«Η παράσταση αρχίζει»

Ο Γιαννής από τον καιρό, που πήρε τη σύνταξη του δεν χάνει ευκαιρία να «πάει έσσω του». Έτσι λέει στα παιδιά και τη γυναίκα του. «Πάω έσσω μου, στις γειτονιές μου». Και αυτοί ξέρουν πού θα πάει. Του αρέσει να διηγείται στα εγγόνια του ιστορίες της παιδικής του ηλικίας. Τους μιλά για μια άλλη εποχή. Για τα παιδιά της γειτονιάς του. Της γενιάς της δεκαετίας του 60. Για τα παιγνίδια και τις συνήθειες τους.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

– Παππού, πάρε μας μαζί σου να δούμε αυτές τις γειτονιές. Να μας δείξεις αυτούς τους τόπους, τώρα που είναι κλειστά τα σχολεία. Άλλο που δεν ήθελε ο παππούς ο Γιαννής.

Τη Δευτέρα μετά το πρόγευμα πήραν τα σάντουιτς τους, το φρούτο, το νερό τους και ξεκίνησαν. Πέρασαν τα οδοφράγματα και ο παππούς άρχισε να τους εξηγεί τι έβλεπαν δεξιά και αριστερά του δρόμου. Όταν πλησίαζαν στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης σταμάτησαν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στο τοίχο ήταν ο αριθμός 22. Λεωφόρος Δερύνειας. Πριν βγουν από το αυτοκίνητο ο παππούς είπε: «Αρχίζει η παράσταση»

– Τι σημαίνει αυτό, παππού; ρώτησε η εγγονούλα του.

Αυτός χαμογέλασε.
– Σε αυτό εδώ το σπίτι ζούσε ο φίλος μου ο Τάκης με τους γονείς και το μεγάλο αδελφό του τον Κόκο. Τότε, το 1956, δεν υπήρχε τηλεόραση. Μόνο ραδιόφωνο. Ο Τάκης ήταν πολύ καλός μαθητής και φρόνιμο παιδί. Περνούσε την ώρα του στο σπίτι. Τού άρεσε το διάβασμα. Ήθελε να σπουδάσει δάσκαλος. Ο πατέρας του ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας αλκοολούχων ποτών ΛΟΕΛ. Συνεργαζόταν με εταιρείες από τη Τσεχοσλοβακία . Έφερναν ξυλεία και διάφορα προϊόντα. Στα γενέθλια του, του χάρισε μια μηχανή, που έδειχνε ταινίες μικρού μήκους. Μαζί με κάμποσες ταινίες. Και όταν έμαθε να τη χειρίζεται καλά αποφάσισε να προσκαλέσει τους φίλους τους. Στη πισινή αυλή τους υπήρχε ένα μεγάλο, πελώριο ζυμωτήρι. Για τα παιδιά τότε ήταν τρομακτικό να το βλέπουν. Κάποτε έκαμναν σαπούνια. Δίπλα, στη πλευρά του σπιτιού, βρισκόταν η αποθήκη. Ήταν άδεια. Εκεί λοιπόν, πάνω στο τοίχο ο Τάκης κρεμούσε ένα άσπρο σεντόνι που ήταν η σκηνή. Τοποθετούσε δυό ξύλινους πάγκους και οι θέσεις ήταν έτοιμες. Οι θεατές ήταν λίγοι, μα διαλεκτοί. Τα φρόνιμα παιδιά της γειτονιάς.

Το καλοκαίρι κάθε Σάββατο στις 7 το βράδυ ο Πέτρος Καρεκλάς, ο Ττόμης Παγιάσης, οι Βαρνάβας και Βάσος Κυριαζής, ο Δώρος Πολυδώρου, ο Αντρέας Χατζηγιάννης και ο παππούς σας ο Γιαννάκης ήταν τα τυχερά παιδιά, που παρακολουθούσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους σινεμά.
-Δεν πληρώνατε, παππού; ρωτάει ο μικρός εγγονός.
– Βέβαια πληρώναμε. Επειδή οι περισσότεροι από εμάς τότε δεν είχαμε χρήματα, πληρώναμε σε είδος. 2 – 3 ππυριλλιά, (γυαλλέτες, σβόλους) ή 3-4 φωτογραφίες (στάμπες τις λέγαμε) των ποδοσφαιριστών των ομάδων μας. Κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες είχαν περισσότερη αξία διότι ήταν δύσκολες. Κυκλοφορούσαν σε μικρό αριθμό. Οπότε όποιος είχε τέτοιες, μπορούσε να δώσει μόνο μια. Το ίδιο και με τις γυαλλέτες. Πάντως ο Τάκης δεχόταν τη κάθε προσφορά που του προτείναμε. Η καλοσύνη του ήταν τέτοια, που δεν μπορούσε, δεν ήθελε να στερήσει από τους φίλους του τη χαρά να απολαύσουν ένα έργο. Άλλωστε σαν παιδί είχε και αυτός την ανάγκη των φίλων, της παρέας.

– Και τι έργα βλέπατε, παππού; ξαναρωτάει ο εγγονός.

-Πριν ξεκινήσει η προβολή ο Τάκης στεκόταν μπροστά μας και με σοβαρό ύφος μας έλεγε: «Ησυχία! Η παράσταση αρχίζει» Μετά έπαιρνε τη θέση του πίσω από εμάς, έσβηνε τα φώτα και ξεκινούσε η προβολή. Η ταινία ήταν από νωρίς έτοιμη για προβολή.

Στην αρχή βλέπαμε ταινίες μικρού μήκους. «Τσάρλυ Τσάπλιν». «Ο Χοντρός και ο Λιγνός». «Τρίο Στούτσιες». Ήταν βωβές ταινίες. Εμείς, που πρώτη φορά παρακολουθούσαμε ταινία σκάζαμε στα γέλια με τα κατορθώματα τους και την καλοσύνη τους να βοηθούν τους φτωχούς και τους αδικημένους. Γελούσαμε, φωνάζαμε. Γενικά γινόμασταν ένα με τη ταινία. Σε αυτό βοηθούσε και το γεγονός, ότι η σκηνή ήταν κοντά μας και σαν να συνέβαιναν όλα μπροστά μας.

Μετά η ταινιοθήκη εμπλουτίστηκε. Βλέπαμε σύντομα καουμπόικα έργα. Τον ήρωα να κυνήγα και να τιμωρεί τους κακούς. Να τους πυροβολεί και μετά να φέρνει το όπλο του μπροστά στο στόμα του και να φυσά το καπνό, που έβγαινε. Να το γυρίζει στο δάκτυλο του με τέχνη και να το βάζει στη θήκη του. Μετά να φτιάχνει το καπέλο του, να μας κλείνει το μάτι και να τραβά το δρόμο του. Πολλές φορές του φωνάζαμε να προσέχει όταν βλέπαμε πως κινδύνευε. Όπως φαίνεται αυτός μας άκουγε και έτσι, κανένας δεν τον σκότωνε.

Κάποτε ο Τάκης οργάνωνε παράσταση με καραγκιόζη. Είχε τις διάφορες φιγούρες και τις κινούσε επιδέξια πίσω από το άσπρο σεντόνι. Μας ξετρέλανε το Κολλιτήρι με τις αταξίες του.

Ότι και να μας έδειχνε ο Τάκης, που από τότε ήταν καλός διοργανωτής και προγραμματιστής, μας ενθουσίαζε. Κυρίως, γιατί πάντοτε γινόμασταν ένα με τους ήρωες του έργου. Συμμετείχαμε κάθε φορά δίχως να ενοχλούμε κανένα. Ήμασταν όλοι μικρά παιδιά. Εκφράζαμε ελεύθερα τα συναισθήματα μας. Ζούσαμε τη δράση, την ιστορία.

Πολλές φορές διοργανώναμε ποδοσφαιρικούς αγώνες. Απέναντι, στο χωράφι του Βαρνάβα. Εδώ συναντιούταν οι ομάδες της κάτω και της πάνω γειτονιάς. Τα παιδιά που έμεναν στη οδό Δερύνειας και τα άλλα, στην

οδό Ικάρου. Αγώνες ποδοσφαίρου είχαμε και στο Μαντζούρειο Δημοτικό, στο μεγάλο γήπεδο. Όμως εκεί κάποιοι παίκτες ήταν σκληροί. Ο Βλαστάρας δεν άφηνε αντίπαλο να περάσει. Κλωτσούσε όπου μπορούσε.

Στο τέλος η κυρία Ελευθερία, η μητέρα του Τάκη μας κερνούσε κουφέτες, μήλα, μανταρίνια, πορτοκάλια. Χαιρόταν που ο γιος της είχε καλούς φίλους. Μας άρεσε πολύ να ερχόμαστε σε αυτό το σπίτι. Εδώ κοντά βλέπαμε και τις πάπιες της Ειρήνης, που έκαναν τον περίπατο τους μέσα στα χωράφια.

Φεύγοντας από εκεί ο παππούς Γιαννής πέρασε από την Αγία Ζώνη. Τους έδειξε το Μαντζούρειο Δημοτικό σχολείο. Τους διηγήθηκε για τα καταπράσινα περβόλια των Βαρωσιωτών, τα φορτωμένα με πορτοκάλια, μανταρίνια, γκρέιπφρουτ, που σήμερα έχουν εξαφανιστεί . Έμειναν απότιστα πολλά χρόνια και οι κατακτητές τα έκοψαν για να ανάβουν φωτιά να μαγειρεύουν. Μετά πέρασαν από την Αγία Αικατερίνη, το Β ́ Γυμνάσιο, το Δημαρχείο, το κήπο, το διοικητήριο, την Αστυνομία, το Νοσοκομείο. Τους έδειξε το Πρώτο τρένο της Κύπρου. Πέρασαν από τη μικρή στενή «Πύλη των τειχών» και μπήκαν στην «Παλιά πόλη» της Αμμοχώστου. Τους πήρε απευθείας στον Άη Γιώρκη τον Ξορινό. Εδώ, όπου εκκλησιάζεται όταν τους επιτρέπεται.

– Μακρινή και κουραστική η απόσταση παππού, του λένε και οι δύο. Ο παππούς χαμογέλασε.
– Αυτή την απόσταση, που σας φάνηκε μακρινή και κουραστική, την κάναμε στην ηλικία σας περπατητοί. Δύο και τρεις φορές το μήνα. Και μας άρεσε. Ήταν ο περίπατος μας.
Μετά πέρασαν από το λιμάνι, το Δημοτικό στάδιο, πίσω από το ΓΣΕ και έφτασαν στη θάλασσα. Κάπου εκεί άπλωσε ο παππούς μια μεγάλη κουβέρτα. Έφαγαν τα σάντουιτς τους. Ήπιαν το νερό τους. Έβγαλαν τα ρούχα τους. Φορούσαν ήδη τα μαγιό τους και μπήκαν στην καταγάλανη, θάλασσα. Κάθισαν μέσα στο νερό και ο παππούς άρχισε να τους μιλά για τον κατακλυσμό. Τότε, που όλες οι οικογένειες της πόλης μαζεύονταν σε εκείνη τη παραλία και διασκέδαζαν. Για τους βαρκάρηδες και το Ναυτικό Όμιλο.
Μετά ο παππούς τους ζήτησε να μείνουν εκεί. Να μην προχωρήσουν πιο βαθιά. Αυτός κολύμπησε μέχρι την «Καμήλα». Όταν βγήκε πρόσεξαν πως ο παππούς ήταν δακρυσμένος. Τον ρώτησαν τι συμβαίνει και αυτός σκουπίζοντας τα δάκρυα του τους λέει:
– Είναι από χαρά γιατί αξιώθηκα να σας δείξω αυτούς τους τόπους της παιδικής μου ηλικίας. Μα και λύπης γιατί δυστυχώς, χάνουμε για πάντα αυτή τη πανέμορφη πόλη. Χάνουμε το παρελθόν μας, αλλά και το μέλλον σας.
Στο γυρισμό πέρασαν από τον ίδιο δρόμο. Η εγγονή τον ρώτησε:
– Και τι απέγινε αυτή η παρέα, παππού;
– Ο Τάκης τελικά σπούδασε ιατρική στη Τσεχοσλοβακία. Παντρεύτηκε στο Παραλίμνι και δημιούργησε μαζί με άλλους γιατρούς ιδιωτική κλινική στη Ελεύθερη Αμμόχωστο. Με τη σωστή οργάνωση, την προσωπική διεύθυνση, την εργατικότητα και τη συλλογική και επίμονη δουλειά η κλινική έγινε το πιο γνωστό ιδιωτικό νοσοκομείο της περιοχής μας. Εδώ γεννηθήκατε και εσείς.

Ο Βαρνάβας Κυριαζής σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου και έγινε διευθυντής του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησες σε πολλά θεατρικά έργα. Και τα άλλα παιδιά σπούδασαν. Μαθηματικοί, γιατροί, δικηγόροι. Δυστυχώς η μικρή παιδική παρέα μετά το πόλεμο του 1974 σκορπίστηκε σε όλη την Κύπρο.

Όταν έφτασαν στο σπίτι τα παιδιά ήταν χαρούμενα που γνώρισαν επιτέλους τους αγαπημένους τόπους του παππού στην Αμμόχωστο. Τώρα θα είχαν κάτι νέο και ενδιαφέρον να διηγούνται στους φίλους τους.
Το βράδυ πριν πάνε για ύπνο ο εγγονός του λέει:

– Καληνύχτα, παππού. Σβήσε τα φώτα. Η παράσταση τελείωσε. Όνειρα γλυκά, Βαρωσιώτικα….

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news