Η ιστορία του νοθού γιου

Κύπρος, Οκτώβριος του 1899 σε ένα χωριό της ορεινής Λεμεσού. Ο Κωσταντής ο μουκτάρης κάθεται με τη παρέα του και πίνουν ζιβανία. Ο Παναής ο καφετζής κουβαλούσε στο τραπέζι τους διάφορους φρεσκοψημένους μεζέδες.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Χοιρομέρι, λούντζα, παστά, λουκάνικα, παστουρμάες. Είχε το μαγκάλι με τα ξύλα μέσα στην αυλή και τους έψηνε ότι είχε και ότι επιθυμούσαν. Ο μουκτάρης ήταν μερακλής και από τους καλύτερους πελάτες του μαγαζιού. Του άρεσε η καλοπέραση, το ποτό και η καλή παρέα. Βρήκε περιουσία από το πατέρα και τα πεθερικά του. Η γυναίκα του η Αντωνού είχε χωράφια και αμπέλια στο γειτονικό χωριό. Από τη μία πλευρά ήταν τα πατρικά χωράφια και από την άλλη του πεθερού. Τώρα που πέθαναν οι γέροι του, όλα έγιναν δικά του. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν του άρεσε και πολύ η δουλειά. Όταν ήταν νέος δούλευε κανονικά για αρκετές ώρες. Μετά το γάμο του σιγά – σιγά άλλαξε. Δεν ήταν από αυτούς, που σηκώνονται απ’ το χάραμα και στρώνονται στη δουλειά. Είχε μισταρκούς και αρκάτες.

Όταν η γυναίκα του άρχισε να γεννά τη μια κόρη πίσω από την άλλη αδιαφόρησε περισσότερο. Έκανε απλά τον επιστάτη. Καθισμένος πάνω στο άλογο του επιθεωρούσε τους μισταρκούς του. Σταματούσε στα χωράφια, μιλούσε λίγο με τους αρκάτες. Έβλεπε πως πήγαινε η δουλειά. Τους έδινε οδηγίες τι να κάνουν. Ξεκουραζόταν και συνέχιζε το δρόμο του. Τη νύκτα πήγαινε στον Παναή να τα πιει με τη παρέα του.

Απόψε άλλαξε δρόμο. Πήρε τη στράτα προς τις πάνω γειτονιές. Ήθελε να περάσει από το σπίτι της Βασιλούς. Μίας από τις καλύτερες του βοηθούς. Δουλευταρού και όμορφη. Ζουμερή γυναίκα κοντά στα 27. Ζούσε με τη Ανθούσα, την μικρή της αδελφή. Η μάνα τους πέθανε στη γέννα. Ο πατέρας έφυγε και κανένας δεν ξέρει που πήγε. Κάποιοι λένε πως πήγε στα καράβια. Έχει καιρό, που τη καλοβλέπει. Προπάντων τώρα τελευταία, που έμαθε πως ο ανεπρόκοπος ο χαρτωμένος της έφυγε στη χώρα και ποιος τον είδε, ποιος τον άκουσε. Λένε, ότι τον έδιωξε η ίδια. Γι’ αυτό και ο Κωσταντής όποτε την έβλεπε στα χωράφια σταματούσε και έπιανε κουβέντα μαζί της. Η Βασιλού τού μιλούσε λίγο. Περισσότερο τον άκουε. Κυρίως για να ξεκουραστεί από τη δουλειά και τον ήλιο. Και να νοιώθει, πως μιλά με κάποιο.

Έφτασε έξω από το σπίτι της. Ήταν όλα σκοτεινά. Προς στιγμής σκέφτηκε να κτυπήσει τη πόρτα. Ύστερα έκαμε μεταβολή. Άναψε τσιγάρο και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Ο καιρός άρχισε να αλλάζει. Στο σπίτι η Αντωνού και οι κόρες τους κοιμούνται. Έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα στην γυναίκα του. Αυτή μόλις τον ένιωσε δίπλα της άλλαξε πλευρό. Ο Κωσταντής δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν την Βασιλού. “Πρέπει αύριο να της μιλήσω”.

Την επομένη κατά το μεσημέρι τράβηξε για τα χωράφια. Βρήκε τη Βασιλού να δουλεύει μόνη της. Έδεσε το άλογο του σε μια τερατσιά και έβγαλε από τη βούρκα του ότι του έβαλε η Αντωνού για το μεσημέρι. Ψωμί, ελιές, χαλλούμι, αυγά βραστά, ντομάτες. Τα άπλωσε σε μια πετσέτα και φώναξε της Βασιλούς να τού κάνει παρέα.

– Έλα, κάτσε να φάμε παρέα. Έχω αρκετά και για τους δύο μας. Μην ντρέπεσαι.

Η Βασιλού, ασυνήθιστη σε τέτοιες περιποιήσεις, πλησίασε διστακτικά. Κάθισε σε κάποια απόσταση. Άνοιξε τη μαντηλιά της με το λίγο ψωμί, μια τομάτα και ελιές.

– Έλα Βασιλού, πάρε λίγο χαλλούμι. Μην ντρέπεσαι. Έν τζαι δακκάννω». Η Βασιλού προτίμησε να φάει το δικό της φτωχικό. Ο Κωσταντής έτρωγε μα δεν σταματούσε να τη κοιτά επίμονα. Δεν ήξερε πώς να της πιάσει κουβέντα. Σιωπούσε και τη κοιτούσε. Μετά θυμήθηκε και τη ρώτησε για την αδελφή της. “Άκουσα ότι σταμάτησε το σχολείο”. Γιατί;

– Εν αλήθεια, μάστρε. Αρρώστησε και δεν μπορούσε να πηγαίνει σχολείο. Θέλει γιατρό. Μα ο γιατρός θέλει λεφτά. Τζαι πού να τα βρω εγιώ η δύστυχη;. Και άρχισε να κλαίει. Σταμάτησε και ο Κωσταντής να τρώει.

– Έλα, μεν κλαίεις Βασιλού. Τύλιξε ότι απέμεινε και της τα έδωσε.

– Πάρτα της μιτσιάς. Πόψε εν να ρέξω πόσσω σου να σου φέρω τα μεροκάματα που σου χρωστώ. Να πάρεις το μωρό στο γιατρό να δούμε τι έχει.

– Ευχαριστώ σε πολλά Κωσταντή. Ο Θεός να σ’ έχει καλά. Πήρε τη πετσέτα που της έδωσε και φίλησε το χέρι του. Ούτε και η ίδια ήξερε γιατί.

Τη νύχτα ο Κωσταντής φρεσκοξυρισμένος κτυπά τη πόρτα της. Τού άνοιξε αμέσως. Σαν να τον περίμενε.

– Έλα μέσα, μάστρε. Κάτσε. Να σου ψήσω καφέ;

Έκατσε ο Κωσταντής. Το σπίτι είχε ένα τραπέζι, με τη λάμπα του πετρελαίου και 3 καρέκλες, ένα ξύλινο πάγκο με λίγα κουζινικά σκεύη. Σε λίγο τού σέρβιρε το καφέ με νερό. Έκατσε απέναντι του κάπως αμήχανη.

– Πώς είναι η Ανθούσα;

– Έχει καμπόση ώρα που κοιμήθηκε. Υποφέρει το κακομάζαρο. Πονάει τ ́ άντερα της όλη μέρα.

Ο Κωσταντής έβγαλε από το ζωνάρι του λίγα λεφτά και της τα έδωσε.

– Πιάστα να την πάρεις στο γιατρό να δούμε τι έχει. Να μεν στεναχωριέσαι.

Η Βασιλού έμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει διστακτικά.

Ο Κωσταντής της λέει: “Έλα κοκόνα μου. Χρωστώ σου τα. Έν λεφτά, που τον κόπο σου. Δικά σου. Πιάστα. Αν χρειαστείς τίποτε άλλο, λαλείς μου. Ότι μπορώ θα το κάμω για σένα. Ξέρεις, ότι αρέσκεις μου πολλά. Να μεν σε βλέπω λυπημένη”.

Η Βασιλού έπιασε το κλάμα.

Ο Κωσταντής σηκώθηκε και την αγκάλιασε τρυφερά. Αυτή δεν αντέδρασε. Έτρεμε. Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή της να βρίσκει στήριγμα. Ησύχασε. Μετά από λίγο ο Κωσταντής ήπιε το καφέ του και έφυγε. Πήγε στο καφενέ να βρει τη παρέα του. Από τότε πήγαινε συχνά στη Βασιλού. Η Ανθούσα έγινε καλά και γύρισε στο σχολείο. Η αδελφή της την έβαζε για ύπνο νωρίς.

Πέρασε λίγος καιρός και η Βασιλού αρρώστησε. Είχε εμετούς. Δεν μπορούσε να κρατήσει φαγητό στο στομάχι της. Δεν μπορούσε να δουλέψει όπως πρώτα. Ο Κωσταντής έμαθε για τη κατάσταση της. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Η Βασιλού ήταν έγκυος. Η κοιλιά της μεγάλωνε. Δεν αντέδρασε. Τι μπορούσε να κάνει;

Στις 19.01.1901 η Βασιλού γέννησε ένα αγόρι. Σαν μουκτάρης έπρεπε να το γράψει στα βιβλία του χωριού. Η μητέρα δήλωσε το επίθετο της και το όνομα του παιδιού. Χατζηπαντελή Ιωάννης. (Γιαννής ήταν το όνομα του πατέρα του μουκτάρη).
Όνομα πατρός __________
Τίποτα.

Άστο και θωρούμεν ύστερα. Η Βασιλού σιώπησε. Δεν είχε άλλη επιλογή.

– Ευτυχώς, που ο γιός μου είναι καλά. Εν να τον μεγαλώσω, όπως μεγάλωσα και την αδερφή μου. Ο Θεός εν άξιος.

Τα χρόνια περνούσαν. Οι χωριανοί έπαψαν να ασχολούνται με το νόθο παιδί της Βασιλούς. Μα κυρίως κανένας δεν τολμούσε στα φανερά να πει ποιου γιος ήταν. Έστω και αν το ήξεραν ή το υποψιαζόταν. Άλλωστε ούτε το πρώτο, ούτε το τελευταίο ήταν. Ο Κωσταντής φάνηκε εντάξει απέναντι της. Την είχε στη δούλεψη του. Δεν τη ζόριζε. Τη πλήρωνε καλύτερα. Τη βοηθούσε αρκετά. Συνέχισε να πηγαίνει στο σπίτι της κάποιες νύκτες μετά το καφενείο.

Με τον καιρό, όσο μεγάλωνε ο Γιαννής, άρχισε να τον αγαπά. Έπαιζε μαζί του. Ήταν ο «θείος» του. Όσο μεγάλωνε γινόταν ένα έξυπνο ζωηρό παιδί. Όταν πήγε σχολείο άρχισε να ξεχωρίζει από όλους. Ήταν ο καλύτερος μαθητής. Ο κύριος Σταυρής ο δάσκαλος, όποτε βρισκόταν στο καφενέ του Παναή έλεγε τα καλύτερα λόγια για το Γιαννή. Και αν ήταν παρών ο Κωσταντής τον κοιτούσε με νόημα. Παραδόξως ο μουκτάρης, όχι μόνο δεν κακοφανιζόταν. Αντίθετα έδειχνε περήφανος. Χαμογελούσε με ικανοποίηση, δίχως να λέει λέξη.

Όταν ο μικρός Γιαννής πήγαινε στην έκτη τάξη, ο δάσκαλος ξεπίτηδες έριχνε τις σπόντες του.

– Ρε κοπέλια, δεν είναι κρίμα τόσο έξυπνο κοπελλούιν να μην πάει στη Λευκωσία σχολείο; Να μάθει πέντε γράμματα περισσότερα;

Ο Κωσταντής καταλάβαινε πολύ καλά. Όμως δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Ο Γιαννής τού έμοιαζε πάρα πολύ. Ήταν πανέξυπνος, φρόνιμος, καλός. Ο μόνος, που μπορούσε να τον βοηθήσει ήταν αυτός. Αίμα δικό του. Έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες του. Και ο παπα-Θανάσης, που ήταν φίλος του, του τα έλεγε έστω και πλαγίως.

Μία νύχτα, αφού ήπιε καμπόση ζιβανία και πήρε θάρρος, πήγε σπίτι του. Η Αντωνού ακόμη να κοιμηθεί.

– Άκου τι θα σου πω Αντωνού. Ο μιτσής ο Γιαννής της Βασιλούς, εν γιός μου. Έσσιει τζαιρόν που έθελα να σου το πω, αλλά έν το αποφάσιζα.»

– Ξέρω το που καιρό Κωσταντή. Δεν είμαι στραβή. Θωρώ καλά τζαι ακούω καλά. Μοιάζει σου. Τζαι το χωριό ξέρει πως τα «έχεις» μαζί της. Τι να κάνω; Να φύγω; Τζαι πού να πάω με τέσσερις κόρες; Κάνε ότι νομίζεις σωστό. Σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι της. Γύρισε προς το τοίχο και έμεινε σιωπηλή και ακίνητη ώσπου τη πήρε ο ύπνος.

Την επομένη πήγε στη Βασιλού.

– Αύριο πέρνα που την εκκλησία να γράψουμε τον Γιαννή. Έτσι ο Γιαννής απέκτησε και όνομα πατρός. Κωσταντής! Και έπαψε να είναι ο Νόθος του χωριού! Ζούσε με τη μητέρα του. Ήξερε όμως πως είχε πατέρα. Και με «βούλλα» του μουκτάρη.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news