Για ποιον κτυπάει η καμπάνα;

Ο μήνας που φέρει αυτοκρατορικό όνομα είχε ανέκαθεν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, μέχρι τα τριάντα. Αποτελούσε τον μήνα της συγκομιδής, της ανασυγκρότησης, της σχολής, του ξεφαντώματος και των ταξιδιών.

Του Παντελη Θεοδοσίου

Την τελευταία δεκαετία, παρότι οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής έχουν καταστήσει τον Αύγουστο εργάσιμο μήνα, για έναν περίεργο λόγο αποτελεί ανεξάντλητη πηγή δημιουργικής ραστώνης και ρεμβασμού. Όσο μεγαλώνω, τόσο αντιλαμβάνομαι γιατί αποτέλεσε κυρίαρχη πηγή έμπνευσης για τον Ελύτη, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη, τον Ρίτσο και τον Τσαρούχη.

Τα Αυγουστιάτικα φεγγάρια μιλάνε ευθέως στην ψυχή μου και δημιουργούν πάντα αυτές τις απαραίτητες στιγμές μελαγχολίας και ευγενούς θλίψης, υπενθυμίζοντάς μου πάντα όλους εκείνους που έφυγαν από τον μάταιο τούτο κόσμο. Κατά τη διάρκεια της ωραιότερης νύκτας του χρόνου, της αυγουστιάτικης πανσελήνου, κοιτάζω κατάματα το φεγγάρι και συνειδητοποιώ τη μικρότητά μου μέσα στο σύμπαν. Εκείνα τα ασυνήθιστα χρώματα στην γκάμα των μωβ-μπλε αποχρώσεων, σε συνεργασία με το παράξενο άπλετο φως του φεγγαριού, με οδηγεί υποσυνείδητα σε ένα συμπαντικό μνημόσυνο.

Φεύγουν οι άνθρωποι. Φεύγουν από δίπλα σου, απ’ τη ζωή σου, απ’ τον κόσμο σου. Φεύγουν και γίνονται αναμνήσεις κάπου στο βάθος του μυαλού. Το παρόν γίνεται παρελθόν και ο ενεστώτας αόριστος. Σκόρπιες σκέψεις και πρόσωπα θολά, δίχως χρώματα κι αρώματα. Μόνο μια μοναδική αίσθηση άφησε ο καθένας, απ’ ότι μπόρεσε να μου μεταλαμπαδεύσει για όσο διάβηκε στο δρόμο μου.

Φεύγουν οι άνθρωποι και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι. Με διαδρομή ενός τρένου μοιάζει η ζωή. Ακολουθώ το δρομολόγιο και σε κάθε σταθμό κάποιος ανεβαίνει και κάποιος κατεβαίνει. Τρένο που πάει πέρα δώθε η ζωή, να κοιτάω από το παράθυρο άγνωστες επιβιβάσεις, αμέτοχος και ατάραχος. Είναι κι εκείνες οι αναχωρήσεις, οι ξαφνικές, που μοιάζουν σαν εφιάλτες, που με βρίσκουν τη νύχτα σαν εφιάλτης. Κι όλο προσπαθώ να ουρλιάξω και φωνή να μη βγαίνει. Φεύγουν οι άνθρωποι που με γέμισαν με αγάπη και καλοσύνη. Όλοι όσοι μαζί τους ένιωσα ότι η ζωή μοιάζει με μισογεμάτο ποτήρι. Εκείνες οι φωνές που μιλούσαν κατευθείαν στην ψυχή μου και κάθε τους συμβουλή έπαιρνε τη ζωή μου ένα βήμα παρακάτω. Φεύγουν, απομακρύνονται και δεν μπορώ ούτε καν να τους θυμώσω. Μόνο υπομένω, καθώς μέσα μου κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο το κενό. Μια αιώνια ανοικτή τρύπα μέσα μου. Δεν υπάρχει σοβάς τόσο ικανός για να μπαζώσω το κενό!
Μοναδικοί άνθρωποι, μοναδικό και το άδειασμα που αφήνουν με το φευγιό τους. Όσο και να περνάει ο χρόνος, μόνο να θυμηθώ μπορώ. Να θυμηθώ και να αγγίξω για λίγα δεύτερα τον άνθρωπο που έφυγε. Θυμάμαι και χαμογελώ, θυμάμαι και δακρύζω.

Αύγουστος, και η ρουτίνα επαναλαμβάνεται καθημερινά. Πρωϊνό ξύπνημα, λίγο περπάτημα, πότισμα του κήπου, μαγείρεμα, λίστα για ψώνια, πλυντήρια, στεγνωτήρια, συγύρισμα κλπ κλπ. Ένας ατέρμονος άνισος αγώνας δρόμου κόντρα στον χρόνο. Επιτέλους, μπαίνω στο αυτοκίνητο. Κοιτώ το ρολόι και χαμογελώ. «Τα κατάφερα και σήμερα, όλα στην ώρα τους», σκέφτομαι και συνάμα οδηγώ μηχανικά, καθώς το μυαλό τρέχει σε δέκα ανοικτά μέτωπα. Δάνεια, ασφάλειες, λογαριασμοί, αναδουλειά, υποχρεώσεις, γυναίκα, παιδί, πρέπει και γιατί, όλα μαζί, στριμωγμένα και εκείνα μαζί μου, στην κίνηση.

Φτάνω στον προορισμό μου. Τεντώνομαι νωχελικά και ανοίγω την πόρτα. Καμπάνα. Πάλι κτυπάει νεκρικά η καμπάνα. Εξετάζω το οπτικό μου πεδίο και ρωτάω τον πρώτο άνθρωπο που εντοπίζω: «Ποιος έφυγε πάλι»; Αποφεύγω το ρήμα «πεθαίνω». Προσδίδει μια μόνιμη απουσία. Το «φεύγω» μοιάζει απροσδιόριστο, αφήνει περιθώρια επιστροφής και μου κάθεται κάπως καλύτερα στο σαλεμένο μου μυαλό. Κάποιος έφυγε πάλι! Ναι, πάλι! Στέκομαι μόνος στον δρόμο, ρωτώντας μέσα μου «γιατί;». Πώς να τα βάλεις με τον θάνατο; Πώς να γυρίσεις πίσω τον χρόνο;

Φεύγουν οι άνθρωποι, άνθρωπε! Φεύγουν και πίσω μένουν μόνο άψυχα αντικείμενα και άδειες καρέκλες. Θέσεις, αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις και κόντρες. Λόγια που πόνεσαν, λόγια που έμειναν παρά το φευγιό και μια διαιωνιζόμενη κακία. Μόνο αυτά μένουν να ταλαιπωρούν τη μνήμη σου στο παρόν.

Φεύγουν οι άνθρωποι, άνθρωπε! Τους παίρνει ο χρόνος μαζί τους. Δεν έχεις περιθώρια για κάτι λιγότερο από αγάπη και δυο όμορφες λέξεις. Μετρά πάντα αντίστροφα σε κάθε μας χαρά και λύπη. Ένα πελώριο αθόρυβο ρολόι ο θάνατος.

Φεύγουν οι άνθρωποι γύρω μας. Κανείς δεν ξέρει το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Κανείς δεν ξέρει πόσες ευκαιρίες είχε για να πει όλα εκείνα τα σ’ αγαπώ, όλα εκείνα τα «ευκόλως εννοούμενα», που θεωρούσες δεδομένα.

Φεύγουν οι άνθρωποι και μένουν πίσω τους σκιές. Φεύγουν οι άνθρωποι και μένει πίσω τους απλα ένα στίγμα, μια στάση στον χρόνο! Φεύγουν και απλά κτυπά η καμπάνα, κάθε φευγιό και νταν!

Το σπουδαιότερο επίτευγμα σε αυτήν τη ζωή άνθρωπε, είναι να συνεχίσεις να υπάρχεις, ακόμα και όταν δεν θα ζεις. Να είσαι εκείνο το μικρό χαμόγελο που θα κρέμεσαι από κάποια χείλη κάθε φορά που θα σε θυμούνται, εκείνο το μικρό μειδίαμα κάθε φορά που θα σε πεθυμούν, εκείνος ο βαθύς εσωτερικός αναστεναγμός κάθε φορά που θα λείπεις σε κάποιον…

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news