Αναμνήσεις δύο φίλων – Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Χριστούγεννα 2021. Ο Λάκης, συνταξιούχος γιατρός, δέχεται την επίσκεψη του παλιού του φίλου Βάκη από τη Γιαλούσα. Κάθονται, πίνουν τον καφέ τους και τα λένε. Ο Βάκης ανοίγει έναν φάκελο, που είχε μαζί του. Βγάζει μια παλιά χριστουγεννιάτικη κάρτα και του τη δίνει. «Χρόνια πολλά, φίλε. Αυτή η κάρτα σου ανήκει μαζί με αυτά τα γράμματα. Είναι από τα ελάχιστα πράματα, που διέσωσα από τη Γιαλούσα».

Με συγκίνηση ο Λάκης ανοίγει την κάρτα. Ήταν ένα καλαθάκι γεμάτο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Από μέσα διάφορα λουλούδια και στη μέση ένα πουλάκι να κελαηδάει: «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ». Στο πίσω μέρος ευχές και ημερομηνία 20.12.1967. Δάκρυσαν οι δύο φίλοι. Πέρασαν από τότε 55 χρόνια. Θυμήθηκαν τα παλιά.

Ο Λάκης το 1965 με 1967 υπηρετεί τη θητεία του στις Ακράδες. Την ημέρα ήταν βοηθός μάγειρας στη Λέσχη Αξιωματικών και τη νύχτα βγάζει σκοπιές, όπως όλοι οι φαντάροι. Καθημερινά πηγαίνει στην αγορά της Γιαλούσας να ψωνίζει. Κοντά στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ήταν το σινεμά ΕΥΑΓΟΡΑΣ, των συμπεθέρων του Τάκη και Γιασεμής Τσαππαρέλη. Δίπλα βρισκόταν το σπίτι των γονιών τους Κυριάκου και Φλωρεντίας και αμέσως μετά το σπίτι του Παπαλοΐζου. Στις συχνές του επισκέψεις γνώρισε το παπαδοπαίδι, τον Βάκη, που ήταν 2 – 3 χρόνια μικρότερος. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του. Ένα ευγενικό, ντροπαλό και πανέξυπνο παιδί. Σύντομα έγιναν καλοί φίλοι. Μιλούσαν για τα μαθήματά τους και τη λογοτεχνία. Ο Βάκης του έδειχνε τον πανέμορφο κάμπο, που απλωνόταν πίσω από την εκκλησία και του εξηγούσε για τις όμορφες παραλίες. Με πολλή περηφάνια του διηγούταν, ότι σε αυτήν την πανέμορφη παραλία, στο τέλος του 18ου αιώνα έφτασε από τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας ο προπάππους του Παπαπέτρος, πατέρας του παππού του Βαρνάβα και παππούς της μητέρας του Ελένης πρεσβυτέρας.
Ο Παπαπέτρος καταγόταν από ιερατική οικογένεια της Σελεύκειας στην Κιλικία, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη Γιαλούσα. Πολλοί πρόσφυγες από την απέναντι ακτή της Μικρασίας βρέθηκαν στη Γιαλούσα και στα γύρω χωριά, δημιούργησαν οικογένειες και ρίζωσαν.

Ο Λάκης του μιλούσε για τη θάλασσα της Αμμοχώστου, τα Γυμνάσια, το Λύκειο Ελληνίδων, την Δημοτική Βιβλιοθήκη. Του έλεγε πως έγραφε ποιήματα. Κάποια στιγμή του πρότεινε να διαθέσει σε φίλους του το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΡΙΚΟΣ, που διάβαζε και αυτός. Δέχτηκε και έτσι είχαν ενδιαφέροντα θέματα να συζητούν. Πολλές φορές ο Λάκης κοιτούσε τον φίλο του να κρέμεται από το σχοινί της καμπάνας και να την χτυπά χαρμόσυνα. Ήσυχα, αθώα παιδιά.

Μετά τον στρατό είχαν αλληλογραφία. Ο Λάκης σαν πιο μεγάλος συμβούλευε τον Βάκη να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία. «Πρόσεχε από τώρα τη γλώσσα που χρησιμοποιείς στο γράψιμο σου. Στις εκθέσεις, τα γράμματα ή στα διηγήματα σου. Να γράφεις στη δημοτική ή στην καθαρεύουσα. Όχι όμως μεικτά». Ο φίλος του ποτέ δεν τού είπε πως ήταν άριστος μαθητής. Δεν ξανοιγόταν πολύ.
Τον Οκτώβρη του 1968 ο Λάκης φεύγει για σπουδές στη Ρωσία. Εκείνη τη χρονιά είναι η σειρά του Βάκη να υπηρετήσει στις Ακράδες. Όμορφος τόπος, πευκόφυτος με καθαρό αέρα. Δυστυχώς, όμως κάποιοι χουντικοί αξιωματικοί μόλυναν το περιβάλλον με την τοξικότητα του εθνικιστικού φανατισμού. Κατάφεραν να σπείρουν τη διχόνοια ανάμεσα στον λαό. Οι στρατιωτικοί δεν μιλούσαν για την Ελλάδα, που αυτοί οι δυο λάτρευαν και θαύμαζαν. Την Ελλάδα, που γέννησε τον πολιτισμό και τη Δημοκρατία. Αυτοί μιλούσαν για μίσος και για προαιώνιους εχθρούς.
Μετά τον στρατό ο Βάκης σαν άριστος μαθητής, έφυγε για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο πλατύς δρόμος της γνώσης ήταν ορθάνοικτος μπροστά του.
Τον περπάτησε με σύνεση και συνέπεια. Ήξερε πολύ καλά γιατί βρέθηκε εκεί. Ήταν στο στοιχείο του. Αποθήκευε γνώσεις στο μυαλό του. Τον Ιούλη του 1973 πήρε το πτυχίο του στην Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία.

Δυστυχώς, ήρθε το καταστροφικό του 1974. Έπρεπε να υπερασπίσει τα πατρώα εδάφη. Δίχως δεύτερη σκέψη κατατάχτηκε αμέσως. Πήγε μαζί με άλλους έφεδρους στο τάγμα του στις Ακράδες. Υπηρέτησε μέχρι τις 14 Αυγούστου στο Νοσοκομείο στη Γιαλούσα μαζί με άλλους στρατιώτες στην ομάδα του Βαρωσιώτη γιατρού Γιάννη Χατζηιωάννου. Φρουρούσαν τραυματίες στρατιώτες και φρόντιζαν ντόπιους ασθενείς. Στις 14 Αυγούστου απόγευμα φόρτωσαν όλους τους εφέδρους πάνω στα φορτηγά και τα άλλα οχήματα, για να τους μεταφέρουν στην Κυθραία. Αυτοί ήξεραν ήδη, ότι οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την περιοχή. Ήταν φανερό, πως απλά εκτελούσαν σχέδια της ελληνικής χούντας για εγκατάλειψη και της Καρπασίας. Άλλωστε, οι φοιτητές δεν είχαν όπλο. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής βγήκαν από τον κύριο δρόμο και πήραν τους χωματόδρομους. Πάνω στους λόφους κάποιοι Τουρκοκύπριοι ένοπλοι τους γιουχάιζαν κουνώντας τα όπλα τους και χορεύοντας. Η Καρπασία έμενε ανοχύρωτη στα χέρια τους.
Στη Βουκολίδα σταμάτησαν για λίγο, για να πιούν νερό και να αποφασίσουν οι αξιωματικοί προς τα πού θα τραβήξουν. Σαν έπινε νερό από τη βρύση κάποιου σπιτιού, τον πλησίασε μια γιαγιά και τον ρώτησε πού πάει τόσος στρατός. Ο Βάκης με σκυφτό το κεφάλι της λέει με τρεμάμενη φωνή:
– Στην Κυθραία, γιαγιά. Για να ενισχύσουμε τους στρατιώτες μας, που πολεμούν εκεί.
– Μα τόσοι πολλοί, γιε μου;
Νους γεροντικός, σοφός, πώς να τον ξεγελάσεις!
– Φεύγετε και μας αφήνετε στους Τούρκους; του λέει.
Και άρχισε να φωνάζει τους συγχωριανούς και να βάζει κατάρες στους υπαίτιους.
Ο Βάκης δεν ξέχασε τη γιαγιά και τις άλλες γυναίκες, που έκλαιγαν φοβισμένες και προδομένες. Και όταν στα μέσα του Σεπτέμβρη απολύθηκε, επειδή ήταν φοιτητής, ο Διοικητής του τάγματος, που στάθμευε στα Κελλιά, του απένειμε «εύφημον μνείαν», ο Βάκης αρνήθηκε πεισματικά να καταγραφεί αυτή η διάκριση στο φύλλο πορείας του. Στην επιμονή του Διοικητή να του εξηγήσει, του διηγήθηκε την ιστορία της γιαγιάς από τη Βουκολίδα. «Άξιοι για τέτοια μνεία είναι όσοι έμειναν πίσω και δεν γνώριζαν που τελείωνε η ζωή και πού άρχιζε ο θάνατος.» Συγκινημένος ο Διοικητής υπέγραψε το φύλλο πορείας και ο Βάκης με τα σκονισμένα πράσινα ρούχα αγγαρείας, μακριά μαλλιά, βγήκε στον δρόμο για να βρει μέσο να πάει στη Λευκωσία στους συγγενείς του.
Σύντομα φεύγει με πλοίο για την Αθήνα. Δωρεάν και κατάστρωμα. Τουλάχιστον εδώ δεν σφύριζαν σφαίρες, ούτε έπεφταν οβίδες ή βόμβες. Φτάνει στην Αθήνα, στο Γουδί. Ευτυχώς στο μικρό δωματιάκι του τα βιβλία και οι σημειώσεις του ήταν σώα και αβλαβή. Οι σκέψεις του όμως ήταν σε εκείνους που έμειναν πίσω στην Καρπασία και εκείνη την καημένη γριά στη Βουκολίδα. Ποιος θα τους έσωζε; Ποιος θα τους προστάτευε από το μένος του κατακτητή;
Με πολλές οικονομικές και άλλες δυσκολίες ο Βάκης συνεχίζει τις σπουδές του. Η πικρή εμπειρία του πολέμου και της προδοτικής εγκατάλειψης των πατρώων εδαφών, τον πεισμώνουν περισσότερο. Ήθελε να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις, για να μπορέσει να βοηθήσει τη σκλαβωμένη Πατρίδα του. Έτσι πήρε και το δεύτερο πτυχίο του, στην Ελληνική Φιλολογία. Σαν άριστος φοιτητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέσω του Σαριπόλειου Κληροδοτήματος, του δόθηκε η μοναδική ευκαιρία να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο διάσημο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μαθήτευσε κοντά σε γνωστούς καθηγητές, που του πρόσφεραν έναν απέραντο πλούτο γνώσεων. Το 1979 επιστρέφει στην Κύπρο με μεγάλη διάθεση νε διδάξει στα παιδιά τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Πρωτοδιορίζεται στο Γυμνάσιο Παραλιμνίου.
Ο Λάκης μετά από 10 χρόνια σπουδών, επιστρέφει όχι στο σπίτι του στην αιχμάλωτη Αμμόχωστο, αλλά στο Παραλίμνι. Ξεκινά τον αγώνα για επιβίωση, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες. Με τη βοήθεια της συζύγου του Μαρίας άνοιξε την πρώτη ιδιωτική κλινική στην περιοχή, που έγινε η απαρχή για ανάπτυξη των ιδιωτικών υπηρεσιών στην Ελεύθερη Αμμόχωστο.
Αργότερα έμαθε πως ο φίλος του βρισκόταν στο ίδιο μέρος. Άκουε πολλά θετικά για τον αγαπητό καθηγητή. Συναντήθηκαν μερικές φορές και τα είπαν στα πεταχτά. Στο μεταξύ ο Βάκης παντρεύτηκε στο Παραλίμνι με τη νεαρή προσφυγοπούλα Ιωάννα Κωσταντίνου από τα Λιμνιά. Ύστερα πήρε μετάθεση. Ο Λάκης παρακολουθούσε την πρόοδο του φίλου του και χαιρόταν για τις επιτυχίες του.
Του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι ενώ εργαζόταν στη Μέση Εκπαίδευση, σε κάποια φάση έμαθε πως διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έμεινε εκεί μόνο δύο χρόνια και επέστρεψε στη διδασκαλία μαθητών Γυμνασίου. Αργότερα, του ομολόγησε, ότι ελάχιστοι συνάδελφοί του γνώριζαν, πως είχε δύο πτυχία από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταπτυχιακά στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ήθελε να γνωρίζουν τον Βάκη όπως ήταν στην καθημερινότητά του και όχι για τα πτυχία του. Οι μαθητές του τον λάτρευαν και οι συνάδελφοι του πολλές φορές ζητούσαν τη βοήθεια του σε επαγγελματικά θέματα. Ποτέ δεν αρνήθηκε να βοηθήσει οποιονδήποτε. Οι γνώσεις του ήταν στη διάθεση των μαθητών του και των συναδέλφων του.
Σήμερα, οι δύο φίλοι συναντιούνται πιο συχνά. Μιλούν για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Συζητούν για διάφορα θέματα, που τους απασχολούν.
Φυσικά κάθε φορά γίνεται αναφορά στη Γιαλούσα. Ο Λάκης, όποτε πηγαίνει στον Απόστολο Αντρέα, κάνει στάση στην πλατεία της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Επισκέπτεται το πατρικό σπίτι του Βάκη. Άλλωστε αυτός έκανε τον Λάκη να αγαπήσει την Αιγιαλούσα του. Και οι δυο αγαπούν τον μαρτυρικό πανέμορφο τόπο τους, τα υψώματα, την πεδιάδα και τις πανέμορφες παραλίες του Καρπασιού, της Αμμοχώστου και της Κερύνειας. Θλίβονται που οι ηγέτες μας δεν στάθηκαν άξιοι να προστατέψουν την πατρίδα. Δεν μπορούν να χωνέψουν πως η ελληνική χούντα μας πρόδωσε και χάρισε αυτούς τους άγιους τόπους στην Τουρκία.