Θα γίνω ένας Κάρτραϊτ

Φυσικά και λέω ναι στη Ρόζα τη ναζιάρα με τα ξανθά μαλλιά, που στο θέατρο πηγαίνει και ψάχνει για δουλειά και που, της πρότεινα να γίνει του τσάκαλου καρφί, μα εκείνη είπε ΄όχι με βροντερή φωνή.

Του Ανδρέα Κούνιου

Και, εννοείται, μαζί με τη Ρόζα εξασφαλίζουν το ναι μου τα μπουλούκια, οι αρπαχτές, τα αποπνικτικά καμαρίνια, οι εμπριμέ φούστες, τα ασύρματα μικρόφωνα, οι έγχρωμες λάμπες, οι σερβιτόροι με τα παπιγιόν, ο λαϊκός τραγουδιστής και η φίρμα που του κάνει δεύτερη φωνή, τα ρεμπέτικα του Βαμβακάρη: τα ματόκλαδά της που λάμπουν, τα ρεμπέτικα του Τσιτσάνη και: κάνε λιγάκι υπομονή, η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Μανώλης Χιώτης, η Μαίρη Λίντα: “περασμένες μου αγάπες του καιρού χαλάσματα”, ο Πάνος Γαβαλάς: “δεν περίμενα από σένα να τιμωρηθώ, να πονέσω και να κλάψω και να πικραθώ”, η Πόλυ Πάνου: “βρε ζωή φαρμάκια στάζεις, σε βαρέθηκα, κι αν χρυσά παλάτια τάζεις, είναι ψεύτικα”, μια εποχή που σήμερα μοιάζει με καρτ ποστάλ.

Κυρίως όμως λέω ναι στην Ποντερόζα, στο κτήμα της οικογένειας Κάρτραϊτ, στο μουσικό σήμα της έναρξης, στον χάρτη που καίγεται, στον απέραντο κάμπο, στο ποτάμι που τρέχει ορμητικό, στους Ινδιάνους που, τότε, τους μισούσα επειδή νόμιζα ότι ήταν οι κακοί αλλά, τελικά, ανακάλυψα ότι οι κακοί ήταν οι λευκοί, στον υπέροχο πατέρα Μπεν, στα παιδιά του: Άνταμ, Χος, Τζο, δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, στον Λιτλ Τζο, στον μικρόσωμο και μονίμως χαμογελαστό Κινέζο υπηρέτη, στα χλιμιντρίσματα των αλόγων, στο θορυβώδες σαλούν της πόλης, στον σερίφη με το μυστηριώδες παρελθόν, στην Μπονάνζα που δεν χάναμε επεισόδιό της ο κόσμος να χαλάσει, αφήνοντας στη μέση ή και εγκαταλείποντας ολότελα την έκθεση, τη μάχη στα Δερβενάκια, τον Δαρείο και την Παρεισάτιδα, τις εξισώσεις, τα ημιτόνια, την άλγεβρα, τη γεωμετρία, τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τις αφορμές και τα αίτια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τη χρέωση και την πίστωση που, ειδικά εμένα, με διαόλιζαν περισσότερο από καθετί, τα έναστρα βράδια του καλοκαιριού, με το παγωμένο σταφύλι στο πλαστικό πιάτο και την ασπρόμαυρη μαγεία να κεντρίζει, σαν μέλισσα, τις αισθήσεις μου. Ακόμα και σήμερα, όποτε βρω ευκαιρία, την αρπάζω από τα μαλλιά. Θυμάμαι χρόνια ανέμελα, ξέγνοιαστα, αρυτίδωτα, χρόνια δίχως ευθύνες, χρόνια με δικαιώματα μόνο, με αξιώσεις, με απαιτήσεις και με γονείς οι οποίοι, παρότι στην αρχή φώναζαν και διαμαρτύρονταν, στο τέλος υπέκυπταν. Να κρέμομαι από τα χείλη του αρχηγού της φαμίλιας Μπεν Κάρτραϊτ που ήταν σωστός, δίκαιος και πονετικός και που ποτέ, μα ποτέ, δεν έπαιρνε αποφάσεις εν βρασμώ ψυχής, να θαυμάζω τη πρόωρη ωριμότητα του Άνταμ ο οποίος, ως πρωτότοκος, είχε χρέος να προστατεύει τους άλλους δύο, να σκάω σαν πυροτέχνημα στα γέλια με τις γκάφες του Χος, ο οποίος πεινούσε σαν λύκος, και για να αστειευτούμε λιγάκι, θύμιζε τον Σπίθα που έβλεπε παντού ψητά κοτόπουλα, να ζηλεύω, κρυφά έστω, τις ερωτικές επιτυχίες του Λιτλ Τζο που συχνά, πάντως, άνοιγαν τον ασκό του Αιόλου προκαλώντας προβλήματα στον μπαμπά ο οποίος έτρεχε και δεν έφτανε, να καταβροχθίζω τις κινέζικες λιχουδιές, παρόλο που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα ξυλάκια!

Επειδή όλα στη ζωή τέμνονται, έστω και αργά, να φαντάζομαι πως το κορίτσι στο σαλούν ονομάζεται Ρόζα, είναι ναζιάρα, έχει ξανθά μαλλιά και ονειρεύεται ότι, κάποια μέρα, ή κάποια νύχτα, θα γίνει σπουδαία ηθοποιός, η Ζα Ζα Γκαμπόρ του μέλλοντος, ή η Άβα Γκάρτνερ, ή η λεπτοκαμωμένη, η αέρινη, η διάφανη, η υπέρκομψη Όντρι Χέπμπορν και εγώ, στο σταυροδρόμι των 18 μου χρόνων, να της κερνάω ουίσκι, κι εκείνη να με κοιτάζει παθιάρικα, ανεβάζοντας τους παλμούς της καρδιάς μου σε επικίνδυνα σημεία, και η ιδιοκτήτρια του σαλούν να λέει στον μπάρμαν να μην μου επιτρέψει να πιω αλκοόλ, και η Ρόζα να με ρωτάει: “πώς σε λένε;” και να της απαντά: “με λένε Τζο”, και να με ρωτάει: “σκέτο Τζο;” και να της απαντάω: “Τζο Κάρτραϊτ”, και να παίρνει φωτιά ο χάρτης της Ποντερόζα και, ταυτόχρονα, να παίρνει φωτιά ο χάρτης της νοσταλγίας.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news