Η αρχαία Έγκωμη – Του Άγγελου Σμάγα

Ο σπουδαιότερος αρχαιολογικός χώρος της προϊστορικής εποχής στην Κύπρο βρίσκεται στην Έγκωμη, σε ένα βραχώδες έξαρμα λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Αμμοχώστου, όπου εντοπίζονται τα κατάλοιπα ενός από τα πιο περίφημα, κατά το παρελθόν, κοινωνικά και οικονομικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου.  

Η πρώτη περίοδος ίδρυσης της Έγκωμης ανιχνεύεται στον 17ο π.Χ. αιώνα, όταν αποτελούσε μια μικρή πόλη κοντά στις εκβολές του Πεδιαίου που λειτουργούσε ως λιμάνι εξαγωγής χαλκού.
Σε αυτήν κατέληγαν μεγάλες ποσότητες μεταλλεύματος που εξορύσσονταν από τις πλαγιές του Τροόδους και φορτώνονταν σε μεγάλες σχεδίες για να φτάσουν με την ώθηση των νερών του ποταμού, ο οποίος ήταν πλωτός τότε, στα χαλκουργεία της Έγκωμης. Εκεί γινόταν ο τελικός καθαρισμός και η επεξεργασία του μετάλλου για να είναι έτοιμο να αποσταλεί στις αυλές των ανακτόρων της Ανατολής. Ο κομβικός ρόλος της Έγκωμης στις εμπορικές δραστηριότητες των παράλιων πόλεων της Ανατολικής Μεσογείου την ανέδειξε γρήγορα και σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτιστικούς πυρήνες της Κύπρου με ταχύτατη ανοδική πορεία που είχε ως αποτέλεσμα κατά τους επόμενους αιώνες τόσο τη σημαντική επέκταση, όσο και τη συνολική αναμόρφωση του πολεοδομικού ιστού της. Ειδικότερα, από τον 13ο π.Χ. αιώνα και μετά, που έχουμε την εγκατάσταση Αχαιών στην Έγκωμη, αυτή περιβάλλεται με κυκλώπεια τείχη τα οποία διέθεταν πύργους και μνημειακές πύλες. Η πόλη οργανώθηκε στη βάση ενός ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού με οικοδομικά τετράγωνα όπου ορθώνονταν εξαίρετες κατοικίες οι οποίες διέθεταν ακόμα και λουτρά, αποχωρητήρια και αποχετευτικό σύστημα, υγειονομικές δηλαδή εγκαταστάσεις που προδίδουν ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, διανοίχθηκαν κάθετοι και οριζόντιοι τεμνόμενοι φαρδιοί δρόμοι που κατέληγαν σε μια κεντρική πλατεία, όπου βρίσκονταν διάφορα μεγαλοπρεπή κτήρια δημόσιου χαρακτήρα, όπως ιερά και χώροι εξουσίας, κατασκευασμένα με μεγάλους τετραγωνισμένους λαξευτούς λίθους.

Το πρώτο από τα ιερά αποτελούνταν από μια αίθουσα μεγάλων διαστάσεων που περιβαλλόταν από αρκετά δωμάτια και ήταν αφιερωμένο, με βάση ένα άγαλμα φιλοτεχνημένο από συμπαγή χαλκό, στον Απόλλωνα Κεραιάτη, τον κερασφόρο θεό από την Αρκαδία ο οποίος ήταν προστάτης των ποιμένων. Αυτό το γεγονός βέβαια, εκτός των άλλων, δείχνει τις στενές σχέσεις με την ελληνική μυθολογική παράδοση. Το δεύτερο ιερό είχε αφιερωθεί στη θεά της παραγωγικότητας των μεταλλείων, όπως αποκαλύπτεται από μια γυναικεία μορφή που πατούσε σε τάλαντο χαλκού, ενώ το τρίτο στον θεό του χαλκού, όπως αποδεικνύεται από ένα αγαλματίδιο που επίσης στεκόταν επάνω σε τάλαντο. Το συγκεκριμένο πιστοποιεί ότι η μεταλλουργία βρισκόταν κάτω από την επίβλεψη των ιερέων που ενεργούσαν εκ μέρους του θεού και είχαν υπό την προστασία τους την παραγωγή χαλκού. Επιπρόσθετα μαρτυρεί ότι η επεξεργασία και εμπορία χαλκού ήταν η σημαντικότερη οικονομική δραστηριότητα στην Έγκωμη, η οποία αποτελούσε κομβικό διαμετακομιστικό σταθμό στη διαδικασία εκμετάλλευσής του. Βεβαίως, εκτός από τα ιερά, υπήρχαν και άλλα αξιόλογα αρχιτεκτονήματα, όπως το επονομαζόμενο «παλάτι του Αχαιού αρχηγού» που είχε χαρακτηριστικά μυκηναϊκού μεγάρου και ήταν κτισμένο με ογκώδεις ορθογωνισμένες πέτρες σε πολύ μεγάλο μήκος. Μάλιστα, μέσα στην εσωτερική αυλή αυτού του εντυπωσιακού κτηρίου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός από τους πρώτους Αχαιούς που κατέφθασαν στο Νησί. Τάφοι λαξευμένοι στον φυσικό βράχο υπήρχαν στις αυλές και άλλων κτηρίων, δείχνοντάς μας έτσι ότι η νεκρόπολη βρισκόταν στην ίδια περιοχή με τη ζώσα πόλη, δυστυχώς όμως ήταν κατά βάση συλημένοι. Παρόλα αυτά, από τα υπολείμματα των κτερισμάτων που συνόδευαν τους νεκρούς σε αυτούς τους τάφους, αλλά και από κάποιους ακόμα που εντοπίστηκαν ασύλητοι και περιείχαν άφθονα μυκηναϊκά αγγεία διακοσμημένα πλούσια με ποικίλα μοτίβα, κάποια εξαίρετα δείγματα χρυσοχοΐας, αργυροχοΐας, ελεφαντουργίας και σμαλτοτεχνίας, όπως και αντικείμενα τέχνης από φαγεντιανή, γυαλί και αλάβαστρο, προκύπτει ότι υπήρχαν στενές σχέσεις με τον ελλαδικό χώρο αλλά και με τη Συρία και την Αίγυπτο, καθώς και ότι επικρατούσε μια κοσμοπολίτικη εν γένει ατμόσφαιρα. Τις πολλές επαφές με τον μυκηναϊκό και αγαιοανατολικό κόσμο επικυρώνει και μια σειρά άλλων ευρημάτων που εντοπίστηκαν στον οικισμό, όπως πινακίδες με εγχάρακτη κυπρομινωική γραφή. Τα συγκεκριμένα δείγματα κυπρομινωικής γραφής, τόσο σε πινακίδες, όσο και σε σφραγιδοκύλινδρους και σε άλλα αντικείμενα, δείχνουν επιπρόσθετα ένα περίπλοκο σύστημα οργάνωσης και διοίκησης όπου η χρήση γραφής καθίσταται απαραίτητη για να ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος στις οικονομικές συναλλαγές και στην αποθήκευση των πολύτιμων προϊόντων.

Η εικόνα ακμής και πλούτου όμως της Έγκωμης με τις έντονες εμπορικές σχέσεις με άλλα σημαντικά λιμάνια έμελλε να ανατραπεί κατά τον 11ο π.Χ. αιώνα όταν φυσικές καταστροφές και εσωτερικές αναταραχές που ξέσπασαν, οδήγησαν στη σταδιακή εγκατάλειψη αυτής της απαράμιλλης πόλης και στην ίδρυση μιας καινούργιας λίγο ανατολικότερα, της Σαλαμίνας, η οποία θα έμελλε να εξελιχθεί στη νέα πολιτιστική και πολιτική βάση της ευρύτερης περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Κύπρου.