Θεός αν είναι

Στο παρακάτω κείμενο δεν με ενδιαφέρει να προσπαθήσω να αποδείξω την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη με οποιονδήποτε τρόπο. Η πίστη είναι μια επιλογή. Όποιος λέει το αντίθετο θα πρέπει να μου το αποδείξει. Με αποδείξεις όμως…

Του Ζανέττου Λουκά

Μικρός πίστευα ότι ο Θεός ήταν ένας μεγάλος, παντοδύναμος ηλικιωμένος που ζούσε στον ουρανό, ως μια μεγαλύτερη, πατρική εκδοχή αλλά με μαγικές δυνάμεις έτοιμος να αλλάξει τα πάντα. Τον φαντάστηκα όμορφο και γεροδεμένο, με τα μακριά γκρίζα μαλλιά του τυλιγμένα στους φαρδείς ώμους του. Καθόταν σε ένα θρόνο τυλιγμένο από σύννεφα. Όταν μιλούσε, η φωνή του ακουγόταν στους ουρανούς, ειδικά όταν ήταν θυμωμένος. Συνήθως όμως ήταν ζεστός, στοργικός και ευγενικός.

Δεν είμαι σίγουρος από πού προήλθε αυτή η εικόνα του Θεού. Ίσως από την αρχαία μυθολογία και τον Δία. Ίσως από κάποια ταινία ή κόμικ. Ίσως από όλα τα παραπάνω καθώς οι ομοιότητες μεταξύ τους είναι πολλές. Από εδώ καταλαβαίνεις ότι όχι μόνο εγώ οραματιζόμουν έτσι το Θεό αλλά και όλη σχεδόν η ανθρωπότητα, ακόμη και από αυτούς που δεν πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός. Μπορεί να γεννιόμαστε με το αίσθημα της πατρικής φιγούρας που θα μας συμμορφώσει στα κακά και θα γελάσει μαζί μας στα καλά. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα μικρά παιδιά, ανεξάρτητα από το πού είναι ή πόσο θρήσκα μπορεί να είναι, δυσκολεύονται να κάνουν διάκριση μεταξύ ανθρώπων και Θεού ως προς τη δράση ή την πράξη. Όταν τους ζητήθηκε να φανταστούν τον Θεό, περιγράφουν πάντα έναν άνθρωπο με υπεράνθρωπες ικανότητες. Χμ… διόλου τυχαίο. Μεγαλώνοντας, άφησα πίσω μου τις περισσότερες παιδικές μου απόψεις. Ωστόσο, η εικόνα του Θεού παρέμεινε. Δε μεγάλωσα σε ένα ιδιαίτερα θρησκευτικό σπίτι, αλλά πάντα μας γοήτευε η θρησκεία και η πνευματικότητα. Το μυαλό μου ήταν γεμάτο με παρερμηνευμένες θεωρίες για το τι ήταν ο Θεός, από πού προήλθε και πώς έμοιαζε (περιέργως, εξακολουθούσε να μοιάζει με τον ηλικιωμένο που ανέφερα πιο πάνω). Δεν ήθελα να γνωρίζω απλά για τον Θεό. Ήθελα να βιώσω τον Θεό, να νιώσω την παρουσία του στη ζωή μου. Ωστόσο, όταν προσπάθησα, δεν μπορούσα παρά να φανταστώ ένα τεράστιο χάσμα που υπήρχε μεταξύ μας, με τον Θεό στη μία πλευρά, εμένα στην άλλη, και κανέναν από τους δύο να μην μπορεί να το διαπεράσει.

Στην εφηβεία μου, άφησα να διαπεράσει μέσα μου ο Χριστιανισμός και η θρησκεία που μου είχαν σφραγίσει στο πιστοποιητικό γεννήσεως μου. Υπήρχε εκείνη η παιδική ώθηση να σκεφτώ τον Θεό ως έναν ισχυρό άνθρωπο που έστειλε τον λατρευτό του Υιό, τον Ιησού Χριστό ως «ανθρώπινη σάρκα» στη Γη. Για χρόνια, έψαχνα έναν τρόπο να γεφυρώσω το χάσμα ανάμεσα σε μένα και τον Θεό. Ο Χριστιανισμός ήταν μια θρησκεία που ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε χάσμα. Αν ήθελα να μάθω πώς είναι ο Θεός, το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να φανταστώ τον πιο τέλειο άνθρωπο. Μου είχε προκαλέσει τεράστια αίσθηση. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να σπάσει (η καλύτερα να μειωθεί) η απόσταση μεταξύ ανθρώπων και Θεού.

Ο διάσημος Γερμανός φιλόσοφος Λούντβιχ Φόιερμπαχ, εξηγώντας την τεράστια επιτυχία της αντίληψης του Χριστιανισμού για τον Θεό, ανέφερε κάποτε τα εξής: «μόνο ένα ον που περιλαμβάνει μέσα του ολόκληρο τον άνθρωπο μπορεί να ικανοποιήσει ολόκληρο τον άνθρωπο». Ξεκίνησα να μελετώ για πρώτη φορά τον Φόιερμπαχ στο πανεπιστήμιο το 2003 σε ένα μάθημα κοινωνιολογίας, ακριβώς τη στιγμή που αποφάσισα να ξεκινήσω μια δια βίου αναζήτηση για να μελετήσω τις θρησκείες του κόσμου. Αυτό που φαινόταν να λέει ο Φόιερμπαχ είναι ότι η σχεδόν οικουμενική έκκληση ενός Θεού που κοιτάζει, σκέφτεται, αισθάνεται και ενεργεί όπως εμείς, έχει τις ρίζες του στην βαθιά ριζωμένη ανάγκη μας να βιώσουμε το «θεϊκό» ως αντανάκλαση του εαυτού μας. Αυτή η αλήθεια με χτύπησε σαν κεραυνός (του Δία). Γι’ αυτό ίσως με τράβηξε ο Χριστιανισμός ως παιδί; Είχα κατασκευάσει την εικόνα μου για τον Θεό όλο αυτό το διάστημα ως καθρέφτη που αντανακλούσε σε μένα τα δικά μου χαρακτηριστικά και συναισθήματα.

Αναζητώντας μια πιο επεκτατική αντίληψη για τον Θεό, παραμέρισα για λίγο τον Χριστιανισμό και παρασυρόμενος από τη ριζοσπαστική εικονομαχία της θρησκείας, δηλαδή την πεποίθηση ότι ο Θεός δεν μπορεί να περιοριστεί σε καμία εικόνα, ανθρώπινη ή άλλη άρχισα να μελετώ άλλες θρησκείες. Γρήγορα κατάλαβα ωστόσο, ότι η άρνηση άλλων θρησκειών να απεικονίσουν τον Θεό με ανθρώπινη μορφή με έκανε να νιώσω περίεργα. Οι μουσουλμάνοι, οι Βουδιστές, οι Μορμόνοι, οι Ινδουιστές και άλλες θρησκείες είναι εξίσου πιθανό να αποδώσουν στον Θεό τις δικές τους αρετές και κακίες, τα δικά τους συναισθήματα και ελαττώματα, όμως η απουσία μίας «ανθρώπινης θεϊκής μορφής» με περιόριζε στο να αποδεχτώ και να κατανοήσω όλα αυτά που πρόσφεραν.

Αποδεικνύεται ότι αυτός ο καταναγκασμός για εξανθρωπισμό του θεϊκού είναι συνδεδεμένος στον εγκέφαλό μας, γι’ αυτό έχει γίνει κεντρικό χαρακτηριστικό σχεδόν σε κάθε θρησκευτική παράδοση που έχει γνωρίσει ο κόσμος. Η ίδια η διαδικασία μέσω της οποίας προέκυψε η έννοια του Θεού στην ανθρώπινη εξέλιξη, μας υποχρεώνει, συνειδητά ή όχι, να διαμορφώσουμε τον Θεό με τη δική μας εικόνα. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ιστορία της ανθρώπινης πνευματικότητας μπορεί να θεωρηθεί ως μια μακρά, αλληλένδετη, συνεχώς εξελισσόμενη και εξαιρετικά συνεκτική προσπάθεια να κατανοήσουμε το θεϊκό δίνοντάς του τα συναισθήματα και τις προσωπικότητές μας, αποδίδοντάς του τα χαρακτηριστικά και τις επιθυμίες μας, παρέχοντάς του τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μας, ακόμη και τα ίδια μας τα σώματα. Με λίγα λόγια, κάνοντας τον Θεό σαν εμάς τους ίδιους. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, τις περισσότερες φορές, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, και ανεξάρτητα από το αν είμαστε πιστοί ή όχι, αυτό που σκέφτεται η συντριπτική πλειοψηφία μας όταν σκεφτόμαστε τον Θεό είναι μια θεϊκή εκδοχή του εαυτού μας: ένας άνθρωπος αλλά με υπεράνθρωπες δυνάμεις.

Εδώ είναι που μπαίνει η θρησκεία. Πέρα από τους μύθους και τις τελετουργίες, τους ναούς και τα μνημεία, τα πράγματα που πρέπει και δεν πρέπει να διαχωρίζουν εδώ και χιλιετίες την ανθρωπότητα σε διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά στρατόπεδα πίστης, η θρησκεία δεν είναι παρά μια «γλώσσα» που αποτελείται από σύμβολα και μεταφορές που επιτρέπουν στους πιστούς να επικοινωνούν, μεταξύ τους και με τον εαυτό τους. Σε όλες τις θρησκείες υπήρχε και υπάρχει ένα σύμβολο που ξεχωρίζει ως καθολικό και υπέρτατο – μια μεγάλη μεταφορά για τον Θεό από την οποία προήλθε σχεδόν κάθε άλλο σύμβολο και μεταφορά σε όλες σχεδόν τις θρησκείες του κόσμου: Ο άνθρωπος.

Οι πρώτοι ναοί χτίστηκαν από ανθρώπους που θεωρούσαν τους θεούς ως υπεράνθρωπα όντα όπως οι Μεσοποτάμιοι, οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι Εβραίοι, οι Άραβες, απ’ όπου επινόησαν τα θεϊκά τους δόγματα με ανθρώπινους όρους και με ανθρώπινες εικόνες. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι η αντίληψη του Θεού που έψαχνα ήταν απλώς πολύ επεκτατική για να οριστεί από οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση, ότι ο μόνος τρόπος που θα μπορούσα να βιώσω πραγματικά το θεϊκό ήταν μέσα από την πνευματική μου συνείδηση να αποβάλω τον άνθρωπο από τον Θεό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάτι σαν Θεός ή ότι αυτό που ονομάζουμε Θεό είναι εντελώς ανθρώπινη εφεύρεση. Και οι δύο αυτές αναφορές μπορεί κάλλιστα να είναι αληθινές. Δεν με ενδιαφέρει να προσπαθήσω να αποδείξω την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη με οποιονδήποτε τρόπο. Η πίστη είναι μια επιλογή. Όποιος λέει το αντίθετο θα πρέπει να μου το αποδείξει. Με αποδείξεις όμως…

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news