Αμμόχωστος, η βασιλεύουσα φάντασμα

Η Αμμόχωστος για αιώνες ήταν η βασιλεύουσα, μόνο που κάποιον Αύγουστο, σχεδόν μισό αιώνα πριν, έγινε πόλη φάντασμα.

Του Άγγελου Σμάγα

Έως τότε αποτελούσε ένα πολύβουο, κοσμοπολίτικο αστικό κέντρο που φιμώθηκε και απομονώθηκε μέχρι το περσινό καλοκαίρι, όταν, με έκνομες ενέργειες, ο τουρκικός κατοχικός στρατός προχώρησε σε μερικό άνοιγμα της λεωφόρου Δημοκρατίας και της λεωφόρου Κένεντι. Αυτοί ήταν δύο δρόμοι του Βαρωσιού που, πριν τις 14 Αυγούστου του 1974, έσφυζαν από ζωή, καθώς αποτελούσαν την εμπορική και τουριστική καρδιά της πόλης. Σήμερα μπορεί κανείς να τις ξαναδιαβεί, νιώθοντας πως κινείται σε ένα θλιβερό αρχαιολογικό τοπίο που το μαρμάρωσε ο χρόνος και το συνέτριψε η εγκατάλειψη. Μάλιστα, τα μισοκατεστραμμένα κτίρια, όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά, αποκαλύπτουν πτυχές μιας ιστορίας που συγκλονίζει τόσο στο σύνολό της όσο και στις λεπτομέρειες. Εισερχόμενος κάποιος στο περίκλειστο Βαρώσι, από το σημείο διέλευσης δίπλα από το γήπεδο του Γ.Σ.Ε. και κινούμενος νοτίως προς τον μεγάλο κυκλικό κόμβο, από όπου ξεκινούν οι δύο προαναφερθείσες λεωφόροι, αν στρίψει ανατολικά, ξαφνιάζεται από την εξαιρετικά μοντέρνα, ακόμα και για τα σύγχρονα δεδομένα του 21ου αιώνα, αρχιτεκτονική του ναού της Αγίας Τριάδας, όπου στο καμπαναριό εξακολουθούν να αιωρούνται οι μπρούτζινες καμπάνες. Αντικρίζοντας μάλιστα το μέτωπο των τουριστικών πολυκατοικιών, από την αμμώδη άκρη της Γλώσσας, όπου γινόταν η κατάδυση του σταυρού, στον «Κατακλυσμό», παρατηρεί κανείς στη θάλασσα τον βράχο της Καμήλας και διακρίνει, στο πλαϊνό κτίσμα του περίφημου ξενοδοχείου Saint George, τις καλλιτεχνικές πολύχρωμες σουβάντζες και τις υπέροχες τοιχογραφίες, που ίσως είδε και ο Σεφέρης.

Αν όμως ο περιηγητής κινηθεί προς τα δυτικά του κυκλικού κόμβου, από όπου ξεκινούσαν οι Λεωφόροι Δημοκρατίας και Κένεντι, εντυπωσιάζεται από τον αριθμό των εμπορικών καταστημάτων, τα οποία χάσκουν πια άδεια πίσω από τις σπασμένες τζαμαρίες τους, καθώς και από την πρωτοποριακή αισθητική των πινακίδων τους. Συναντά αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, εταιρείες αερογραμμών, κοσμηματοπωλεία, φωτογραφεία, ιατρεία, τράπεζες, κέντρα νυχτερινής διασκέδασης, αρχοντόσπιτα και τόσα ακόμα μέχρι το Δημοτικό περίπτερο και ύστερα, από το κοσμικό Edelweiss. Στο πεζοδρόμιο μάλιστα του συγκεκριμένου ζαχαροπλαστείου, προβληματίζει η χαραγμένη στο φρεσκοστρωμένο σκυρόδεμα ημερομηνία 8/8/1974, δηλαδή μεταξύ Πρώτης και Δεύτερης Εισβολής, γεγονός που μαρτυρεί ότι κανένας δεν ψυχανεμιζόταν τον επερχόμενο ξεριζωμό. Λίγο παραπάνω, στέκει επιβλητικό το Α ́ Γυμνάσιο Αμμοχώστου, με τα ελληνοπρεπή προπύλαιά του στο βάθος του Δημοτικού κήπου, όπου διασώζονται οι μεταλλικές μορφές, τις οποίες διακοσμούσαν στο φεστιβάλ πορτοκαλιού. Λεπτομέρεια μικρή, αλλά όχι ασήμαντη, το ότι οι κλειδαριές στις καγκελόπορτες παραμένουν ακόμα κλειστές, αναγκάζοντας τον κατοχικό στρατό, που δεν διέθετε το νόμιμο κλειδί, να λυγίσει βάναυσα τον μεταλλικό σύρτη, για να μπορέσει να τις ανοίξει με τη βία. Απέναντι ορθώνεται το περίφημο Λύκειο Ελληνίδων, με μια ασπρισμένη σανίδα να κρύβει πια την επιγραφή στο γείσο του. Μέσα του εξακολουθούν να βρίσκονται τα φθαρμένα πλέον είδη ένδυσης και υπόδησης, που είχαν συγκεντρώσει οι Αμμοχωστιανοί για να στηρίξουν τους αδελφούς πρόσφυγες της Πρώτης φάσης της Εισβολής.

Τα ποικίλα καταστήματα, στα οποία εξακολουθούν να αναγράφονται συνθήματα υπέρ της πολυπόθητης Ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα, συνεχίζουν κατά μήκος της λεωφόρου Δημοκρατίας, ακόμα και μέσα στην απροσπέλαστη Δημοτική Αγορά. Εκεί, διατηρούνται τεκμήρια μιας ξέγνοιαστης και απολαυστικής ζωής της τότε εποχής, όπως, παραδείγματος χάριν, τα ξύλινα κιβώτια με φιάλες αναψυκτικών. Ακολούθως, αφού προσπεράσει κανείς την ανέγγιχτη, αγγλικών συμφερόντων, τράπεζα Barklays στη διασταύρωση με την οδό Ευαγόρου, όπου παραμένουν σβηστά δεκαετίες τώρα τα φώτα τροχαίας και αχρησιμοποίητοι οι κερματοδέκτες στάθμευσης, φτάνει στον μισογκρεμισμένο κινηματογράφο του Χατζηχαμπή. Αμέσως μετά, ο ευλαβής προσκυνητής κοντοστέκεται έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου, με το περίτεχνο καμπαναριό, από όπου ξεκινούσαν οι εθνικές παρελάσεις. Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Νικόλαος ανεγέρθηκε σε ανάμνηση του ομώνυμου προϋπάρχοντος ναού, εντός των τειχών της Αμμοχώστου, από όπου εκδιώχθηκαν προς το Βαρώσι οι Ρωμιοί υπερασπιστές της μεσαιωνικής πόλης. Λίγα βήματα παραπάνω, προσεγγίζοντας τον μουσουλμανικό ιερό χώρο προσευχής, το μετζίτ, το οποίο όμως κανείς δεν θυμάται να χρησιμοποιείται ως τέτοιο, ολοκληρώνει την περιήγησή στα επιτρεπόμενα όρια της λεωφόρου Δημοκρατίας.

Στη φαρδιά Λεωφόρο Κένεντι από την άλλη, στέκουν, σαν σακατεμένοι γίγαντες από τα μυδραλιοβόλα και τα στοιχεία της φύσης, πολυτελή ξενοδοχεία, με διασημότερα ανάμεσά τους το Asterias, το Grecian, το Florida και το Argo. Εκεί, διέμειναν διεθνείς κινηματογραφικές και μουσικές προσωπικότητες, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό, η Ράκελ Ουέλς, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ο Πολ Νιούμαν, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και οι ΑΒΒΑ. Εκτός από αυτούς, χιλιάδες ακόμα αλλοδαποί επισκέπτες πορεύθηκαν τους δρόμους του Βαρωσιού, αποτυπώνοντας πάνω στα φρεσκοφτιαγμένα τότε τσιμεντένια πεζοδρόμια τα ονόματά τους μαζί με όρκους αιώνιας αγάπης, γραπτά ντοκουμέντα μιας νιότης που χάθηκε για δεκαετίες από τα μάτια των αυτόχθονων περιπατητών.

Παρομοίως, χάθηκαν επίσης τα όνειρα και τα δίκαια 40.000 Ελληνοκυπρίων που είχαν προσοδοφόρες επιχειρήσεις, άνετες κατοικίες και καρποφόρα περιβόλια, αφήνοντας πίσω έναν τόπο ρημαγμένο και ξερό, μια ανοικτή πληγή, στην οποία συνεχίζει να στρίβει το μαχαίρι της αυθαιρεσίας η εγκληματική τουρκική αδιαλλαξία. Το μόνο που διατηρείται σήμερα απαράλλαχτο, ανάμεσα στους σαθρούς σκελετούς από μπετόν, είναι η ολόχρυση άμμος όπου φυτρώνουν αγνά κρινάκια του γιαλού. Το αιθέριο άρωμά τους όμως δεν αρκεί για να σαγηνεύσει, όπως κάποτε, τους νόμιμους κατοίκους της βασιλεύουσας Αμμοχώστου, η οποία από εκείνο τον Αύγουστο του ’74 μεταμορφώθηκε σε πόλη φάντασμα. Έτσι, όσοι την επισκέπτονται σήμερα, κινούνται στους έρημους δρόμους της και οι ίδιοι πια σαν φαντάσματα.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news