Αμμόχωστος Βασιλεύουσα – Η αιώνια πόλη

Ένα πολυτελές λεύκωμα για την Κύπρο και τους «θησαυρούς» της: τη νεκρή πόλη της Αμμοχώστου. Οι παλαιές φωτογραφίες που συγκεντρώθηκαν σε αυτό το λεύκωμα σας προτείνουν να ανακαλύψετε τη μοναδική γοητεία της Κύπρου και των κατοίκων της, συντροφιά με τους ταξιδευτές του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Φωτογραφίες και κείμενα από το βιβλίο “Η Νήσος Κύπρος”

Η Αμμόχωστος, η παλιά Famagousta, μοιάζει να είναι πόλη που η ίδρυση της χάνεται μέσα στο βάθος του χρόνου, χρωστάει όμως τη σημασία της στους Λουζινιάν που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο το 12ο αιώνα. Αν κρίνει κανείς από τα ερείπια της, πρέπει να ήταν πολύ σημαντική. Έγινε συχνά αντικείμενο έριδας ανάμεσα στα έθνη. Τους Λουζινιάν τους διαδέχθηκαν οι Γενουάτες, τους Γενουάτες οι Ενετοί και, τέλος, τον 16ο αιώνα, μετά από μία τρομερή πολιορκία, η πόλη παραδόθηκε στους Τούρκους.

Edmond Duthoit, 1862.

Σήμερα, όταν το πλοίο αράζει μπροστά στην έρημη και αμμώδη ράδα της Αμμοχώστου, η πρώτη όψη είναι παράξενη και ταυτόχρονα γοητευτική. Πίσω από τα ογκώδη τείχη, άθικτα και περήφανα όπως άλλοτε, ψηλά γοτθικά κλίτη ναών, πύργοι εκκλησιών που φθάνουν τον ουρανό και μοιάζουν να αναγγέλλουν κάποια μεγάλη και πολυπληθή πολιτεία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, πάνω σ΄ αυτή την τεράστια κιτρινωπή αμμώδη έκταση που απλώνεται στο άπειρο γύρω από τα τείχη, πάνω σ΄ αυτή την επίπεδη γη, όπου κάτω από ένα φλογερό ουρανό φυτρώνουν εδώ και κει αδύναμα μπουκέτα και φοινικιές, βασιλεύει μια ζοφερή και σκυθρωπή μελαγχολία. Πάνω σ΄ αυτή την ερημική παραλία που αποπνέει έλος και πυρετό, μοιάζει να πέρασε η ανάσα του θανάτου. Παρόλα αυτά με τη χαριτωμένη σιλουέτα των καμπαναριών που αντικατοπτρίζεται στη θάλασσα, η πόλη μοιάζει ζωντανή. Και η απρόοπτη αντίθεση ανάμεσα στη δανεισμένη από τον φεουδαρχικό Μεσαίωνα και τη γοτθική Δύση διακόσμηση και αυτό το τοπίο στο χρώμα της φωτιάς, που θυμίζει Αίγυπτο, διασκεδάζει το μάτι. Κατεβείτε όμως στη γη, δρασκελίστε τις πόρτες: μια ανείπωτη θλίψη σας περιμένει. Μέσα σ΄ αυτό τον τεράστιο περίβολο, όπου τριάντα και σαράντα χιλιάδες άτομα ζούσαν με όλη τους την άνεση, δεν υπάρχει ούτε ένα σπίτι όρθιο, παρά μόνο κάποια άθλια χαμόσπιτα όπου φυτοζωούν κάποιες τούρκικες οικογένειες.         

Charles Diehl, 1897

Πάνω στα τείχη φαίνονται πολυάριθμα κανόνια. Δύο ή τρία φέρουν το όνομα των Albergotti. Άλλα φέρουν χαραγμένο πάνω στο κορμό τους το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, άστρα ή ροζέτες. Αυτά τα κομμάτια στηρίζονται συνήθως σε ξύλινες τραβέρσες: λίγα απ΄ αυτά που έχουν κιλλίβαντα, και όλα είναι εκτός χρήσης.

Ανάμεσα σ΄ αυτά τα παλιά πολυβόλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, φαινόταν, το 1867, ένα υπέροχο γαλλικό κανόνι (couleuvrine) από πράσινο χαλκό της εποχής του Φραγκίσκου Α΄. Ο κορμός του τριάμισι μέτρα μήκος , ήταν διακοσμημένος με τους κρίνους [Σ.τμ.: Σύμβολο της βασιλείας στη Γαλλία, σχηματισμένο από τρείς ενωμένους κρίνους.] και έφερε ως οικόσημο τη σαλαμάνδρα με το έμβλημα: Nutrisco et extingo [sic]. Ποια τύχη έκανε να βρεθεί αυτό το κανόνι στην Αμμόχωστο, και να αποτελεί μέρος του ενετικού πυροβολικού που κατακτήθηκε από τους Τούρκους; Μήπως επρόκειτο για κάποιο τρόπαιο από την ήττα μας στην Παβία, που εξώκειλε στη Βενετία και μεταφέρθηκε σ΄ αυτή τη μακρινή κτήση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας;

S. Frère 1878

Τα τείχη της Αμμοχώστου

Τα τείχη της Αμμοχώστου αυτά, που ξαναφτιάχτηκαν από τους Ενετούς, που υποστηρίζονται από έντεκα προμαχώνες, φθάνουν σε πάχος τεσσάρων έως έξι μέτρων. Το οχυρό αυτό ήταν τόσο ισχυρό, που κράτησε επί δέκα μήνες ψηλά το κεφάλι ενάντια στους Τούρκους επιδρομείς. Το 19ο αιώνα τα οχυρά βρίσκονταν ακόμη σε εξαιρετική κατάσταση αλλά ο οπλισμός, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από παλιά κομμάτια της Δημοκρατίας της Βενετίας, συνήθως χωρίς κιλλίβαντα, ήταν αδύνατον πλέον να χρησιμοποιηθεί. Για τις ομοβροντίες χρησιμοποιούνταν τέσσερα ή πέντε πιο σύγχρονα κανόνια.

Η πύλη του φρουρίου

Το κτήριο που κατασκευάστηκε από τους Λουζινιάν και μετασχηματίστηκε από τους Ενετούς το 1492, οφείλει το όνομα του, «Πύργος του Οθέλλου» στην τραγωδία του Σαίξπηρ.

Όποιος έτυχε να διαβάσει τον Οθέλλο, διατηρεί στη μνήμη του το όνομα της Αμμοχώστου. Εκεί τοποθετεί ο Σαίξπηρ την τρυφερή και τραγική περιπέτεια της Δεισδαιμόνας και του Μαυριτάνου της Βενετίας, μα, ως και σήμερα, στο κάστρο της Αμμοχώστου, μια μυθική παράδοση αρέσκεται να δείχνει το παλάτι του Οθέλλου. Αλλά, εάν μέσα απ` αυτή την ποιητική ιστορία η Αμμόχωστος γνώρισε κατευθείαν την λογοτεχνική αθανασία, έχει και άλλους τίτλους, όχι λιγότερο σοβαρούς, για την ιστορική δόξα. Κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα, του 14ου, η Αμμόχωστος ήταν μια από της μεγαλύτερες εμπορικές πόλεις της Ανατολής, μια διεθνής και κοσμοπολίτικη αγορά συγκρίσιμη με την Κωνσταντινούπολη, τη Βενετία, την Αλεξάνδρεια, μια πόλη απίστευτα πλούσια, απίστευτα ζωντανή και απίστευτα διεφθαρμένη.

Charles Diehl, 1897

Η πύλη της Θάλασσας

Ο στρογγυλός πύργος της πύλης της Θάλασσας, μίας από τις δύο πύλες της Αμμοχώστου χτίστηκε το 1496. Πάνω από την είσοδο, το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σύμβολο της δημοκρατίας της Βενετίας, έχει λαξευτεί σε άσπρη μαρμάρινη πλάκα που προέρχεται από την αρχαία πόλη της Σαλαμίνας.

Μέσα στον κόλπο της Αμμοχώστου

Η Αμμόχωστος είχε γίνει το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι του κόσμου: ήταν το σημείο διαμετακόμισης ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, όπου έδεναν όλα τα πλοία. Στις αποβάθρες της, οι γαλέρες που έρχονταν από της όχθες του Καυκάσου, τη  γη της Μικράς Ασίας ξεφόρτωναν όλους τους θησαυρούς της φύσης που έφερναν τα καραβάνια και τα πλοία με τις παράξενες μορφές, από τη μακρινή και μαγευτική Ανατολή ή από τη μυστηριώδη και βαθιά Λιβύη: Γενουάτες και Βενετσιάνοι έμποροι έρχονταν στο λιμάνι της ν’ αγοράσουν τα προϊόντα του παγανιστικού κόσμου για να μεταφέρουν, με μεγάλο κέρδος, στις στριμωγμένες μέσα σε ψηλά τείχη πολιτείες της χριστιανικής φεουδαρχίας. 

Alexander Bèrard, 1914

Το λιμάνι της Αμμοχώστου   

Μετά την οθωμανική κατάκτηση, επειδή η Αμμόχωστος έγινε αποκλειστικά στρατιωτικό λιμάνι, όλη η εμπορική κίνηση κατέφυγε στη Λάρνακα. Το εσωτερικό λιμάνι γέμισε λοιπόν προοδευτικά με άμμο. Οι Άγγλοι πραγματοποίησαν μέσα στο 1902 και το 1905 μεγάλα έργα που επέτρεψαν πλοία μεγάλης χωρητικότητας να πλευρίσουν εκεί.

Σήμερα η Αμμόχωστος δεν είναι παρά ένα οστεοφυλάκιο, το πιο κομψό όμως από όλα τα οστεοφυλάκια, που οι παντοπώλες , χρωματοπώλες και οι άλλοι ελληνόφωνοι απειρόκαλοι άνθρωποι που διαδεχθήκαν τη φυλή του Φειδία δεν είχαν την ευκαιρία να το αλλοιώσουν, όπως την Λευκωσία, για να το προσαρμόσουν στη χυδαιότητα τους. Ο Σουλτάνος τους απαγόρευσε την διαμονή, είμαι δε, μαζί με τον βαρόνο Guillaune Rey, ο μόνος χριστιανός που διανυχτέρευσε εδώ μετά την πολιορκία. Σήμερα, εξάλλου, η Αμμόχωστος μαστίζεται από την προκαλούμενη από τους βάλτους ελονοσία, που η αμέλεια των Τούρκων άφησε να δημιουργηθούν στην περιφέρεια. Η Αμμόχωστος περηφανευόταν κάποτε για τις εξήντα χιλιάδες πόρνες πολυτελείας που διέθετε, όλες πλούσιες σαν εκλεκτόρισσες, έλεγε ένας Γερμανός αξιωματούχος της εκκλησίας που την επισκέφθηκε τον 14ο αιώνα. Σήμερα, καμιά εξηνταριά Τουρκάλες, πελιδνές και ρακένδυτες, γλιστράνε ξυπόλυτες μέσα στα ερείπια και  καμία εξήνταριά Τούρκοι κανονιέρηδες ψυχαγωγούν γρατζουνώντας το μαντολίνο τους και σαγηνεύοντας τη φατρία τους. Είναι οι σύζυγοι αυτών των κυριών. Ζουν μέσα στα χαλάσματα και είναι υπέρμετρα φλεγματικοί για να επιχειρήσουν το οτιδήποτε.

Sosthène Grasset d`Orset, 1856-1865

Κρήνη και τούρκικα λουτρά της Αμμοχώστου

Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, μόνο μια εκατοστή μουσουλμάνων κανονιέρηδων κατελάμβανε αυτά τα άθλια χαμόσπιτα μέσα στα στοιβαγμένα ερείπια. Σε κανέναν χριστιανό δεν επιτρεπόταν να περάσει τη νύχτα στην πόλη. Για μεγάλο μάλιστα διάστημα, τους απαγορευόταν ακόμα και να μπουν σ’ αυτήν.

Η αψίδα του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Ξεχωρίζει από την παρουσία μιας εξωτερικής γαλάριας που εξασφάλιζε την επικοινωνία με τους εξώστες των πλαϊνών κλιτών για τη δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών συντήρησης. Άλλοτε φρασσόταν με κιγκλίδωμα.

Ο καθεδρικός ναός της Αμμοχώστου υψώνεται στο μέσο των ερειπίων της εγκαταλειμμένης, μετά την πολιορκία και την κατάκτηση από τους Τούρκους το 1572, πόλης. Ο άθικτος όγκος της κυριαρχεί πάνω στο πιο συγκλονιστικό συνονθύλευμα υπολειμμάτων που ο πόλεμος και η εγκατάλειψη συσσώρευσαν στο ίδιο ακριβώς σημείο. Και ο όγκος αυτός που έχει όψη γαλλική, θυμίζει, αν εξαιρέσει κανείς τις στέγες , τους ανάλογους όγκους που σηματοδοτούν από μακριά στις επαρχίες μας ότι πλησιάζουμε σε μία επισκοπική πόλη. Πάνω στον γαλανό ουρανό της Ανατολής διαγράφονται γοτθικά περιγράμματα, τριγωνικές κορυφές λυγερών πύργων, πυραμιδοειδείς επιστέψεις των σε σειρά των ευρισκόμενων αντηρίδων, και όταν οι ακτίνες του δύοντος ηλίου, διαπερνώντας τα υψωμένα ανοίγματα των κλιτών, φωτίζουν τον σκιασμένο όγκο σχηματίζοντας ραβδώσεις, είναι σαν ένα όραμα της «Boano, της Καμπανίας» ή της Ile de France που αφυπνίζει τις συγκλονιστικότερες αντιθέσεις. Γύρω τριγύρω, η απόλυτη σιωπή της ερήμου. Σιωπή που γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή, όταν τα πάντα θυμίζουν έντονα τη ζωή που εξαφανίστηκε. Οι δρόμοι της νεκρής πόλης, πλαισιωμένοι από άδεια σπίτια, μοιάζουν να εκκενώθηκαν μόλις χθες. Και πράγματι η Αμμόχωστος εγκαταλειμμένη από τους κατοίκους της την επομένη της πολιορκίας του 1572, δεν κατοικήθηκε ξανά. Όταν την επισκέφθηκα, δεν είχε υποστεί από την εποχή εκείνη παρά τις αλλοιώσεις του χρόνου κάτω από ένα κλίμα που τη διατήρησε: τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια, οι εκκλησίες ήταν εκεί, μέσα στη ζώνη των τειχών της, ξεκοιλιασμένα.

Melchior de Vogue, 1862.

Πρόσοψη του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου (τζαμί Λάλα Μουσταφά Πασά)

Η κατασκευή άρχισε την αρχή του 14ου αιώνα και τελείωσε γύρω στο 1350. Χάρη στην καθαρότητα των γραμμών του, στην τολμηρότητα του σχεδιασμού της πρόσοψης και στη διακόσμηση του, ο Άγιος Νικόλαος ανήκει αναμφισβήτητα στον γοτθικό ρυθμό (gothique rayonnant) που άνθησε στη Γαλλία ανάμεσα στο 1230 και το 1380 περίπου.

Το νότιο πλαΐνο κλίτος του ναού του Αγίου Νικολάου

Το εσωτερικό του Αγίου Νικολάου είναι πανέμορφο και εξαιρετικά απλό: με μια απλότητα που γίνεται ακόμα πιο γοητευτική χάρη στην απουσία των αγαλμάτων και αγίας τράπεζας και την αστραφτερή απλότητα του ναού. Πριν μετατραπεί σε τζαμί πρέπει να ήταν ζωγραφισμένος ολόκληρος, αλλά καθώς η μουσουλμανική θρησκεία απαγορεύει την αναπαράσταση ανθρώπινων μορφών, οι Τούρκοι επικάλυψαν τα πάντα με ένα παχύ στρώμα ασβέστη. Δώδεκα στρογγυλοί, ισχυροί κίονες, έξι σε κάθε πλευρά, χωρίζουν τον ναό σε τρία κλίτη. Τα κιονόκρανα, επίσης στρογγυλά, χωρίς διάκοσμο, υποστηρίζουν τα τόξα με διπλές αψίδες ενώ, στην κορυφή, τα γλυπτά ακροσφήνια των θόλων σε μορφή φυλλώματος συμπληρώνουν το κτίριο.

Jean de Kergorlay, 1913

Το κεντρικό κλίτος του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Με το που μετατράπηκε σε τζαμί, ο Άγιος Νικόλαος έχασε τις τοιχογραφίες του κάτω από τα χρώματα του ασβέστη. Η ιερά τράπεζα και η επίπλωση του καταστράφηκαν. Τα χαλιά κάλυψαν τις ταφόπλακες που γλύτωσαν από την καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπολείπεται διόλου σε αξιοπρέπεια μέσα στην κομψή του απλότητα.

Η θέα προς τη θάλασσα από τη στέγη του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Ανεβαίνω στη ταράτσα που αντικαθιστά τις ευρωπαϊκές στέγες. Παρά τη θυσία αυτή στις ανατολικές παραδόσεις, ο αρχιτέκτονας θέλησε να θυμίσει τα κτίρια της χώρας του τοποθετώντας περιμετρικά αψίδες με μυτερές τριγωνικές κορυφές, γύρω από τις οποίες κράζουν κουρούνες. Το βλέμμα απλώνεται μέχρι τα μακρινά βουνά, στην ερειπωμένη Αμμόχωστο και στην ακαλλιέργητη Μεσαορία. Με τη βοήθεια των αναμνήσεων του Saint Louis, νομίζει κανείς ότι βλέπει κανείς την πεδιάδα των Aigues-Mortes. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στην αρχαιότητα απ` το σιτάρι αυτής της γης. Παρέμεναν ακόμη πεντακόσιες χιλιάδες την εποχή των Λουζινιάν.

Gustave Larroumet, 1897

Ταξιδιώτες στη στέγη του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Ο Άγιος Νικόλαος μοιάζει με ένα γαλλικό καθεδρικό ναό, αν εξαιρέσεις το ότι καλύπτεται από μία στέγη σε μορφή ταράτσας. Η σπανιότητα του ξύλου και η έλλειψη βροχών δεν δικαιολογούσαν το έξοδο μιας κεκλιμένης στέγης για να στραγγίζει τα νερά.

Οι γοτθικές εκκλησίες της Κύπρου τονίζονται θαυμάσια από τα φοινικόδεντρα που φυτρώνουν κοντά τους. Συνηθίσαμε γενικά, από τα μικρά μας  χρόνια, να βλέπουμε ή να φανταζόμαστε τις παλιές βασιλικές μας μέσα στο τοπίο των χωρών του Βορρά, κάτω από έναν σκοτεινό ουρανό. Εκεί όμως που είναι δυνατό να τις θαυμάσει κανείς σε όλη τους τη λαμπρότητα, είναι σίγουρα κάτω από τον ζεστό και γενναιόδωρο ήλιο της Ανατολής, με τις φοινικιές που οι λεπτοί κορμοί τους υψώνονται σαν κίονες κτιρίων. Κορμοί που στεφανώνονται από κλαριά ευλύγιστα, νευρώδη, που αναταράζονται στο ελάχιστο φύσημα του αέρα και αναπαράγουν με τον πολλαπλό τους κυματισμό τις αρμονικές γραμμές των τοξοτών θόλων. Ο φοίνικας είναι το κατ` εξοχήν δέντρο του γοτθικού ρυθμού.

Jean de Kergorlay, 1913

Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων

Η ιστορία αυτής της κομψής γοτθικής εκκλησίας μας είναι άγνωστη. Η νότια και οι θόλοι γκρεμίστηκαν από τις βολές της τούρκικης πυροβολαρχίας το 1570.

Σ` αυτή την ερειπωμένη πόλη υπάρχουν, ούτως η άλλως, εκκλησίες όλων των ρυθμών, όλων των αιώνων. Εδώ είναι οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος, εκκλησία διατηρημένη σχεδόν τέλεια, λίγο βαριά και κοντόχοντρη όσον αφορά τη δομή της, αλλά που η όμορφη λιθοδομή και ο απλός ρυθμός της δημιουργούν μια ισχυρή και χαρούμενη εντύπωση.

Charles Diehl, 1897

Η εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου

Αυτό το ογκώδες κτίριο πρέπει να χτίστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα. Παρουσιάζει ένα κεντρικό και δύο πλαϊνά κλίτη που καταλήγουν σε τρεις ημικυκλικές αψίδες. Οι αψίδες του κεντρικού και του δυτικού κλίτους στηρίζονται από ισχυρές αντηρίδες. Σύμφωνα με το θρύλο, η εκκλησία ανεγέρθηκε από έναν πλούσιο έμπορο, τον Simon Nostrano, χάρη στα κέρδη μιας και μόνο επιχείρησης στη Συρία. Μετατράπηκε σε τζαμί (Σινάν Πασά) κι έπειτα χρησιμοποιήθηκε σαν αποθήκη.

Η μετατροπή σε τζαμί έσωσε τον Άγιο Νικόλαο. Αντίθετα, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση ερείπωσης. Οι θόλοι κρατάνε ακόμα, αλλά οι πόρτες αντικαταστάθηκαν από μεγάλα ανοίγματα(ρήγματα) και το λιθόστρωτο δάπεδο από ένα σωρό κοπριά. Πρόκειται πλέον για στάβλο: δύο αγελάδες βρίσκονται ξαπλωμένες στο ιερό. Κι όμως, η πίστη η ελληνική ξαγρυπνά ακόμη μέσα στη βεβηλωμένη εκκλησία: μπροστά στις τοιχογραφίες που υπάρχουν ακόμη, εδώ και εκεί, πάνω στους τοίχους, καίνε μικρά κεριά που ανανεώνονται συχνά, γιατί τα ίχνη του καπνού τους κάνουν το κονίαμα του τοίχου που να παίρνει τα χρώματα της ζέβρας. Λίγα βήματα πιο πέρα ένα μισοκατεστραμένο παρεκκλήσι αφήνει να φανεί, ζωγραφισμένο με νωπογραφία στους τοίχους, το μισό ενός όμορφου καβαλάρη, ένα τέταρτο του ανθρώπου και ένα τέταρτο του αλόγου. Και δεν υπάρχει κάτι πιο θλιβερό απ’ αυτήν τη στάση θριάμβου μέσα σ’ αυτόν το μαρασμό. Σήμερα είναι η Κυριακή. Είμαι μονάχος μου μπροστά σ` αυτές τις ανοιγμένες στον άνεμο της θάλασσας εκκλησίες. Εκεί κάτω, στη Δύση, τα καμπαναριά ηχούν, κι αυτά εδώ δεν τους απαντούν πια.

Gustave Larroumet, 1897

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων

Αυτό το μεγάλο ορθόδοξο κτίσμα βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ερείπωσης. Μόνον σε τρείς αψίδες του και ένα μικρό μέρος της πρόσοψης διατηρούνται ακόμη όρθια. Ως προς την κάτοψη και το ρυθμό στη πρόσοψη, μοιάζει με την εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου και προσφέρει ένα πρωτότυπο μίγμα φράγκικων και βυζαντινών χαρακτηριστικών.

Η πρόσοψη του βασιλικού ανακτόρου

Δεν παραμένει παρά η πρόσοψη του περιστυλίου, σε αρκετά καλή κατάσταση, και κάποιες πλευρές του τοίχου στο βάθος της μεγάλης εσωτερικής αυλής, αυτής που σημερινού αστυνομικού κέντρου. Τέσσερις μονολιθικοί κίονες από γρανίτη που προέρχονται από ελληνικά κοντινά ερείπια φέρουν τέσσερα τόξα. Πάνω από την είσοδο φαίνεται ένα κυρτωμένο, μαρμάρινο οικόσημο, εξαιρετικής βενετσιάνικης κατεργασίας, ενώ στις δύο πλευρές, πάνω σε δύο κομμάτια κίονα, δύο πέτρινες οβίδες. Στον μεγάλο τετράγωνο κήπο, τα παρτέρια και τα καλάθια πλαισιώνονται από μικρές οβίδες όλων των διαστάσεων, αρχίζοντας από μία μέγιστη περιφέρεια 1,62 μ.

Emile Deschampsa, 1892-1894