Η υποτροφία και ο περήφανος μουχτάρης

Αρχές του Σεπτέμβρη του 1913 ο Κωσταντής, ο μουχτάρης του χωριού, κρατώντας το απολυτήριο του Δημοτικού με άριστα, συνοδεύει τον γιο του στη Λευκωσία. Πηγαίνει να τον γράψει στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Ο διευθυντής του Γυμνασίου, μόλις είδε τον μικρό Γιαννή και συνομίλησε λίγο μαζί του, τον έκανε αμέσως δεκτό στη σχολή. Το έμπειρο μάτι του αντιλήφθηκε αμέσως πως είχε μπροστά του ένα πανέξυπνο παιδί.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Τώρα έπρεπε να βρουν τον Χατζημανώλη, που είχε εμπορικό κατάστημα στο κέντρο της πόλης. Μίλησαν το Πάσχα, που ήταν στο χωριό.

Ευτυχώς ήταν κοντά στο Γυμνάσιο. Τον βρήκαν εύκολα. Δίχως πολλά λόγια δέχτηκε να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του.

Ήθελε να είναι φρόνιμος, υπάκουος και να τον βοηθά στη δουλειά του μαγαζιού. Ο Κωσταντής αγκάλιασε και φίλησε τον γιο του.
– Το νου σου, γιε μου. Να ακούεις τον θείο σου τζαι να κάμνεις ότι σού λαλεί.

Ο Χατζημανώλης ήταν γνωστός έμπορας στη Λευκωσία. Πουλούσε άροτρα, τσάπες, φτυάρια, κούσπους, σχοινιά, καρφιά, σαμάρια, σπόρους και ότι χρειάζεται ο αγρότης. Είχε ακόμη και τεράτσια, ελιές, τυριά, χαλλούμια, παστά κτλ. Σκέφτηκε ότι θα είχε βοηθό και η κόρη του παρέα. Πολλές οι δουλειές στο μαγαζί. Και ο μικρός φαίνεται έξυπνος.

Έτσι ο Γιαννής πήγε να ζήσει στον θείο του. Η θεία Δέσποινα και η κόρη της η Μαρία τον δέχτηκαν με αγάπη και καλοσύνη. Του έδειξαν το δωμάτιο του. Ήταν κάτι που ούτε στα όνειρα του δε μπορούσε να φανταστεί. Είχε ένα κρεβάτι με μαξιλάρια και σκεπάσματα. Τραπέζι, καρέκλες και λάμπα του ηλεκτρικού. Με 2 παράθυρα, που άνοιγαν στον κήπο. Στα ράφια υπήρχαν κάμποσα βιβλία. Σαν να βρέθηκε στον παράδεισο. Δεν πίστευε, πως θα ζούσε εδώ…

Σε λίγες μέρες άρχισαν τα μαθήματα. Πήγε από τους πρώτους, σχεδόν από τα χαράματα. Στην τάξη κάθισε δίπλα του ο Κυριάκος. Ένα παχουλό αγόρι, κάπως ντροπαλό. Σύντομα έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Ήταν και γείτονες. Ο πατέρας του, ο κύριος Θεράπων, δούλευε σε καλή θέση στο διοικητήριο.

Ο Γιαννής μετά το σχολείο πήγαινε σπίτι. Έτρωγε με όλη την οικογένεια και μετά ακολουθούσε τον θείο του στη δουλειά. Τού εξήγησε τι να
κάνει και πώς να συμπεριφέρεται στους πελάτες. Δεν χρειάστηκε πολύ καιρό για να γίνει ένας τέλειος βοηθός του θείου. Τα βράδια, μετά το δείπνο, έκανε τα μαθήματά του. Όταν είχε χρόνο διάβαζε τα βιβλία που είχε στα ράφια του δωματίου του. Λίγο αργότερα βρήκε μια σειρά «Η αγγλική άνευ διδασκάλου». Στο Γυμνάσιο είχαν και μάθημα αγγλικών. Τώρα, αποφάσισε να τα μάθει μόνος του. Με αυτόν τον τρόπο ήταν πολύ προχωρημένος στα αγγλικά. Του άρεσαν πάρα πολύ. Γενικά διάβαζε όποιο βιβλίο ή περιοδικό έβρισκε μπροστά του. Ήταν άριστος σε όλα τα μαθήματα. Τέλειωσε την πρώτη τάξη και το καλοκαίρι ο θείος τον έστειλε στο χωριό. Ο Κωσταντής βοήθησε και έφτιαξαν λίγο το σπίτι της Βασιλούς. Μόλις γύρισε, ο πατέρας του τον έβαλε να του διηγηθεί τα πάντα. Για το σχολείο, τους δασκάλους, τα μαθήματα, τις δουλειές του θείου, τους φίλους του. Δεν ήθελε να χάσει λέξη. Όταν του είπε πως άρχισε να μαθαίνει εγγλέζικα, τον έβαλε να του μιλήσει. Ο Γιαννής άνοιξε το τετράδιο των αγγλικών και του διάβασε την έκθεση που έγραψε. «Ο πατέρας μου». Του μετάφραζε κάθε πρόταση. Ο Κωσταντής άκουε με το στόμα ανοιχτό. Πρώτη φορά στη ζωή του ακούει να μιλούν εγγλέζικα.
– Και ποιός; «Ο γιος μου, το καμάρι μου, ανέφερε. Ευτυχώς, που μ ́ εφώτισεν ο Θεός τζαι αναγνώρισα τον τζαι δεν χάθηκε στη φτώχεια τζαι στην περιφρόνηση.

Μόλις ο δάσκαλος έμαθε πως ο Γιαννής ήρθε στο χωριό πήγε και τον βρήκε. Τον συμβούλευε να προσέχει τους φίλους του για να μην μπλέξει άσχημα. – Να γυμνάζεσαι και να τρέχεις κάθε μέρα για να μην καμπουριάσεις σαν εμένα. Δάσκαλε, του λέει «Τρέχω δύο μίλια κάθε μέρα. Στα 400 μέτρα έρχομαι πρώτος» Και γέλασε.

Αρχές του Σεπτέμβρη γύρισε στην χώρα. Ο θείος χάρηκε πολύ μόλις τον είδε. Το ίδιο και η θεία Δέσποινα και η Μαρία. Άρχισε δουλειά και σχολείο. Περνούσε τις τάξεις με άριστα. Κατάφερε να πείσει τον φίλο του τον Κυριάκο να ασχοληθεί με το τρέξιμο. Σιγά- σιγά το παχουλό παιδάκι έγινε ένας κομψός νέος με καλογυμνασμένο σώμα, όπως και ο Γιαννής. Όταν τελείωσαν την τρίτη τάξη οι δυό φίλοι με την άδεια των γονιών του Κυριάκου πήγαν για διακοπές στο χωριό. Έμεναν με τη Βασιλού και την Ανθούσα. Τη Κυριακή μετά τη λειτουργία ο Κωσταντής τους έπαιρνε στον καφενέ. Καθόταν ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά του. Και αυτός, περήφηνος σαν παγώνι. Η Βασιλού ήταν στις μεγάλες χαρές της. Ήρθε ο γιος της και σε μία εβδομάδα αρραβωνιάστηκε. Το ίδιο και η αδελφή της. Διπλή η χαρά.

Οι δύο φίλοι περνούσαν τη μέρα τους μέσα στα χωράφια. Παρακολουθούσαν τη δουλειά. Ρωτούσαν. Βοηθούσαν. Το απόγευμα ανέβαιναν πάνω στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και αγνάντευαν τον απέραντο κάμπο. Συζητούσαν για τη φτώχεια που επικρατεί σε όλα αυτά τα χωριά. Ο Γιαννής ήξερε πως το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η ανομβρία και η ξηρασία. Συμφωνούσαν ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να σκάψουν βαθιά στη γη. Ίσως καταφέρουν να βρουν νερό.
– Κοίταξε στο σπίτι της μάνας σου. Στις τρεις πλευρές είναι ύψωμα τζαι που την άλλη είναι κάθισμα. Δεν γίνεται να μην μαζεύεται νερό κάτω από τη γη.
– Εν καλά που λαλείς, ρε Κυριάκο. Μου ήρθε μία ιδέα. Όταν με το καλό τελειώσουμε το Γυμνάσιο θα σπουδάσω περβολάρης.
Ο Κυριάκος έσκασε στα γέλια.
– Γεωπόνος να σπουδάσεις. Το είδα σε ένα εγγλέζικο περιοδικό, που έφερε ο μπαμπάς μου. Περίμενε να τελειώσουμε.

Από τότε σκεφτόταν πως είναι καλή ιδέα να σπουδάσει κάτι για να μπορεί να βοηθήσει τον φτωχό κόσμο των χωριών, ώστε να έχει μια καλή παραγωγή. Να παράγουν και να μπορούν να διαθέτουν τη σοδειά τους. Να βγάζουν λίγα χρήματα και να ζουν κάπως ανθρώπινα. Πώς θα σπουδάσει όμως; Με ποια λεφτά; Στη δουλειά του θείου έβλεπε πως ο κόσμος ενώ αγόραζε εργαλεία, εντούτοις δεν είχε αρκετή παραγωγή ή εισοδήματα. Το μόνο που αυξανόταν συνεχώς ήταν τα χρέη τους. Πολλές φορές ο θείος του έλεγε πως πρέπει να βρουν τρόπους να βγάλουν νερό από τη γη. Ο Κυριάκος του έφερε ένα περιοδικό. Στον Καναδά και στην Αμερική υπήρχαν ανεμόμυλοι. Γύριζαν με τον αέρα και αντλούσαν νερό από τους λάκκους στις δεξαμενές. Από εκεί με την τσάπα άνοιγαν αυλάκια και πότιζαν τα δέντρα. Μάλιστα ο θείος πληροφορήθηκε πως ήδη υπήρχαν ανεμόμυλοι στην Αμμόχωστο. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν στα ορεινά χωριά. Ήταν δύσκολο να σπάσουν τις πέτρες των βουνών δίχως να ξέρουν ότι θα έβρισκαν νερό.

Τα χρόνια στο Γυμνάσιο πέρασαν γρήγορα. Οι δύο φίλοι ήταν οι καλύτεροι μαθητές. Πήραν απολυτήριο. Μια Κυριακή του Αυγούστου, το βράδυ ο κύριος Θεράπων ήρθε επίσκεψη μαζί με τον Κυριάκο στο σπίτι του Χατζημανώλη. Τον ειδοποίησε ο Γιαννής από το Σάββατο. Ήθελε να μιλήσουν για κάτι σοβαρό. Ο Χατζημανώλης έβλεπε πως η κόρη του ήταν τσιμπημένη με τον Κυριάκο. Γλυκοκοίταζαν ο ένας τον άλλο. Αποκλείεται. Είναι μικρή. Η κυρία Δέσποινα τους κέρασε γλυκό καρυδάκι και καφέ. Όταν έμειναν μόνοι τους ο κύριος Θεράπων πήρε τον λόγο.
– Λοιπόν, κύριε Χατζημανώλη. Όπως γνωρίζετε τα παιδιά, ο Κυριάκος μου και ο Γιαννής σας, ετελειώσαν το Γυμνάσιο με άριστα. Επειδή εγώ σκοπεύω να στείλω το παιδί μου στην Αγγλία να σπουδάσει, απεφάσισα να σάς κάνω την εξής πρόταση. Θέλω την έγκριση σας ώστε να πάει μαζί με το Γιαννή σας. Έτσι θα νιώθουμε όλοι σίγουροι, πως θα έχουν παρέα, θα μελετούν και δεν θα μπλέξουν άσχημα.
– Μα κύριε Θεράπων, πώς να γίνει κάτι τέτοιο;
– Μην ανησυχείτε αγαπητέ κύριε. Λόγω της θέσεως μου στο Διοικητήριο και των σχέσεων μου με τον Άγγλο Διοικητή, έχω εξασφαλίσει όχι μία, αλλά δύο υποτροφίες της αγγλικής κυβερνήσεως. Έχω δείξει τα απολυτήρια των παιδιών. Τους έχουν ήδη καλέσει σε γνωριμία. Και έχουν εγκριθεί. Απομένει η έγκριση και η υπογραφή των γονέων.

Ο Γιαννής δεν πίστευε σε όσα άκουσε. Θυμήθηκε, που την περασμένη βδομάδα ο Κυριάκος τον πήρε στο διοικητήριο, στη δουλειά του πατέρα του. Εκεί μίλησαν για λίγο με κάποιον Άγγλο. Ούτε κατάλαβε πως μιλούσαν για το μέλλον τους. Κουβέντες τυπικές, φιλικές. Ο Χατζημανώλης δέχτηκε αμέσως. Έπρεπε όμως να υπογράψει ο Κωσταντής.

Δευτέρα πρωί – πρωί οι δύο φίλοι πήραν τον δρόμο για το χωριό. Πήγαν πρώτα στη Βασιλού. Μόλις τους είδε βγήκε στον δρόμο με το μωρό της Ανθούσας στα χέρια. Αγκαλιές, φιλιά, κλάματα δικά της και του μωρού. Έστειλαν κάποιον να φέρει τον μουχτάρη. Ήρθε χαρούμενος. Νόμισε πως ο γιος του επέστρεψε στο χωριό για να μείνει. Όταν του εξήγησαν τα πάντα και κυρίως όταν του έδειξαν τα χαρτιά που έπρεπε να υπογράψει, αυτός με ένα πλατύ χαμόγελο τους λέει:
– Για να υπογράψω πρέπει να μείνετε στο χωρκό 2-3 ημέρες. Να πνάσετε. Να φάμε. Να πιούμε.

Την Τετάρτη πήγε στην εκκλησία, υπόγραψε τα χαρτιά του γιου του και από πάνω έβαλε τη «βούλλα του μουχτάρη».

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news