Ή ιστορία του Αντώνη και της Ζαχρά – Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Το καλοκαίρι του 1949 ο βασιλιάς της Αιγύπτου Φαρούκ επισκέφτηκε και πάλι τις Πλάτρες. Είχε μείνει και πάλι στο FOREST PARK με τη συνοδεία του αρχιμάγειρα του Οσμάν, τη Ζαλίκα και τη όμορφη Ζαχρά. Έφθασαν το βράδυ όμως λίγοι γνώριζαν για την άφιξη του βασιλιά. Μόλις ξημέρωσε η Ζαχρά πήρε τρέχοντας το μονοπάτι για το χωριό. Ούτε η ίδια δεν ήξερε πως κρατήθηκε και δεν έφυγε αμέσως μετά την άφιξη τους. Παρά τις προειδοποιήσεις της Ζαλίκα, η οποία επέμενε πως δεν έπρεπε να το διακινδυνέψει γιατί αν το μάθαιναν θα τη τιμωρούσαν, η Ζάχρα πήρε το ρίσκο.

Έφτασε στο περβόλι του Αντώνη αλλά δε βρήκε κανένα εκεί. Το σπιτάκι ήταν κλειστό. Τον έψαξε αλλά τίποτε. Κάθισε κάτω από τη κληματαριά και άρχισε να κλαίει. Πέρασαν τρία χρόνια από τη γνωριμία τους και εκείνη που με τόση λαχτάρα έφτασε στη Κύπρο με ανυπομονησία για να τον δει, δεν τον βρήκε εκεί. Σε λίγο σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια της, άφησε το μαντηλάκι της πάνω στη καρέκλα και πήγε να ψωνίσει. Έτρεμε στη σκέψη μήπως δεν μπορέσει να τον συναντήσει ξανά. Πήγε στο χωριό, αγόρασε ότι χρειαζόταν και πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ο Αντώνης είχε περάσει δύσκολα τα τελευταία χρόνια καθώς ο πατέρας του είχε αρρωστήσει μερικούς μήνες πριν. Ο κύριος Αντρέας, ο γιατρός από τη Λευκωσία, που τους καλοκαιρινούς μήνες είχε το ιατρείο του στις Πλάτρες, πήγε και τον εξέτασε στο σπίτι τους. Του είχε δώσει κάποια φάρμακα και μετά πήγε τον Αντώνη στο άλλο δωμάτιο και του είπε:

– Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Η καρδία του έχει εξασθενήσει πολύ. Αυτά τα χάπια θα τον βοηθήσουν για λίγο, για να μην πονάει. Να ξέρεις όμως πως οι μέρες του είναι μετρημένες. Αν με χρειαστείτε για οτιδήποτε θα είμαι εδώ κοντά.

Ο γιατρός πήγαινε κάθε μέρα και τον εξέταζε και έγιναν πολύ καλοί φίλοι με τον Αντώνη. Σε δύο εβδομάδες ο πατέρας του πέθανε και ο γιατρός πήγε στη κηδεία.
– Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια έλα σε μένα. Ήμασταν φίλοι με το μακαρίτη και σε εκτιμώ πολύ. Σε αγαπούσε πολύ και μόνο για σένα μιλούσε. Ξέρω πως η περιουσία του είναι σε καλά χέρια.
Μετά τη κηδεία ο Αντώνης έπρεπε να κανονίσει αρκετές υποθέσεις ως ο μοναδικός κληρονόμος. Εκείνο το πρωί, σαν βρισκόταν στο γραφείο του Μουκτάρη άκουσε πως επέστρεψε στο Forest Park ο βασιλιάς Φαρούκ. Έτρεξε σαν τρελός να προφτάσει τη Ζαχρά. Eίχε γυρίσει στο περβόλι του βρήκε στο κήπο το μαντηλάκι της. Το πήρε, ρούφηξε όλο το άρωμα της αγαπημένης του και το φύλαξε στη τσέπη του. Ήξερε που θα τη βρει. Πήρε το δρομάκι για το χωριό και σε κάποια στροφή την είδε από μακριά να έρχεται με σκυφτό το κεφάλι. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και όταν αυτή πλησίασε, εμφανίστηκε μπροστά της. Η Ζαχρά ξαφνιάστηκε, τον αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Ο Αντώνης την αγκάλιασε και φιλούσε τα δακρυσμένα της μάτια.
-Καλωσόρισες Ανθή μου, Ανθούσα μου αγαπημένη.
Πήρε στο ένα του χέρι το καλάθι της και με το άλλο την αγκάλιασε και πήγαν στο σπιτάκι του. Κάθε λίγα βήματα σταματούσαν να φιληθούν.
Μόλις άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού η Ζαχρά έμεινε με το στόμα ανοικτό. Σε όλους τους τοίχους ήταν κρεμασμένοι πίνακες με το πρόσωπο της. Κάτω από τη κληματαριά, δίπλα στις κερασιές, γύρω από το τραπέζι. Ακόμη στη λεκάνη με το «αιματοβαμμένο» χεράκι της. Σε όλους τους πίνακες ήταν χαμογελαστή και από κάτω τα αρχικά Α.Α. με την ημερομηνία γνωριμίας τους.
– Κάθε μέρα σε σκεφτόμουν. Καθετί μού θύμιζε εσένα. Καθόμουν και ζωγράφιζα τη μορφή σου και έτσι σε ένοιωθα συνεχώς κοντά μου.
Αυτή τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
– Και εγώ σε σκεφτόμουν. Και υπέφερα που δεν μπορούσα να σε δω, να σε αγγίξω. Να σε νιώσω δίπλα μου.
Ο Αντώνης θυμήθηκε πως από ψες δεν έφαγε τίποτε.

– Πεινάς;
– Χαλλούμι και ελιές τσακιστές με κουλούρι, τα πεθύμησα πολύ. Λίγο μέλι και τσάι. Της ετοίμασε το πρόγευμα. Έφαγαν βιαστικά και τη συνόδεψε στο ξενοδοχείο. Στο γυρισμό πετούσε από τη χαρά του. Γύρισε η αγαπημένη του και τώρα ήταν έτοιμος να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τη πείσει να μείνει για πάντα μαζί του. Αν τον αγαπούσε πραγματικά θα δεχόταν. Το μεσημέρι πήγε στη μητέρα του και τη παρακάλεσε να του μαγειρέψει κουνέλι στο φουρνί τους. Του άρεσε πάρα πολύ και ήταν βέβαιος πως θα άρεσε και στην Ανθή. Η μάνα του ήξερε ήδη πως ο βασιλιάς γύρισε.
– Βάλε Θεέ μου το χέρι σου να δεχτεί η κοπέλα να παντρευτούν. Να τον παντρέψω να ησυχάσει η ψυχή μου. Τον έφαγε ο έρωτας. Καιρός είναι να δω και εγώ εγγόνια.
Το απόγευμα ήρθε η Ζαχρά με το ίδιο λουλουδάτο φόρεμα, όπως τότε στο πρώτο τους ραντεβού.
– Δεν το ξαναφόρεσα από τότε. Ήθελα να το φορέσω μόνο για σένα όταν θα γύριζα.

Κάθισαν κάτω από τη κληματαριά, έφαγαν το ψητό κουνέλι και ήπιαν τον καφέ τους. Μίλησαν για τα τρία χρόνια του χωρισμού τους. Η μητέρα της πέθανε πριν δύο χρόνια. Ο πατέρας της μετά τη κηδεία της έδωσε ένα μικρό σιδερένιο κουτί και το μικρό κλειδάκι του και της είπε πως είναι δώρο από τη μάνα της. Όταν γύρισε στο παλάτι κλείδωσε τη πόρτα της και άνοιξε το κουτί. Βρήκε μέσα κάμποσες χρυσές λίρες. Ήταν η κληρονομιά της μάνας της. Τότε, θυμήθηκε, πως όταν ήταν μικρή, της το έδειξε και της είπε πως είναι η προίκα της. Το έφερε μαζί της στη Κύπρο.
Ο Αντώνης μπήκε στο σπιτάκι και γύρισε με ένα μεγάλο φάκελο. Ήταν τα γράμματα που του έστελνε. Κάθε καλοκαίρι ερχόταν στο ξενοδοχείο μια ελληνική οικογένεια από την Αίγυπτο και η κόρη τους του τα έφερνε στο περβόλι. Τού έγραφε πως είναι καλά και πως δεν τον ξεχνά παρακαλώντας τον να μην της απαντήσει γραπτώς, αλλά μόνο προφορικά. Να λέει στη κοπέλα τα νέα του και αυτή θα της τα μεταφέρει γιατί δεν ήθελε να διακινδυνέψει. Αυτός πάντα της έστειλε σουτζιούκο ή γλυκό κερασιού και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Φύλαγε τα γράμματα της σαν θησαυρό και τα διάβαζε κάθε βράδυ.
Όταν η Ζαχρά γύρισε στο παλάτι είπε στη Ζαλίκα πως αποφάσισε να μείνει για πάντα στη Κύπρο. Ο Αντώνης την αγαπούσε πραγματικά και αυτή τον λάτρευε. Της ζήτησε να παντρευτούν και είναι βέβαιη πως μαζί του θα ζήσει μια ζωή ευτυχισμένη. Η Ζαλίκα δεν προσπάθησε να τη μεταπείσει γιατί πίστευε στην αγάπη τους. Είδε και άκουσε πολλά και ήξερε τα πάντα για το ζευγάρι. Τη νύχτα βοηθούσε τη φίλη της να φύγει κρυφά από το ξενοδοχείο. Αν τη ρωτούσαν θα έλεγε πως την έστειλε για δουλειά. Έτσι η Ζαχρά έφευγε κρυφά με ένα άδειο καλαθάκι και γυρνούσε το πρωί με γεμάτο καλάθι και τη καρδιά της πλημυρισμένη από αγάπη και ευτυχία. Η Ζαλίκα χαιρόταν πολύ με την ευτυχία της φίλης της και θα έκανε τα πάντα για την ευτυχία της.
Ο Αντώνης με τη συμβουλή του κύριου Αντρέα του γιατρού κατέστρωσε το σχέδιο του. Τη τελευταία μέρα λίγες ώρες πριν αναχωρήσει ο Βασιλιάς από το ξενοδοχείο η Ζαλίκα ανάφερε στον Οσμάν, ότι η Ζαχρά έχει τρομερούς πόνους στη κοιλιά της και χρειάζεται γιατρό. Με την έγκριση του Υπασπιστή του βασιλιά κάλεσαν τον Δόκτορα Αντρέα, που έμενε στο ξενοδοχείο, να την εξετάσει. Όμως έπρεπε να είναι παρούσα και η Ζαλίκα στο δωμάτιο για προστασία. Πήγε ο γιατρός εξέτασε την Ζαχρά και όταν βγήκε έξω μαζί με τη Ζαλίκα τους ανάφερε πως η ασθενής έχει σκωληκοειδίτιδα και ότι χρειάζεται να τη μεταφέρει με το αυτοκίνητο του επειγόντως σε κλινική στη Λεμεσό. Για να επιτρέψουν κάτι τέτοιο θα έπρεπε απαραίτητα να είναι μαζί τους και η Ζαλίκα. Κάθονται λοιπόν στο αυτοκίνητο του γιατρού η Ζαχρά με τη Ζαλίκα και τις μεταφέρει στο σπίτι της μάνας του Αντώνη. Στην άλλη άκρη του χωριού. Έμειναν εκεί κάμποσες ώρες και όταν η συνοδεία του βασιλιά ήταν έτοιμη να αναχωρήσει, γύρισαν ο γιατρός με τη Ζαλίκα. Τους είπαν πως η Ζαχρά μπήκε επειγόντως στο χειρουργείο. Φυσικά ήταν αδύνατο να ταξιδεύσει. Η Ζαλίκα προθυμοποιήθηκε να μείνει και αυτή για λίγες μέρες στη Κύπρο και να γυρίσουν πίσω με τη Ζαχρά. Ο Οσμάν, και αυτός μυημένος στο παιχνίδι, της αρνήθηκε με έντονο ύφος. Έδωσαν στο γιατρό το εισιτήριο της Ζαχρά και αυτός τους υποσχέθηκε, πως μόλις αναρρώσει θα τη βοηθήσει να γυρίσει πίσω.

Έτσι η όμορφη Ζαχρά έμεινε στις Πλάτρες. Σε τρεις μήνες παντρεύτηκε τον Αντώνη με πρώτο κουμπάρο το γιατρό Αντρέα. Ο Αντώνης δούλευε στο περβόλι του και η Ζαχρά βοηθούσε τη μητέρα του στο σπίτι. Έγιναν οι καλύτερες φίλες. Είχαν πούλησει μερικές χρυσές λίρες από τη προίκα της και έκτισαν το δικό τους σπίτι. Ο Αντώνης συνέχισε να τη ζωγραφίζει. Ο κύριος Αντρέας τον έπεισε να οργανώσει μια έκθεση ζωγραφικής στη Λεμεσό. Την ονόμασαν ΖΑΧΡΑ και είχε μεγάλη επιτυχία. Ο κόσμος απόλαυσε τους πανέμορφους πίνακες του Αντώνη και τις μοναδικές λιχουδιές που ετοίμασαν η Ανθή και η μητέρα του.

Σύντομα γεννήθηκε και ο γιός τους. Ήταν ένα πανέμορφο και έξυπνο παιδάκι. Σκέφτηκαν ποιο όνομα να του δώσουν. Η Ανθή πρότεινε να το ονομάσουν Μαχμούτ, από τον πατέρα της αλλά ο Αντώνης ήθελε να το ονομάσει Μανώλη, από το δικό του πατέρα. Ο κουμπάρος τους ο Αντρέας βρήκε τη λύση. Ούτε Μαχμούτ, ούτε Μανώλης, απλά Μάμας. Τα αρχικά και των δύο. Στη βάπτιση ήταν παρούσα και η Ζαλίκα. Τελικά έμεινε και αυτή στη Κύπρο και παντρεύτηκε τον Αντρέα, που γνώρισε στο σπίτι του Αντώνη όταν συνωμότησαν μαζί. Όση ώρα θεράπευαν τη Ζαχρά, μιλούσαν για τη ζωή τους. Γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν και τους πάντρεψαν ο Αντώνης με τη Ζαχρά.
Λίγα χρόνια μετά έκτισαν ένα εστιατόριο στο κέντρο του χωριού και το ονόμασαν ΜΑΜΑΣ!