μάκης κάθε απόγευμα έφευγε από το σπίτι του στην οδό Ικάρου, 9 στην Αγία Ζώνη και με τα πόδια πήγαινε στο κέντρο. Στην οδό 16ης Ιουνίου στη πρώτη πάροδο της Λεωφόρου Δημοκρατίας βρισκόταν η Δημοτική Βιβλιοθήκη. Μπαίνοντας μέσα ένιωθες πως βρισκόσουν στο ναό του πολιτισμού και του πνεύματος.

Στο μεσοπάτωμα υπήρχαν ράφια γεμάτα βιβλία. Διευθυντής ήταν ο κύριος Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης, ένας ευγενέστατος, ήρεμος άνθρωπος. Στην είσοδο αριστερά ήταν η υποδοχή. Ένα διαχωριστικό ύψους ενός μέτρου με ένα μικρό τραπεζάκι.

Εκεί τοποθετούσαν τα βιβλία που δανειζόταν και ο νεαρός βοηθός Στέφανος Ζυμπουλάκης. Συμπλήρωνε στην καρτέλα του καθενός τον τίτλο βιβλίου και την ημερομηνία. Ο Στέφανος ήταν μουσικός και ποιητής. Έπαιζε και δίδασκε βιολί. Συνέθετε κλασσική μουσική. Ένας ευγενικός, εξυπηρετικός και πολύ αγαπητός στους μαθητές και μαθήτριες που επισκέπτονταν τη βιβλιοθήκη. Λίγο πιο πέρα ήταν δύο σειρές από τραπέζια, που έφταναν μέχρι την άλλη άκρη της αίθουσας. Στην κάθε πλευρά τους υπήρχαν από δύο καρέκλες για τους αναγνώστες.

Ο Μάκης ήταν τακτικός επισκέπτης της βιβλιοθήκης. Έπαιρνε το βιβλίο που χρειαζόταν και καθόταν πάντα στο τελευταίο τραπέζι προς το δρόμο. Κοντά στο παράθυρο με το φυσικό φωτισμό. Εδώ μέσα σα να ζούσε σ ́ ένα κόσμο αλλιώτικο, ωραίο, ξεχωριστό. Διάβαζε βιβλία Ελλήνων, Κυπρίων και ξένων συγγραφέων. Μελετούσε εγκυκλοπαίδειες. Έκανε τις μελέτες που τους έβαζαν στη τάξη. Εδώ μπορούσε με την ησυχία του να γράφει εκθέσεις ή ποιήματα.

Στις αρχές του Μάρτη σαν διάβαζε καθισμένος στη συνηθισμένη θέση του ήλθε και κάθισε απέναντι του στο διπλανό τραπέζι ένα κορίτσι. Θα ήταν ένα – δύο χρόνια πιο μικρή του. Μαθήτρια του Γυμνασίου Θηλέων, κάτι που φαινόταν από τη στολή της. Άνοιξε το βιβλίο που της έδωσαν. Διάβασε αρκετή ώρα, έγραψε κάτι. Δεν σήκωσε ούτε στιγμή το κεφάλι της. Ο Μάκης την κρυφοκοιτούσε. Είχε πολύ ωραίο πρόσωπο. Τα μαύρα μαλλιά της καλοκτενισμένα έπεφταν στους ώμους της . Έμεινε εκεί μισή ώρα περίπου. Μετά παρέδωσε το βιβλίο στον Ζυμπουλάκη και έφυγε. Ο Μάκης έμεινε για λίγο σκεφτικός. Δε μπορούσε να συγκεντρωθεί στο διάβασμα.

Από τότε έκανε την εμφάνιση της σχεδόν κάθε μέρα την ίδια ώρα. Σοβαρή, αμίλητη, όμως με ένα γλυκό χαμόγελο που έδειχνε τα ωραία κάτασπρα δόντια της. Και ευτυχώς για το Μάκη, καθόταν και αυτή πάντα στην ίδια θέση. Ακριβώς απέναντι του. Αυτός δεν μπορούσε να προσηλωθεί στο διάβασμα. Την κοιτούσε σχεδόν συνέχεια. Το φως που έμπαινε από τα ανοικτά παράθυρα, έκανε τα μαλλιά και το πρόσωπο της να λάμπουν. Την φανταζόταν σα ζωγραφιά. Έτσι αποτυπώθηκε στη μνήμη του. Έτσι του άρεσε να τη σκέφτεται. Και τη σκεφτόταν σχεδόν όλη μέρα.

Αυτή, μάλλον από ευγένεια, μόλις ερχόταν στο τραπέζι της, τον χαιρετούσε με ένα κούνημα του κεφαλιού ή ένα «γεια σου». Μετά, όταν τελείωνε και σηκωνόταν να φύγει, πάλι τον χαιρετούσε. Ύστερα άρχισε να του χαρίζει και κανένα χαμόγελο. Για το Μάκη αυτό το χαμόγελο και αυτό το «γεια σου» ήταν πολύ σημαντικά. Θαύμαζε την ομορφιά, την ευγένεια και τη σεμνότητά της.

Μια μέρα όταν αυτή τελείωσε και ετοιμαζόταν να πάει να παραδώσει το βιβλίο που δανείστηκε, ο Μάκης έκλεισε βιαστικά το δικό του βιβλίο και την ακολούθησε στην υποδοχή. Στάθηκε δίπλα της και όταν ο Στέφανος πήρε το βιβλίο της και άνοιξε την καρτέλα της για να το σημειώσει, αυτός πρόλαβε και είδε το όνομα της. Χαρούλα Χριστοδούλου.

Ήθελε να παραδώσει το βιβλίο του και να την ακολουθήσει. Όμως, όλως παραδόξως ο Στέφανος σαν να ’χε διάθεση για κουβέντα εκείνη τη στιγμή.

– Σου άρεσε η Χαρούλα, Μάκη;
Αυτός δεν περίμενε τέτοια ερώτηση. Κοκκίνισε. Ο Ζυμπουλάκης δίχως να περιμένει απάντηση, συνέχισε.
– Ωραίο κορίτσι, σοβαρό. Βλέπω κάθε μέρα πώς την κοιτάς. Δείχνεις τσιμπημένος μαζί της. Ωραίο αίσθημα
η αγάπη, ο έρωτας. Όμως, δυστυχώς αυτή δεν είναι της τάξης μας.
Και του έριξε μια ματιά σαν να ήθελε να του πει «Όπου φτωχός και η μοίρα του».
Ο Μάκης ντράπηκε με ότι άκουσε. Κοκκίνισε. Δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Παρέδωσε το βιβλίο και έφυγε βιαστικά. Ξέχασε να υπογράψει στην καρτέλα του. Ο Ζυμπουλάκης χαμογέλασε με θλίψη. Ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει φτωχολογιά.
Για μία εβδομάδα ο Μάκης δεν πάτησε στη βιβλιοθήκη. Προτιμούσε να τρέχει στη λίμνη του «Αϊ Λουκά».
Μετά από 15 μέρες έπρεπε να πάει στη βιβλιοθήκη. Πήγε και κάθισε στη θέση του. Σε λίγο εμφανίστηκε και η Χαρούλα. Αφού πήρε τα βιβλία της πήγε και έκατσε στο ίδιο τραπέζι με το Μάκη. Ακριβώς απέναντι του. Πρώτη φορά που την ένιωθε τόσο κοντά του. Αν άπλωνε λίγο το χέρι του θα την άγγιζε. Όμως δεν το έκανε. Ο ίδιος δεν ήξερε γιατί.
– Δεν σε είδα λίγες μέρες. Είσαι καλά;
– Ναι, της λέει ο Μάκης.
– Ευτυχώς, του λέει αυτή. Μου αρέσει η σιωπηλή παρέα σου!
– Και εμένα μου αρέσει να κάθομαι απέναντι σου και να σε βλέπω να διαβάζεις, Χαρούλα, της απαντά. Και αυτή χαμογέλασε.

Και από τότε συνέχισαν να κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλον και να μελετούν δίχως να ενοχλούν ή να διακόπτουν την ησυχία τους. Άρεσε και στους δυο αυτή η ήσυχη, αγνή σχέση. Μια γλυκιά, πρωτόγνωρη συνήθεια.

Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα. Ο Μάκης όμως ήθελε να μάθει για την οικογένεια της φίλης του. Έτσι πήρε θάρρος και ρώτησε τον κύριο Ζυμπουλάκη:
– Στέφανε, σε παρακαλώ, πες μου από ποια οικογένεια είναι η Χαρούλα;

Ο Στέφανος σαν να ήταν έτοιμος από καιρόν δεν έδειξε καμμιά έκπληξη και του είπε:
– Ο πατέρας της δουλεύει στην Τράπεζα. Και ο παππούς έχει αρκετά λεφτά. Είναι πλούσια οικογένεια. Μοναχοκόρη. Θα τη στείλουν στο Παρίσι ή στο Λονδίνο για σπουδές. Τους ξέρω καλά. Όμως ξέρω και τη δική σας οικογένεια. Φίλε μου, ξέχασέ την. Δε γίνεται τίποτε!

Ο Μάκης πήρε τα βιβλία που του έδωσε ο Στέφανος και πήγε στη θέση του. Ένοιωσε ένα βάρος στη καρδιά. Μια λύπη τον κυρίευσε. Ένιωσε να τα έχει χαμένα.
Εκείνη την ημέρα η Χαρούλα δεν ήλθε. Έβγαλε το τετράδιο του και άρχισε να γράφει ένα ποίημα.

Χαρούλα
Τ’ αστέρι μού κουβαλάει
τη λάμψη του γέλιου σου. Το κύμα μού μουρμουρίζει το τραγούδι της αγάπης σου.

Το φεγγάρι μού ψιθυρίζει
την ιστορία της καρδιάς σου.
Η νύκτα αναβαπτίστηκε
μεσ’ το χρώμα των μαλλιών σου. Η αγάπη μου στολίστηκε
σαν νυμφιάτικο όνειρο.
Η καρδιά μου πλημμύρισε
απ’ ́ το πέλαγος της ευτυχίας.
Η μοίρα μου συνάντησε
την γλυκιά Αφροδίτη της Χαρούλα,
Ποιο θα ναι τ’αυριανό
τ’ Αυγερινού το μήνυμα;

Σαν το τελείωσε, το διάβασε 2-3 φορές και το έβαλε στην τσέπη του.

Την επομένη, όταν την ξανασυνάντησε στη βιβλιοθήκη την κοιτούσε σιωπηλός. Δεν χόρταινε να την βλέπει καθισμένη τόσο κοντά του. Της έδωσε το ποίημα και της λέει: «Είναι για σένα, Χαρούλα. Να είσαι ευτυχισμένη». Αυτή το πήρε. Ο Μάκης της χαμογέλασε και γύρισε να φύγει βιαστικά για να μην δει το δάκρυ που ξεκινούσε να κυλάει από τα μάτια του. Η Χαρούλα διάβασε το ποίημα. Δάκρυσε. Δεν ήξερε όμως αν ήταν από χαρά ή από λύπη. Από τότε ο Μάκης δεν ξαναπήγε στη βιβλιοθήκη. Σε λίγες μέρες άρχισαν οι εξετάσεις. Μετά πήγε στο στρατό για 2 χρόνια. Είχε μαζί του ένα μεγάλο τετράδιο. Σχεδόν κάθε μέρα έγραφε τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του. Και πάντοτε ξεκινούσε με το: «Καλημέρα, Χαρούλα». και τελείωνε με το: «Καληνύχτα, Χαρούλα». Ήταν η κρυφή μούσα του. Η έμπνευση του. Μια νεανική, αγνή αγάπη μίας άλλης εποχής. Αυτής που μέχρι σήμερα θυμάται με νοσταλγία. Της γνήσιας Κύπρου.

Την Χαρούλα την ξανάδε σε μια συνεστίαση των Γυμνασίων της Αμμοχώστου στη προσφυγιά. Τον πλησίασε αυτή. Μίλησαν για τα παλιά και τις οικογένειες τους. Κάποια στιγμή άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα φάκελο. Ήταν το ποίημα που της χάρισε.

«Είναι από τα λίγα πράματα, που πήρα μαζί μου όταν φύγαμε από την Αμμόχωστο».

Ο Μάκης της χάρισε τη ποιητική συλλογή του και μια σειρά από διηγήματα. Και στις δύο συλλογές ήταν το «Χαρούλα».

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news