Ένα κορίτσι με το όνομα Ιωάννα

Στις 10 του Φλεβάρη του 1954 η Ιωάννα είχε τα γενέθλια της. Ο πατέρας της, ο κύριος Γεώργιος Ζαχαριάδης έμπορας και κοινοτάρχης της ενορίας Αγίας Ζώνης, ήθελε να της κάνει ένα ακριβό δώρο. Ήξερε τι ήθελε η κορούλα του.

Του Μιχαλάκη Τσαππαρίλα

Το συζήτησε με την κυρία Κατερίνα τη γυναίκα του, τη Λίτσα τη μεγάλη τους κόρη και με τη προτροπή της κυρίας Λέλλας Κλεόπα, της δασκάλας του πιάνου, πήραν την απόφαση. Η μητέρα της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Η Λίτσα η άλλη τους κόρη ήταν ήδη μεγάλη. Αγαπούσε πολύ τη μικρή αδελφούλα της και βοηθούσε τη μητέρα όσο μπορούσε.

Σύντομα θα τελείωνε το Γυμνάσιο. Κανόνισε με ένα φίλο του, εισαγωγέα, να τους το φέρει το απόγευμα, όταν η κόρη τους θα είναι στο σχολείο. Έτσι και έγινε. Το έφερε, το τοποθέτησε στο μεγάλο σαλόνι και το σκέπασαν με ένα μεγάλο σεντόνι. Το απόγευμα στις 6 η ώρα κάλεσε μερικούς συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Τον Αιμίλιο, το Γιώργο, τη Νίτσα, τη Μηλίτσα, την Ινώ, τη Σοφούλα. Η κυρία Κατερίνα έκλεισε το σαλόνι για να μην μπει κανένας μέχρι να μαζευτούν όλοι. Τα διάφορα γλυκά ήταν έτοιμα από νωρίς. Η καλή μανούλα δεν άφηνε τίποτε στη τύχη. Προπάντων σήμερα, που γιορτάζει το αγαπημένο της κοριτσάκι, το… μωρό τους.

Μόλις μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά η μητέρα άνοιξε το σαλόνι και πέρασαν όλοι μέσα. Πήγε και σήκωσε το σκέπασμα και φάνηκε το πιάνο. Η μικρή Ιωάννα έμεινε για λίγο να το κοιτάζει με τα μεγάλα έκπληκτα μάτια της. Μετά γύρισε και αγκάλιασε τρυφερά τη μητέρα της. Γέμισαν τα μάτια τους από χαρά. Μόλις άφησε την αγκαλιά της μητέρας, πήγε και κάθισε στο σκαμπό μπροστά στο πιάνο. Άρχισε να παίζει το τραγούδι «Happy Birthday». Τώρα κατάλαβε γιατί η κυρία Λέλλα η δασκάλα του πιάνου, επέμενε πολύ τις τελευταίες μέρες να τής μάθει αυτό το τραγουδάκι. Τραγούδησαν όλα τα παιδιά, χόρεψαν, έφαγαν, έπαιξαν, χάρηκαν και γύρισαν σπίτι.

Από τότε της έγινε συνήθειο να σηκώνεται πρωί – πρωί από το κρεβάτι και να ξεκινά τη μέρα της παίζοντας στο πιάνο διάφορα κομμάτια, που της έδινε η δασκάλα. Συνήθισαν και οι γονείς της σε αυτά τα μουσικά εγερτήρια. Χαίρονταν, που το μωρό τους είναι ευτυχισμένο. Η κυρία Κατερίνα δεν χόρταινε να τη καμαρώνει. Κάθε πρωί ετοίμαζε το πρόγευμα των παιδιών της για το σχολείο. Περνούσε η Σοφούλα ή η Μάρω. Έμπαιναν στο σπίτι και η κυρία Κατερίνα τις κερνούσε με διάφορες πάστες ή γλυκίσματα, που έφτιαχνε. Φιλούσε στο μέτωπο τη κόρη της και τις φίλες της και τους έβαζε την ευχή της. «Η Παναγιά μαζί σας» ψιθύριζε. Χαιρόταν να τις βλέπει να φεύγουν για το σχολείο το πρωί. Εντούτοις, σαν μάνα ένοιωθε μια ανησυχία όλη μέρα. Είχε ένα φόβο. Έβλεπε τις φασαρίες που γινόταν κάθε μέρα με τους Εγγλέζους και τους επικουρικούς. Δεν μπορούσε να ησυχάσει μέχρι να εμφανιστούν τα παιδιά της. Να μαζευτεί όλη η οικογένεια και να κάτσουν για το μεσημεριανό. Της άρεσε, όταν ερχόταν οι συνομήλικες της στο σπίτι τους για επίσκεψη. Καθόταν στην αναπαυτική της και έμπλεκε. Όμως το βλέμμα της ήταν πάνω στα παιδιά.

Το τελευταίο καιρό κάποια απογεύματα μαζέυονταν στο δωμάτιο της 4-5 συμμαθήτριες της και η Φρόσω, μαθήτρια της Γ ́ τάξης του Γυμνασίου θηλέων.

Η κυρία Κατερίνα ήξερε την οικογένεια της. Κάποτε η μητέρα της ερχόταν να την επισκεφθεί. Έμεναν στην ίδια γειτονιά, στην οδό Ηρακλέους. Τα κορίτσια κλεινόνταν στο δωμάτιο της Ιωάννας και μιλούσαν ήσυχα. Η Φρόσω έμενε μαζί τους μόνο για λίγη ώρα και έφευγε προσεκτικά από τη πίσω πόρτα του σπιτιού. Μετά οι συμμαθήτριες άρχιζαν τα παιγνίδια και σύντομα γύριζαν στο σπίτι τους.

Η κυρία Κατερίνα πολύ αργότερα έμαθε ότι τα κοριτσάκια εκείνα των 10 – 12 χρονών, όπως φυσικά και το κοριτσάκι της, ήταν μέλη των παιδικών ομάδων της ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ ), που ονομαζόταν Ακριτόπουλα. Ορκιζόταν πλήρη αφοσίωση και εμπιστευτικότητα, να μην πουν σε κανένα τι τους έλεγαν ή τι κάμνουν. Ούτε στους γονείς, τα αδέλφια ή φίλους.

Η Φρόσω ήταν η διαφωτίστρια και υπεύθυνη της ομάδας, στην οποία συμμετείχε η Ιωάννα. Μάλλον θα είχαν προταθεί και εγκριθεί από το δάσκαλο τους Γεώργιο Κουλουμπρίδη. Η υπεύθυνη τούς μιλούσε για την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Για τους ήρωες του αγώνα. Κάποτε τους προμήθευε με φυλλάδια, τα οποία έκρυβαν σε κάποιο καλαθάκι με άλλα πράματα. Τους έδινε εντολή να μοιράζουν τα φυλλάδια σε καταστήματα.

Στις 3 του Οκτώβρη 1958 στην Αμμόχωστο κάποιος πυροβόλησε και σκότωσε μιαν Αγγλίδα και τραυμάτισε τη φίλη της. Η ΕΟΚΑ καταδίκασε αυτή τη πράξη και δήλωσε πως δεν είναι ενέργεια των αγωνιστών. Ο Σάββας Θεοδοσίου από το Βαρώσι δήλωσε πως είδε το δολοφόνο και ότι είναι Τουρκοκύπριος. Άλλοι λένε, πως ήταν κάποιος απειθάρχητος και ανεξέλεγκτος οπλοφόρος, που έδρασε από μόνος του. Σημασία έχει πως εκείνη την ημέρα ο αγγλικός στρατός με τη βοήθεια των Τούρκων επικουρικών έδειξε όλη την αγριότητα του. Έγιναν εκατοντάδες παράνομες συλλήψεις αθώων πολιτών. Σταματούσαν στο δρόμο όποιους έβρισκαν. Τους κτυπούσαν βάναυσα. Τους κρατούσαν και τους βασάνιζαν σε κρατητήρια στη Παλιά πόλη της Αμμοχώστου. Παρασκευή 3 του Οκτώβρη 1958. 6.30 το πρωί. Η μικρή Ιωάννα ξύπνησε πρώτη από όλη την οικογένεια της. Με τη νυκτικιά της κάθεται στο πιάνο, στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού και αρχίζει να παίζει ένα εύθυμο σκοπό. Ώρα να σηκωθεί και η μητέρα Κατερίνα. Να ετοιμάσει το πρόγευμα της οικογένειας και το σάντουιτς τους. Παραδόξως εκείνη τη μέρα ξύπνησε αδιάθετη. Άκουσε τη μουσική από το σαλόνι. Χαμογέλασε, σηκώθηκε και ξεκίνησε τη πρωινή της ρουτίνα.

Σε λίγο η Ιωάννα ήταν έτοιμη για το σχολείο. Ήλθε η φίλη της η Σοφούλα. Η κυρία Κατερίνα φίλησε στοργικά και τις δυο, τούς έδωσε την ευχή της και αυτές πήραν το δρόμο για το σχολείο τους, τη Δ ́ Αστική Αγίας Ζώνης. Η μέρα τους πέρασε ήσυχα. Δίχως τίποτε το ιδιαίτερο. Σχόλασαν το μεσημέρι και γύρισαν στο σπίτι.

Στις δύο η ώρα όλη η οικογένεια του κυρίου Ζαχαριάδη γευμάτισε. Μόλις έφαγαν η μικρή Ιωάννα πήρε τα παπούτσια της γυμναστικής και έφυγε βιαστικά. Πήγε στις απογευματινές ενασχολήσεις της τάξης της. Στο δρόμο υπήρχε μια ασυνήθιστη κίνηση. Ο κόσμος έδειχνε να βιάζεται. Η μικρή Ιωάννα έφτασε στο σχολείο. Άρχισε το μάθημα της γυμναστικής στη πίσω αυλή. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο διευθυντής τούς είπε να φύγουν βιαστικά για το σπίτι τους. Στο κέντρο γίνονται ταραχές και οι Άγγλοι συλλαμβάνουν κόσμο.

Η Ιωάννα μαζί με τη Νίτσα, το Γιώργο και το Σαββάκη έφυγαν μαζί. Έμεναν στον ίδιο δρόμο. Έτρεξαν με όση δύναμη είχαν. Ο Γιώργος πήγε πρώτος στο σπίτι του. Μετά το καφενείο του Καζάκου η Ιωάννα έστριψε αριστερά και η Νίτσα με το Σαββάκη συνέχισαν ευθεία. Η Ιωάννα μόλις βρέθηκε μόνη ένιωσε να μην αντέχει άλλο το τρέξιμο. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Πονούσε το στήθος της. Σταμάτησε και έκατσε στα σκαλοπάτια μπροστά στη πόρτα της κυρίας Ραλλούς Ριρή. Η κυρία Ριρή άνοιξε το πόρτα και τη βρήκε λιπόθυμη. Τη πήρε στην αγκαλιά της και προσπάθησε να τη συνεφέρει. Της έκανε εντριβές στα χέρια, το πρόσωπο. Τίποτε. Φώναξαν του πατέρα της. Ήλθε τρέχοντας και πίσω του η κυρία Κατερίνα. Μετά έφτασε και ο θείος Μίκης Μιχαηλίδης. Η Ιωάννα ήταν νεκρή. Όταν ήλθε το ασθενοφόρο για να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο ο κύριος Ζαχαριάδης τούς παρακάλεσε να αφήσουν τη σορό του παιδιού του στο σπίτι. Μίλησε με τον στρατιωτικό Διοικητή και τούς επέτρεψαν να την αφήσουν εκεί μέχρι την επομένη το πρωί, που θα έκαναν την νεκροψία.

Καθάρισαν το νεκρό κοριτσάκι τους, το κτένισαν, τού φόρεσαν ένα λευκό φόρεμα και το έβαλαν στο κρεβάτι του. Πέρασαν μια ατέλειωτη νύκτα κλαίγοντας και χαϊδεύοντας το νεκρό σώμα του παιδιού τους. Μια νύκτα, που τούς φάνηκε αιωνιότητα. Η Λίτσα σαστισμένη προσπαθούσε να φανεί δυνατή. Βρήκε όλο της το κουράγιο και παρηγορούσε τους γονείς της. Ήταν το μοναδικό τους στήριγμα σε αυτή τη τραγική νύκτα.

Το πρωί ήλθε το ασθενοφόρο και την πήρε για νεκροψία. Αιτία θανάτου – ανακοπή καρδίας. Μετά την μετέφεραν στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης. Λόγω του κέρφιου επιτράπηκε μόνο σε μερικά συγγενικά άτομα να τη συνοδέψουν. Η νεκρώσιμη πομπή έχοντας μπροστά την νεκροφόρα και την οικογένεια να ακολουθεί από πίσω πεζή, πέρασε έξω από το σπίτι τους και πήγε στο κοιμητήριο. Σε όλη τη διαδρομή ο κόσμος στεκόταν στην είσοδο των σπιτιών και σιωπηλά αποχαιρετούσε την Ιωάννα, που άθελα της έγινε ηρωίδα. Όταν άνοιξαν τα σχολεία οι συμμαθητές της γέμισαν το θρανίο της με λουλούδια.

Η μητέρα της καλούσε τις φίλες της κοντά της. Τις έβλεπε και ένιωθε πως η πολυαγαπημένη και αδικοχαμένη της κόρη ήταν ακόμη εκεί.

Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό της πως η Ιωάννα της έφυγε για πάντα. Για αυτό και πολλές φορές όταν μιλούσε στη Μηλίτσα, που ήταν η καλύτερη της φίλη, της έλεγε… Ιωάννα μου, Ιωάννα μου…

Αργότερα ο Δήμος της πόλης, έδωσε το όνομα της στο δρόμο, όπου άφησε τη τελευταία της πνοή. Η Κυρία Κατερίνα πέθανε στη Λεμεσό τον Ιούνιο του 1993. Δύο μήνες αργότερα την ακολούθησε ο σύζυγος της. Πήγαν να συναντήσουν το παιδί τους, που δε μπόρεσε να μεγαλώσει ποτέ. Η Λίτσα όλα αυτά τα χρόνια ήταν το στήριγμα τους.

Θερμές ευχαριστίες στην αδελφή της Λίτσα Ζαχαριάδου, στη Θέκλα Λόρδου, τη Μηλίτσα Τουμαζή, τη Νίτσα Γεωργαλλίδου και τη Σοφούλα Ιακώβου για τις σημαντικές πληροφορίες τους.

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news