Τα 21 διεθνή γεγονότα που καθόρισαν το 2021

Η χρονιά που φεύγει ήταν γεμάτη σημαντικές εξελίξεις, τόσο πολιτικού όσο και τεχνολογικού ενδιαφέροντος

Ανασκόπηση 2021 – Τα σημαντικότερα διεθνή γεγονότα: Εκλογές, στρατιωτικές συμφωνίες, ιδιωτικοί διαστημικοί πύραυλοι, κρυπτονομίσματα, πραξικοπήματα κ.ά.

Παρότι η πανδημία καθόρισε για ακόμα μια χρονιά τη διεθνή επικαιρότητα, το 2021 ήταν γεμάτο σημαντικές εξελίξεις, τόσο πολιτικού όσο και τεχνολογικού ενδιαφέροντος. Λίγο πριν αλλάξει η χρονιά, ας θυμηθούμε εικοσιένα από τα σημαντικότερα διεθνή γεγονότα που μας έδωσε, τη στιγμή που τα περισσότερα από αυτά πιθανότατα θα καθορίσουν σε ένα βαθμό και τις διεθνείς εξελίξεις του 2022.

  1. H επίθεση στο Καπιτώλιο (6/1)

Η χρονιά ξεκίνησε με θόρυβο, καθώς το απόγευμα της 6ης Ιανουαρίου, ένας απροσδιόριστος αριθμός οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ επιτέθηκε στο Καπιτώλιο, σε ένα απολύτως πρωτοφανές συμβάν για τα αμερικανικά δεδομένα. Έχοντας παρακολουθήσει λίγο νωρίτερα την ομιλία του Τραμπ, στην οποία κατήγγειλε για άλλη μια φορά για νοθεία τον νικητή των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου, Τζο Μπάιντεν, ο όχλος ξεκίνησε την πορεία του προς τα κτίρια του Καπιτωλίου, με στόχο να διακόψει της καταμέτρηση των εκλεκτορικών ψήφων – η οποία θα επικύρωνε το αποτέλεσμα των εκλογών. Το πιο φρικιαστικό ίσως στοιχείο της ημέρας, είναι πως ο ίδιος ο Τραμπ είχε πει νωρίτερα στην ομιλία του πως αν οι ψηφοφόροι του δεν παλέψουν μέχρι το τέλος, τότε η χώρα θα πάψει να υπάρχει· όταν λίγο αργότερα έγινε πια σαφές πως η κατάσταση είχε ξεφύγει τελείως, ο Τραμπ προσπάθησε να κατευνάσει το πλήθος, όμως το τέρας που ο ίδιος είχε θρέψει δε μαζευόταν πια.

Η επίθεση αποτελεί την πιο ντροπιαστική στιγμή της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας. Συνολικά πέντε πολίτες έχασαν τη ζωή τους, πάνω από εκατό τραυματίστηκαν, ενώ περισσότεροι από εφτακόσιοι έχουν αντιμετωπίσει κατηγορίες για τη συμμετοχή τους στην εξέγερση. Ο ίδιος ο Τραμπ αντιμετώπισε τη δεύτερη ψηφοφορία αποπομπής του από την Προεδρία, την οποία επιβίωσε ξανά λόγω του συσχετισμού των δυνάμεων ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους στη Γερουσία. Όμως επίπεδο της συμμετοχής του στην επίθεση είναι ακόμα υπό έρευνα, με τον ίδιο να έχει ήδη προσπαθήσει επανειλημμένα – χωρίς επιτυχία – να τη μπλοκάρει.

Οπαδοί του Τραμπ μέσα στο χώρο του Καπιτωλίου | © Jim Lo Scalzo / EPA

  1. Η ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν (20/1)

Δύο εβδομάδες μετά την επίθεση στο Καπιτώλιο, ο Τζο Μπάιντεν ορκίστηκε ως ο 46ος Πρόεδρος των ΗΠΑ. Έχοντας αποτύχει ήδη δύο φορές στο παρελθόν – το 1988 και το 2008 – να κερδίσει το χρίσμα του κόμματος του, ο εβδομηνταοχτάχρονος το 2020 πρώην Αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα έγινε εκείνος το απόλυτο “comeback kid” των αμερικανικών εκλογών, επαναφέροντας μια αίσθηση αξιοπρέπειας στον Λευκό Οίκο. Μαζί με τον Μπάιντεν ορκίστηκε και η Αντιπρόεδρος του, Κάμαλα Χάρις, ως η πρώτη γυναίκα που κατέχει το συγκεκριμένο αξίωμα.

Η ορκωμοσία πραγματοποιήθηκε χωρίς ζωντανό κοινό, όμως τα μηνύματα της ήταν ξεκάθαρα. Αρχικά, ο Μπάιντεν πήρε ξεκάθαρες αποστάσεις από τον προκάτοχο του, προβάλλοντας ένα μήνυμα ενότητας απέναντι στον διχασμό που είχε καλλιεργήσει ο Τραμπ, ενώ υποστήριξε την ανάγκη της επιστροφής των ΗΠΑ στην παραδοσιακή τους προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική, δηλώνοντας πως οι δεσμοί της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της θα επέστρεφαν στην προ-Τραμπ εποχή. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, η εποχή Τραμπ μοιάζει πράγματι ξεχασμένη στην ιστορική λήθη, όμως οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα επιστρέψει – με την αποδοχή του Μπάιντεν να βρίσκεται σήμερα μόλις στο 43%, από το 53% που βρισκόταν στις 20/1.

Ο Τζο Μπάιντεν ορκίζεται 46ος Πρόεδρος των ΗΠΑ | @ Michael Reynolds / EPA

  1. Ο Μάριο Ντράγκι αναλαμβάνει πρωθυπουργός της Ιταλίας (13/2)

Ο αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός των 2010’s έφερε κολοσσιαίες αλλαγές στην ιταλική πολιτική σκηνή. Η προ-ευρωπαϊκής κρίσης χρέους εποχή του κεντροδεξιού Forza Italia και της κεντροαριστερής συμμαχίας Ulivo αποτέλεσαν και επίσημα παρελθόν στις εκλογές του 2018, όπου θριάμβευσε ο ηγέτης της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι, με τον επικεφαλής του ευρωσκεπτικιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων – και διάδοχο του απίθανου Μπέπε Γκρίλο – Λουίτζι Ντι Μάιο να έρχεται δεύτερος. O νέος συσχετισμός των ιταλικών δυνάμεων επιβεβαίωσε τις ψυχροπολεμικές μνήμες ακυβερνησίας στη Ρώμη, με τη Λέγκα του Σαλβίνι να αποσύρει την εμπιστοσύνη της το 2019, όπως έκανε και το Italia Viva του πρώην κεντροαριστερού πρωθυπουργού, Ματέο Ρέντσι, τον Ιανουάριο του 2021.

Η κίνηση Ρέντσι οδήγησε ουσιαστικά στην παραίτηση του Τζουζέπε Κόντε από την πρωθυπουργία, επαναφέροντας την Ιταλία σε καθεστώς ακυβερνησίας, μέσα στην πανδημία. Ως αποτέλεσμα, ο Ιταλός Πρόεδρος, Σέρτζιο Ματαρέλα, προσκάλεσε τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, να σχηματίσει τεχνοκρατική κυβέρνηση· παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις, ο Ντράγκι δέχτηκε την πρόσκληση. Ο ογδοντάχρονος Ματαρέλα αποδείχτηκε πολιτικά οξυδερκέστατος, καθώς η υποψηφιότητα Ντράγκι στηρίχτηκε τόσο από τον Σαλβίνι, όσο και από τον Ρέντσι· ποιος να του το έλεγε του τελευταίου λίγα χρόνια πριν, πως η ψήφος θα ήταν καθοριστική ώστε να περάσει η ιταλική κυβέρνηση στα τεχνοκρατικά χέρια του «Σούπερ Μάριο».

Ο Σέρτζιο Ματαρέλα με τον Μάριο Ντράγκι | © Franscesco Ammendola / Quirinale PR / EPA

  1. Οι ΗΠΑ επιστρέφουν στη Συμφωνία του Παρισιού (19/2)

Μια από τις συμβολικότερες αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ ήταν η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού. Η συγκεκριμένη περιβαλλοντική συμφωνία αποτελεί προϊόν μιας σχεδόν εικοσαετούς προσπάθειας διακρατικής σύγκλισης προς την προστασία του περιβάλλοντος, και από το 2016 μέχρι σήμερα έχει υπογραφεί από 195 κράτη· οι μόνες χώρες που δεν έχουν επικυρώσει τη συμφωνία είναι το Ιράν, η Ερυθραία, η Λιβύη και η Υεμένη. Σημειολογικά, η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου του 2016 στη Νέα Υόρκη, με τον τότε Αμερικάνο Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, να αποτελεί έναν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της.

Ειρωνικά, η αποχώρηση των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε μία μέρα μετά τις Προεδρικές εκλογές του 2020, καθώς ώρα με την ώρα φαινόταν πως ο Τζο Μπάιντεν θα κατάφερνε εύκολα ή δύσκολα να κερδίσει τον Τραμπ, ανατρέποντας τέτοιου τύπου στρατηγικές επιλογές. Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συμφωνία του Παρισιού υπογράφτηκε με προεδρική εντολή από τον – Πρόεδρο, πλέον – Μπάιντεν στις 20/1, την πρώτη μέρα της θητείας του, και επισημοποιήθηκε έναν μήνα αργότερα. Η επιστροφή τους μετά τη σύντομη αποχώρηση τους είναι σημειολογική, όμως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τη δεύτερη πιο ρυπογόνα χώρα του κόσμου.

Ο Τζο Μπάιντεν υπογράφει προεδρικά διατάγματα | © Al Drago/Pool/EPA

  1. Ο Μαρκ Ρούτε κερδίζει την τέταρτη θητεία του – σχεδόν (17/3)

Στα μέσα Μαρτίου, ο Μαρκ Ρούτε οδήγησε το κεντροδεξιό VVD σε άλλη μια εκλογική νίκη – την τέταρτη διαδοχική σε εθνικό επίπεδο. Λίγους μήνες νωρίτερα, ο Ολλανδός πρωθυπουργός είχε παραιτήσει την κυβέρνηση του, έπειτα από ένα πρωτοφανές για τα ολλανδικά δεδομένα πολιτικό σκάνδαλο· ο λόγος ήταν πως αποδείχτηκε ότι η εθνική φορολογική υπηρεσία είχε κατηγορήσει εσφαλμένα τουλάχιστον 25.000 Ολλανδούς γονείς πως από το 2013 μέχρι το 2019 έλαβαν γονικά επιδόματα που δεν δικαιούνταν. Από τη μία, ο Ρούτε βγήκε ουσιαστικά αλώβητος κερδίζοντας τις εκλογές που ο ίδιος προκάλεσε, όμως από την άλλη δεν έχει καταφέρει ακόμα να σχηματίσει κυβέρνηση – σε μια διαδικασία που έχει κρατήσει ήδη εννιά μήνες.

Επιπλέον, από το 2010 και μετά, το VVD έχει συγκυβερνήσει σχεδόν με κάθε ολλανδικό κοινοβουλευτικό κόμμα, ενώ ο ετερόκλητος συνασπισμός της τρίτης κυβέρνησης Ρούτε μοιάζει απίθανος να επαναληφθεί. Σε κάθε περίπτωση, ο “Teflon Mark” παραμένει υπηρεσιακός – αλλά και πιθανότατα μελλοντικός – επικεφαλής της κυβέρνησης, ενώ είναι πλέον ο δεύτερος μακροβιότερος Ολλανδός πρωθυπουργός, αλλά και ο μακροβιότερος αρχηγός κράτους στην ΕΕ σήμερα. Το διαρκώς ανανεωμένο πολιτικό του κεφάλαιο, η άτυπη – αλλά σαφής – ανάδειξη του σε ηγέτη του μακροοικονομικά συντηρητικού Ευρωπαϊκού Βορρά, και η αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ από την Καγκελαρία αυτομάτως θα αυξήσουν την ευρωπαϊκή επιρροή της τέταρτης κυβέρνησης Ρούτε, λίγο πριν τις ευρωπαϊκές δημοσιονομικές ζυμώσεις που θα ακολουθήσουν το τέλος της πανδημίας.

Ο περιχαρής Μαρκ Ρούτε την ημέρα μιας ακόμα νίκης | © Bart Maat/EPA

  1. Η ΕΕ επικυρώνει την εμπορική συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο (28/4)

Το 2021 έκλεισε και το τελευταίο (;) κεφάλαιο του Brexit. Έπειτα από πολυετείς και δαιδαλώδεις διαπραγματεύσεις, η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο έφτασαν σε μια κοινά αποδεκτή – έστω και στα όρια – εμπορική συμφωνία στις 30 Δεκεμβρίου, η οποία υπογράφηκε επίσημα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς στο τέλος Απριλίου. Έτσι αποσαφηνίστηκε το πλαίσιο συνεργασίας σε ό,τι αφορά την αποφυγή εμπορικών δασμών, αλλά επισημοποιήθηκε και το τέλος στην ελεύθερη μετακίνηση πολιτών ανάμεσα στα δύο μέρη, όπως και η πρόσβαση του Ηνωμένου Βασιλείου σε τομείς της κοινής αγοράς.

Από τη μία, η εμπορική συμφωνία εξασφάλισε σε έναν βαθμό ένα ικανοποιητικό οικονομικό δεσμό ανάμεσα σε ΕΕ και Ηνωμένο Βασίλειο. Από την άλλη, τόσο η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, όσο και ο Μπόρις Τζόνσον προσπάθησαν να πείσουν Ευρωπαίους και Βρετανούς αντίστοιχα πως το αποτέλεσμα βρήκε κερδισμένη την πλευρά τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, προέκυψαν διάφορα προβλήματα μέσα στη χρονιά, με ενδεικτικότερη την πρόσφατη ένταση ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, σχετικά με τα όρια του δικαιώματος αλιείας στα νερά της Μάγχης· ο Γάλλο-Βρετανικός «πόλεμος των ψαριών» είναι μόνο ένα από τα συμπτώματα της μετά-Brexit εποχής, η οποία πιθανότατα θα φέρει περισσότερες εντάσεις στο 2022.

Μπόρις Τζόνσον και Ούρσουλα Φον ντερ Λάινεν ήρθαν σε μια οριακά ικανοποιητική εμπορική συμφωνία | © Oliver Hoslet/POOL/EPA

  1. Το καθεστώς Λουκασένκο προχωρά σε κρατική αεροπειρατεία (23/5)

Στα τέλη Μαΐου, η λευκορωσική κυβέρνηση προχώρησε σε ένα άνευ προηγουμένου εγχείρημα, πραγματοποιώντας ουσιαστικά κρατική αεροπειρατεία. Μετά από προσωπική διαταγή του Λευκορώσου δικτάτορα, Αλεξάντρ Λουκασένκο, λευκορωσικά μαχητικά αεροσκάφη οδήγησαν σε αναγκαστική προσγείωση την πτήση 4978 της Ryan Air από Αθήνα για Βίλνιους – χρησιμοποιώντας ως πρόφαση υποτιθέμενες πληροφορίες ύπαρξης βόμβας στο αεροσκάφος. Ο στόχος ήταν η σύλληψη του Λευκορώσου δημοσιογράφου και ακτιβιστή, Ρόμαν Προτάσεβιτς, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Πολωνία από το 2019 και είχε ταξιδέψει στην Αθήνα για να καλύψει το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών· ο Προτάσεβιτς συνελήφθη, και εξαναγκάστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών σχετικά με οργάνωση αντικυβερνητικών εξεγέρσεων.

Η κίνηση του Λουκασένκο αποδοκιμάστηκε έντονα διεθνώς. Τόσο η ΕΕ, όσο και οι ΗΠΑ, προχώρησαν σε οικονομικές κυρώσεις απέναντι στη Λευκορωσία, ενώ απαγόρευσαν την πρόσβαση στον εναέριο χώρο τους σε αεροπορικές εταιρίες Λευκορωσικών συμφερόντων. Στις 21/6, η ΕΕ, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, και ο Καναδάς, προχώρησαν σε κοινές κυρώσεις εναντίον του καθεστώτος Λουκασένκο – αλλά και λευκορωσικών κρατικών εταιριών – απαγορεύοντας, μεταξύ άλλων, τη μετακίνηση μελών και υποστηρικτών της κυβέρνησης Λουκασένκο στις επικράτειες τους. Ο Ρώσος πρόεδρος – και μόνος συνομιλητής του Λουκασένκο – Βλαντιμίρ Πούτιν υποβάθμισε το συμβάν, ενώ εναντιώθηκε στον ευρωπαϊκό αποκλεισμό του Λευκορωσικού εναέριου χώρου.

Ο δημοσιογράφος και αντικυβερνητικός ακτιβιστής, Ρόμαν Προτάσεβιτς | © Stringer/EPA

  1. Οι G7 συμφωνούν στη μελλοντική θεσμοθέτηση παγκόσμιου ελάχιστου εταιρικού φόρου (5/6)

Παρά την – προχωρημένη, ομολογουμένως – ηλικία του, ο Τζο Μπάιντεν μπήκε στο Οβάλ γραφείο με κάποιες πραγματικά ριζοσπαστικές ιδέες. Μία από αυτές είναι και η θέσπιση ενός παγκόσμιου ελάχιστου εταιρικού φόρου, ο οποίος αποσκοπεί στην καταπολέμηση του ευνοϊκού καθεστώτος που παρέχουν φορολογικοί παράδεισοι όπως τα νησιά Κέιμαν και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι. Στη συνάντηση τους στο Λονδίνο στις αρχές Ιουνίου, οι υπουργοί οικονομικών των εφτά ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου συμφώνησαν στη θέσπιση μιας ελάχιστης φορολογίας ύψους τουλάχιστον 15%, στοχεύοντας σαφώς στη φορολόγηση τεχνολογικών κολοσσών όπως η Google και η Amazon.

Η πρόταση Μπάιντεν εγκρίθηκε και στη συνάντηση των G20 στη Ρώμη στις 30/10, με τους επικεφαλής των δεκαεννιά μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου μαζί με την ΕΕ να συμφωνούν στην εφαρμογή του φόρου από το 2023. Ο παγκόσμιος ελάχιστος φόρος αποτελεί ένα φιλόδοξο εγχείρημα, όμως η ανάγκη επιβολής του φαίνεται πως αναγνωρίζεται απ’ όλους, ειδικά από τη στιγμή που οι δραστηριότητες των εταιριών όπως του Big Tech έχουν από καιρό προσπελάσει οποιονδήποτε γεωγραφικό περιορισμό, και μοιάζουν να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά. Οι προηγούμενες σχετικές προσπάθειες του ΟΟΣΑ είχαν μάλλον απογοητευτικό αποτέλεσμα, όμως η ένθερμη υποστήριξη της σημερινής Αμερικανικής κυβέρνησης έχει ανανεώσει τις προσδοκίες μιας δίκαιης – και αργοπορημένης – φορολόγησης τους.

Οι υπουργοί οικονομικών του G7 | © Andy Rain/EPA

  1. Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου χάνει την πρωθυπουργία (13/6)

Στα μέσα Ιουνίου το Ισραήλ προχώρησε στη μεγαλύτερη πολιτική αλλαγή της σύγχρονης ιστορίας του. Ο πρόεδρος του κεντροδεξιού Likud, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, επέστρεψε στην αντιπολίτευση, έχοντας κυβερνήσει τη χώρα συνεχόμενα από το 2009· ο Νετανιάχου είχε υπηρετήσει για άλλα τρία χρόνια Πρωθυπουργός, από 1996 έως το 1999. Συγκεκριμένα, παρά τη νίκη του στις εκλογές του 2021 – η οποία ήταν και η πέμπτη στις τελευταίες εφτά αναμετρήσεις – ο “Bibi” είδε τον πρώην υπουργό του και νυν επικεφαλής του δεξιού συνασπισμού Yamina, Ναφτάλι Μπένετ, να σχηματίζει μια εντελώς ετερόκλητη κυβέρνηση συνεργασίας. Μετά από μια διετή πολιτική κρίση, κατά τη διάρκεια της οποίας το Ισραήλ έκανε τέσσερις φορές εκλογές, ο Μπένετ εξασφάλισε οριακή πλειοψηφία 61 εδρών στο σύνολο των 120..

Αναμφίβολα, ο Νετανιάχου ταυτίστηκε με το Ισραήλ του 21ου αιώνα. Όμως, παρότι εξακολουθεί να έχει πιστούς οπαδούς – όπως αποδεικνύουν οι απανωτές εκλογικές του νίκες – ο μακροβιότερος Ισραηλινός πρωθυπουργός μάζεψε ανά τα χρόνια αμέτρητους αντιπάλους, καταφέρνοντας ωστόσο να επιβιώσει από πληθώρα σκανδάλων· σήμερα εκκρεμεί ακόμα η δίκη του για δωροδοκία, ενώ αν κριθεί ένοχος, τότε πιθανότατα θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολυετή ποινή κάθειρξης. Σε κάθε περίπτωση, η προσωπική του επιρροή στην ισραηλινή πολιτική ιστορία παραμένει πρωτόγνωρη για τα δεδομένα του Ισραήλ, ενώ η κυβέρνηση Ναφτάλι ουσιαστικά επικύρωσε στην απόφαση του Νετανιάχου να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα της χώρας.

Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου στα αφιλόξενα έδρανα της αντιπολίτευσης | © Abir Sultan/EPA

  1. Οι Κουβανοί στους δρόμους εναντίον του καθεστώτος (11/7)

Στις αρχές Ιουλίου οι Κουβανοί προχώρησαν σε πρωτοφανείς αντι-κυβερνητικές διαδηλώσεις, διαμαρτυρόμενοι για τις μαζικές ελλείψεις φαρμάκων και τροφίμων, αλλά και την πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος απέναντι στην πανδημία. Σύντομα οι διαδηλώσεις απέκτησαν εντονότερο ιδεολογικό χαρακτήρα, καθώς αξιοποιήθηκαν ως ευκαιρία ώστε να αποδοκιμαστούν οι αυταρχικές πολιτικές της κυβέρνησης του Μιγκέλ Ντίαζ-Κανέλ. Οι σχεδόν εικοσαήμερες διαδηλώσεις έφεραν ξανά την Κούβα στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής, με την βαθιά αντικομουνιστική Κουβανό-Αμερικανική κοινότητα να εκφράζει απερίφραστα την υποστήριξη της, οργανώνοντας εκδηλώσεις συμπαράστασης στο Μαϊάμι· διαδηλώσεις υποστήριξης πραγματοποιήθηκαν και σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, κυρίως έξω από Κουβανικές πρεσβείες και προξενεία, αλλά και στην Ισπανία.

Η αντίδραση του κουβανικού καθεστώτος – και των ανά τον κόσμο απολογητών του – δεν εξέπληξε κανέναν. Από τη μία, η κουβανική κυβέρνηση προσπάθησε να υποβαθμίσει το μέγεθος – αλλά και τον χαρακτήρα – τον διαδηλώσεων, δηλώνοντας πως ουσιαστικά αποτελούν προϊόν καθοδήγησης εξωτερικών δυνάμεων, αλλά και φουσκωμένης αντικυβερνητικής προβολής από ξένα μέσα, ενώ κατηγόρησε τις ΗΠΑ για τη συνέχιση του εμπορικού εμπάργκο του 1962· σήμερα, η Κούβα έχει στενούς εμπορικούς δεσμούς με τη Βενεζουέλα, αλλά και με δυτικές χώρες όπως η Κίνα, ο Καναδάς, η Ισπανία, και η Ολλανδία.

Αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Κούβα | © Ernesto Mastrascusa/EPA

  1. Οι Ταλιμπάν παίρνουν την Καμπούλ (15/8)

Η επέμβαση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν είχε κακοφορμίσει πολύ πριν ο Τζο Μπάιντεν αποσύρει φέτος τις αμερικανικές δυνάμεις από τη χώρα. Μπροστά στην παταγώδη αποτυχία να μπούνε οι βάσεις για ένα πολιτικά σταθερό Αφγανικό κράτος, οι ΗΠΑ είχαν αποφασίσει να αποχωρήσουν από το 2014 επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα· τελικά τον Φεβρουάριο του 2020 στη Ντόχα, η κυβέρνηση Τραμπ συμφώνησε την αποχώρηση όλων των Αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν, με τον Μπάιντεν να υπόσχεται και εκείνος προεκλογικά τη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αφήνοντας όμως πίσω Αμερικανικές μονάδες αντιτρομοκρατίας. Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την αποχώρηση τους ήδη από το 2020, εκπληρώνοντας μια διακομματική επιθυμία του εκλογικού τους σώματος.

Όμως, το ΝΑΤΟ είχε προειδοποιήσει – σωστά – πως μια πολύ γρήγορη αποχώρηση θα είχε συνέπειες. Αφότου αμφιταλαντεύτηκε αρκετά, τον Απρίλιο ο Μπάιντεν επισημοποίησε την πρόθεση του να τερματίσει την παρουσία των ΗΠΑ στις 11/9, ακριβώς είκοσι χρόνια μετά τα χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου. Αμέσως οι Ταλιμπάν ξεκίνησαν παρατεταμένες επιθέσεις σε εδάφη που ελέγχανε για χρόνια οι συμμαχικές δυνάμεις, φτάνοντας μέσα σε λίγους μήνες μέχρι την Καμπούλ· η πόλη έπεσε στις 15/8, με τους άμαχους Αφγανούς να προσπαθούν με κάθε τρόπο να φύγουν από τη χώρα – και αρκετούς να χάνουν τη ζωή τους στην προσπάθεια. Μέχρι τις 30/8, οι ΗΠΑ αποχώρησαν οριστικά από το Αφγανιστάν, έχοντας επενδύσει πάνω από ένα τρις δολάρια στη χώρα σε μια μάταιη εικοσαετή επιχείρηση nation-building που κόστισε περίπου 3.500 ζωές συμμαχικών στρατιωτών, καταστρέφοντας αμέτρητες περισσότερες. Μπορεί το τέλος του πολέμου να ήταν ουσιαστικά προδιαγεγραμμένο, όμως η εικόνα των αμερικανικών δυνάμεων να τρέπονται σε φυγή ξύπνησε μνήμες Σαϊγκόν, αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να περάσουν ξανά σε μια περίοδο έντονης εσωστρέφειας, και αφήνοντας το Αφγανιστάν στα χέρια των πιο φανατικών μουσουλμάνων φονταμενταλιστών.

Σοκαριστικές εικόνες από την Καμπούλ στην ημέρα της ανακατάληψης της | © Stringer/EPA

  1. Το Ελ Σαλβαδόρ αναγνωρίζει το bitcoin ως επίσημο νόμισμα (7/9)

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το 2021 ήταν μεταξύ άλλων η χρονιά που ο κόσμος – περίπου – έμαθε τί ακριβώς είναι τα κρυπτονομίσματα. Ο βασιλιάς, δε, αυτών – το Bitcoin – τράβηξε το ενδιαφέρον αμέτρητων αναλυτών, ΜΜΕ, και πολιτών, ακόμα και αν δεν είχαν καμία σχέση με την αγορά των κρυπτονομισμάτων, ενώ προσωπικότητες με παγκόσμια απήχηση και κοινό – με πρώτο τον Έλον Μασκ – μπήκαν στον χορό, επηρεάζοντας την αξία των κρυπτονομισμάτων με μια μόνο δήλωση, συμβάλλοντας στο χτίσιμο – ή και την καταστροφή – περιουσιών μέσα σε ένα απόγευμα. Ενδεικτικά, η αξία του ενός bitcoin προς το τέλος του 2020 ανερχόταν περίπου στα 10.000 δολάρια, ενώ σήμερα ανέρχεται περίπου στα 50.000· οι απότομες ενδιάμεσες διακυμάνσεις απαιτούν εξειδικευμένη ανάλυση μόνες τους.

Προσπαθώντας να καβαλήσει το κύμα, η κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ πέρασε τον «νόμο του bitcoin» ο οποίος αναγνώρισε το κρυπτονόμισμα ως νόμιμο μέσο συναλλαγής. Μάλιστα, ο πρόεδρος Ναγίμπ Μπουκέλε προσπάθησε τεχνητά να αυξήσει την αξία του Bitcoin, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών του Ελ Σαλβαδόρ εναντιώνονται πλήρως στη χρήση του κρυπτονομίσματος ως μέσο συναλλαγής. Ο Μπουκέλε όμως συνεχίζει ακάθεκτος να επενδύει το πολιτικό του κεφάλαιο στο bitcoin, δηλώνοντας πως η κυβέρνηση του θα φτιάξει την πρώτη «πόλη του Bitcoin»· στην πραγματικότητα, καθώς το Ελ Σαλβαδόρ δεν έχει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική έχοντας υιοθετήσει το δολάριο, ο Μπουκέλε βλέπει στο Bitcoin μια ευκαιρία προσπέλασης των περιορισμών που του επιβάλει αυτή η πραγματικότητα· αντίθετα, η Κινεζική κυβέρνηση που δεν έχει τέτοια ζητήματα, απαγόρευσε το Bitcoin στις 24/9 με συνοπτικές διαδικασίες.

Πολίτες του Ελ Σαλβαδόρ εναντίον της νομιμοποίησης του Bitcoin | © Rodrigo Sura/EPA

  1. Υπογράφεται η συμφωνία AUKUS (15/9)

Στα μέσα Σεπτεμβρίου η «πυρηνική» τριμερής συμφωνία ανάμεσα σε ΗΠΑ, Αυστραλία, και Ηνωμένο Βασίλειο έπιασε τον κόσμο – και περισσότερο, τη Γαλλία – κυριολεκτικά στον ύπνο. Ο κύριος στόχος της AUKUS είναι η απόκτηση πυρηνοκίνητων υποβρυχίων από την Αυστραλία, με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο να παρέχουν τεχνογνωσία, εξυπηρετώντας παράλληλα τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή· από τη μία, μέσω της AUKUS οι ΗΠΑ επιστρέφουν όσο πιο δυναμικά μπορούν στο γεωπολιτικό παιχνίδι του Ινδό-Ειρηνικού – ενισχύοντας παράλληλα το τραυματισμένο λόγω του Αφγανιστάν γεωπολιτικό τους κεφάλαιο – ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο συσφίγγει τους δεσμούς του με τον αγγλόφωνο κόσμο, εξυπηρετώντας παράλληλα το αφήγημα της μετά-Brexit «παγκόσμιας Βρετανίας.»

Προφανώς, ο ευρύτερος στόχος της AUKUS είναι ο περιορισμός της διαρκώς αυξανόμενης κινεζικής επιρροής. Δεν είναι τυχαίο πως η κινεζική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε άμεσα και έντονα για τον «ψυχροπολεμικό» χαρακτήρα της συμφωνίας, κατηγορώντας και τις τρεις χώρες πως εκμεταλλεύτηκαν κενά στις συνθήκες μη αξιοποίησης πυρηνικών όπλων. Οι κατηγορίες της Κίνας είναι μεν υπερβολικές, όμως μπροστά στην ευκαιρία να την περιορίσουν και οι τρεις χώρες ουσιαστικά πούλησαν τη γαλλική κυβέρνηση, η οποία είχε έρθει από καιρό σε συμφωνία με την αυστραλιανή για την πώληση υποβρυχίων. Αμέσως μετά την υπογραφή της, οι σχέσεις του γάλλου προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, με τον Τζο Μπάιντεν και τον Σκοτ Μόρρισον διαταράχθηκαν άμεσα, σε σημείο που ο Γάλλος πρόεδρος ανακάλεσε προσωρινά τους πρέσβεις του από Ουάσιγκτον και Καμπέρα· με το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Μπόρις Τζόνσον, ο Μακρόν δεν ασχολήθηκε καν.

Μπόρις Τζόνσον, Σκοτ Μόρρισον, και Τζο Μπάιντεν, στην ανακοίνωση της AUKUS | © Mick Tsikas/EPA

  1. Η Γερμανία αλλάζει σελίδα (26/9)

Με την Άνγκελα Μέρκελ να έχει ξεκαθαρίσει πως δε θα διεκδικούσε ακόμα μία θητεία, οι φετινές γερμανικές εκλογές θα ήταν έτσι και αλλιώς ξεχωριστές. Ωστόσο, δεν αναμένονταν ραγδαίες πολιτικές αλλαγές καθώς παρότι η “Mutti” είχε ανακοινώσει την αποχώρηση της, εξακολουθούσε να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των Γερμανών – και όχι μόνο· η δημοφιλία της Μέρκελ ουσιαστικά διατηρούσε τη δημοσκοπική υπεροχή του κεντροδεξιού CDU/CSU, το οποίο μέχρι τον Ιανουάριο του 2021 βρισκόταν λίγο κάτω από το 40%, με τους Πράσινους να ακολουθούν με περίπου 20%, και το κεντροαριστερό SPD να μαζεύει μόλις 16%. Με άλλα λόγια, τα μόνα δύο ερωτήματα των εκλογών ήταν πρώτον, ποιος θα ήταν ο επόμενος κεντροδεξιός Καγκελάριος, και δεύτερον, με ποιο κόμμα θα συγκυβερνούσε το CDU/CSU.

Όμως, η οριακή επιλογή του Άρμιν Λάσετ στην αρχηγία του CDU/CSU εκπυρσοκρότησε βίαια. Ο Λάσετ σε καμία περίπτωση δε συγκινούσε το σύνολο των ψηφοφόρων του κόμματος του, ενώ προχώρησε σε μια κολοσσιαία πολιτική γκάφα, χασκογελώντας πίσω από τον Γερμανό Πρόεδρο, Φρανκ Στάινμαγερ, όταν εκείνος εξέφραζε τα συλλυπητήρια του για τα θύματα των πλημμυρών του καλοκαιριού. Σχεδόν αμέσως μετά, το SPD του Όλαφ Σολτς προσπέρασε το CDU στις δημοσκοπήσεις, διατηρώντας το δημοσκοπικό του μομέντουμ και επικρατώντας τελικά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, για πρώτη φορά μετά το 1998. Πριν λίγες μέρες, η εποχή Μέρκελ τελείωσε επίσημα με τον Σολτς να σχηματίζει κυβέρνηση συνεργασίας με τους Πράσινους και τους Ελευθέρους Δημοκράτες, οδηγώντας το CDU πίσω στην αντιπολίτευση μετά από δεκαέξι χρόνια.

Ο Όλαφ Σολτς στον πρώτο λόγο της Καγκελαρίας του | © Clemens Bilan/EPA

  1. Ο Σεμπάστιαν Κουρτς παραιτείται από την πρωθυπουργία (9/10)

Το wonderkid της αυστριακής – και ευρωπαϊκής – πολιτικής σκηνής τελικά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Στις 6/10 η ανεξάρτητη αυστριακή αρχή κατά της διαφθοράς και των οικονομικών εγκλημάτων έκανε έφοδο στα γραφεία του κεντροδεξιού ÖVP, κατηγορώντας τον τριανταπεντάχρονο Καγκελάριο, Σεμπάστιαν Κουρτς, για δωροδοκία και οικονομική απάτη· συγκεκριμένα, ο Κουρτς κατηγορήθηκε πως το 2016 είχε δωροδοκήσει αυστριακά ΜΜΕ, ώστε να εξαπολύσει μια συντονισμένη επικοινωνιακή επίθεση προς τον τότε αντί-Καγκελάριο και επικεφαλής του ÖVP, Ρέινολντ Μίτερλενερ – χρησιμοποιώντας μάλιστα κρατικά χρήματα. Αμέσως σύσσωμη η αντιπολίτευση απαίτησε την παραίτηση του Κουρτς, ενώ οι Πράσινοι – που αποτελούν τον κυβερνητικό εταίρο του ÖVP – δήλωσαν πως δεν μπορούνε πλέον να τον στηρίξουν την Καγκελαρία.

Παρότι αρνήθηκε τις κατηγορίες, ο Κουρτς παραιτήθηκε μόλις τρεις μέρες μετά την έφοδο των αρχών. Διατηρώντας την έδρα του αλλά και την προεδρία του ÖVP, αμέσως κυκλοφόρησαν σενάρια πως ο πρώην πλέον Καγκελάριος σχεδίαζε την επιστροφή του στις επόμενες εκλογές, ενώ ο προσωρινός αντικαταστάτης του στην Καγκελαρία, Αλεξάντερ Σάλενμπεργκ, δήλωνε πως η άρση ασυλίας του Κουρτς θα του έδινε τη δυνατότητα να αποκρούσει τις κατηγορίες. Η αυστριακή βουλή ήρε την ασυλία του Κουρτς στις 18 Νοεμβρίου· δύο εβδομάδες αργότερα, ο Κουρτς παραιτήθηκε από όλα τα αξιώματα του, ανακοινώνοντας την αποχώρηση του από την πολιτική. Στα 31 του, ο “Basti Fantasti” ήταν ο νεαρότερος Καγκελάριος στην Αυστριακή ιστορία, και ο νεαρότερος αρχηγός κράτους στην Ευρώπη· στις επόμενες εκλογές, το ÖVP θα κατέβει υπό την ηγεσία του νυν Καγκελαρίου, Καρλ Νέχαμερ, ελπίζοντας πως το σκάνδαλο του παροπλισμένου πλέον Κουρτς δε θα του στοιχίσει την τρίτη νίκη στη σειρά.

Ο Σεμπάστιαν Κουρτς αποχωρεί άδοξα από την πολιτική | © Christian Bruna/EPA

  1. Το Facebook μετονομάζεται σε Meta (28/10)

Η τελευταία πενταετία θόλωσε αρκετά το αστέρι του Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Από το 2016 και μετά, το Facebook αντιμετώπισε συνεχή και σφοδρή κριτική σχετικά με τον τρόπο που εκμεταλλευόταν τα δεδομένα των χρηστών του, ενώ ο ιδρυτής του – που πέρασε το πρώτο μισό των 2010’s αποθεωμένος στην κορυφή του κόσμου – έγινε μόνιμος επισκέπτης των ακροάσεων στο Κογκρέσο, ειδικά σε ό,τι αφορούσε τη συμμετοχή του Facebook στο πολιτικό σκάνδαλο της Cambridge Analytica. Από τη μεριά του – και με τον Μπάιντεν να ανακοινώνει προεκλογικά την πρόθεση του να επιβάλει κανόνες στις εταιρίες του Big Tech – ο Ζάκεμπεργκ έκανε μια συστηματική προσπάθεια να περιορίσει τη διάδοση των Fake News στην πλατφόρμα, ειδικά μέσα στην πανδημία, όμως το Facebook εξακολούθησε να αντιμετωπίζει έντονη κριτική, τόσο από την Ουάσιγκτον, όσο – κυρίως – από τους χρήστες του.

Ως αποτέλεσμα, στο τέλος Οκτωβρίου ο Ζάκεμπεργκ μετονόμασε την εταιρία του σε Meta, ανακοινώνοντας μια απότομη στροφή προς την ψηφιακή πραγματικότητα. Σημειολογικά, ο Ζάκεμπεργκ δήλωσε επίσης πως το Facebook θα αποτελεί πλέον μόνο ένα κομμάτι του ομίλου· κάποιοι μίλησαν για αντιπερισπασμό, άλλοι είδαν ένα τέλος εποχής, με το 2022 να αναμένεται καθοριστικό για το μέλλον του ομίλου. Στην ανακοίνωση της μετονομασίας, ο ίδιος ο Ζάκεμπεργκ έβαλε τον πήχη πολύ ψηλά, και για πρώτη φορά θα πρέπει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες άλλων, αντί για τις δικές του.

Η καινούργια οπτική ταυτότητα του κολοσσού που έχτισε ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ | © Meta Handout/EPA

  1. Η λευκορωσική επίθεση στα πολωνικά σύνορα (8/11)

Το 2021, το καθεστώς του Αλεξάντρ Λουκασένκο έκανε περισσότερο θόρυβο απ’ όσο συνηθίζει. Στις αρχές Νοεμβρίου προχώρησε σε μια καλοσχεδιασμένη υβριδική επίθεση στα πολωνικά σύνορα, χρησιμοποιώντας πρόσφυγες και παράνομους μετανάστες ως ανθρώπινες χειροβομβίδες, σε μια πιστή αντιγραφή της τουρκικής επίθεσης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Έβρο τον Μάρτιο του 2020· η συμβολή του Ερντογάν στην επίθεση του Λουκασένκο ήταν καθοριστική, καθώς υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις πως η τουρκική κυβέρνηση διευκόλυνε την αερομεταφορά των μεταναστών προς τη Λευκορωσία, αξιοποιώντας ακόμα και πτήσεις της Turkish Airlines. Η πολωνική κυβέρνηση αντέδρασε ακαριαία κινητοποιώντας τόσο τις ένοπλες δυνάμεις της, όσο και στην αστυνομία, ενώ τόσο η Λιθουανία, όσο και η Λετονία – που συνορεύουν με τη Λευκορωσία – τέθηκαν σε πλήρη ετοιμότητα ώστε να αποκρούσουν μια παράλληλη επίθεση.

Η προσπάθεια του Λουκασένκο να δημιουργήσει άλλη μια τεχνητή μεταναστευτική κρίση απέτυχε – όπως και εκείνη του Ερντογάν. Όμως, η δεύτερη υβριδική επίθεση στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ μέσα σε δύο χρόνια, είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης τάσης των γειτονικών της ημι-δικτακτορικών καθεστώτων. Είναι μάλλον βέβαιο πως ο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος στήριξε τόσο την ελληνική όσο και την πολωνική κυβέρνηση και στις δύο κρίσεις, θα χρησιμοποιήσει αυτές τις επιθέσεις ως κεντρικό επιχείρημα σχετικά με την ανάγκη περισσότερης ευρωπαϊκής αμυντικής ενοποίησης – εφόσον κερδίσει την επανεκλογή του στις γαλλικές εκλογές του 2022.

Πολωνικές δυνάμεις ενισχύουν τα σύνορα τους | © Leonid Scheglov/BETLA handout/EPA

  1. Ο Σι Τζινπίνγκ τερμαρίζει την κομματική ορθοδοξία (11/11)

Το 1939, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει για τη Σοβιετική Ένωση πως πρόκειται για ένα γρίφο, τυλιγμένο από μυστήριο, κρυμμένο μέσα σε ένα αίνιγμα· δε θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η φράση αυτή χαρακτηρίζει απόλυτα στη σημερινή Κίνα. Από τα μέσα των 2010’s είχε γίνει σαφές πως η κυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ άρχισε να απομακρύνεται από τα ιστορικά στενά – για το οικονομικό και γεωγραφικό μέγεθος της χώρας – όρια της κινεζικής επιρροής, σχεδιάζοντας σταδιακά έναν φιλόδοξο υβριδικό κινεζικό επεκτατισμό, βασισμένο κυρίως στην επιρροή του Πεκίνου στο διεθνές εμπόριο. Αυτή η αλλαγή στην κινεζική εξωτερική πολιτική έφερε μεγάλη ανησυχία στη Δύση, η οποία προχωράει ταχύτατα σε πολιτικές περιορισμού της κινεζικής επιρροής – με την AUKUS να είναι το ενδεικτικότερο ίσως παράδειγμα.

Όμως, η δύναμη της Κίνας βασίζεται στην κυβερνητική της σταθερότητα. Ο Σι Τζινπίνγκ το γνωρίζει, και έτσι στα μέσα του Νοεμβρίου, ανήγαγε επίσημα την ιδεολογία του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος ως την «ουσία της κινεζικής κουλτούρας», παραλληλίζοντας έμμεσα – αλλά ξεκάθαρα – τον εαυτό του με τον πρώτο γενικό γραμματέα του κόμματος και ιδρυτή της σύγχρονης Κίνας, Μάο Τσεντούνγκ. Παράλληλα, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την αναστολή των χρονικών ορίων της θητείας του, ο Σι Τζινπινγκ αναφέρθηκε στο λόγο του αμέτρητες φορές σε μια «νέα εποχή» που έρχεται, χωρίς να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, κάνοντας όμως σαφές πως η κυβέρνηση του δε σκοπεύει να αλλάξει τον επεκτατικό στρατηγικό σχεδιασμό της άμεσα· το μόνο σίγουρο είναι πως ο Winnie-the-Pooh θα παραμείνει στη μαύρη λίστα του καθεστώτος.

Ο Σι Τζινπίνγκ οδηγεί ανενόχλητος την Κίνα στην πολιτική δυστοπία | © Ju Peng/EPA

  1. Το Μπαρμπέιντος τερματίζει τη σχέση του με τη Βασίλισσα Ελισάβετ (30/11)

Το νησί-κράτος της Καραϊβικής αποτελούσε ένα από τα κοσμήματα της βρετανικής αυτοκρατορίας. Όμως, παρότι το Μπαρμπέιντος ανακήρυξε την ανεξαρτησία του πίσω στο 1966, ακολουθώντας το ρεύμα της μεταπολεμικής αποαποικιοποίησης, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει εθιμοτυπικά τη Βασίλισσα Ελισάβετ ως επικεφαλής του κράτους. Παρότι δεν υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις πως οι πολίτες του Μπαρμπέιντος ενοχλούνταν από αυτή τη σχέση τους με τη βρετανική μοναρχία, το κοινοβούλιο αποφάσισε να θεσπίσει το αξίωμα της Προεδρίας ως ανώτατη εξουσία στη χώρα.

Έπειτα από πρόταση της κυβέρνησης, πρώτη πρόεδρος εκλέχθηκε η πρώην γενική κυβερνήτης – και εκπρόσωπος της Βασίλισσας – Σάντρα Μέισον. Η ορκωμοσία της στην Προεδρία στο τέλος του Νοεμβρίου επισημοποίησε το διαζύγιο του Μπαρμπέιντος με την Ελισάβετ· ο Πρίγκηπας Κάρολος συμμετείχε στην τελετή, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση του Χονγκ-Κονγκ. Με τη βασιλεία της Ελισάβετ να είναι αναπόφευκτα στα τελειώματα, το Λονδίνο ανησυχεί πως και άλλες χώρες της Κοινοπολιτείας θα επιλέξουν τον ρεπουμπλικανισμό, με τις ισχυρότερες όμως ανάμεσα τους – δηλαδή τον Καναδά, την τη Νέα Ζηλανδία, και κάπως πιο συγκρατημένα την Αυστραλία – να δείχνουν πως παραμένουν πιστές στο βρετανικό στέμμα.

Η πρωθυπουργός Μία Άρμορ Μότλεϊ οδηγεί το Μπαρμπέιντος στον ρεπουμπλικανισμό © Barbados Today Handout/EPA

  1. Η καινούργια κούρσα του διαστήματος

Το 2021 ήταν αδιαμφησβήτητα η πρώτη χρονιά μετά από δεκαετίας όπου η ανθρωπότητα κοίταξε ξανά τόσο πολύ προς το διάστημα. Όμως, η κούρσα του διαστήματος του 21ου αιώνα δεν αφορά στρατιωτικές υπερδυνάμεις όπως ήταν οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ – οι οποίες ξόδεψαν ασύλληπτα ποσά κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου στην αρχέτυπη κούρσα του διαστήματος – αλλά δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες, που σηκώνουν πυραύλους και διαστημικά αεροσκάφη από την τσέπη τους. Συγκεκριμένα, η SpaceX του Έλον Μασκ, η Blue Origin του Τζεφ Μπέζος, και η Virgin Galactic του Ρίτσαρντ Μπράνσον είναι πλέον σε έναν ανοιχτό διαστημικό ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο οποίος μοιάζει κυριολεκτικά να μην έχει ταβάνι.

Έτσι, το 2021 οι ιδιωτικές ανθρώπινες επισκέψεις στο διάστημα έγιναν συνήθεια. Μέσα στη χρονιά και οι τρείς εταιρίες κατάφεραν να στείλουν επανδρωμένες αποστολές στο διάστημα, με τους Μπέζος και Μπράνσον να συμμετέχουν και οι ίδιοι στις πτήσεις των εταιριών τους· ωστόσο, ο Μασκ μοιάζει να προηγείται στην κούρσα, καθώς μέσα στο 2021 η SpaceX προχώρησε πολύ την έρευνα στον σχεδιασμό πλήρως επαναχρησιμοποιούμενων προωθητήρων. Η αξία της πιθανής επιτυχίας του εγχειρήματος θα είναι αδιανόητη, καθώς το κόστος κάθε αποστολής θα μειωθεί ραγδαία.

Ο Έλον Μασκ δείχνει πού θέλει να φτάσει – πρώτος | © Alexander Becher/EPA

  1. Τέσσερα πραξικοπήματα στην παγκόσμια περιφέρεια

Τέλος, το 2021 έδωσε τέσσερα πραξικοπήματα. Το πρώτο πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στις 1/2 στη Μιανμάρ, όταν οι ένοπλες δυνάμεις με επικεφαλής τον Μιν Άουνγκ Χλάινγκ καθαίρεσαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Άουγκ Σαν Σου Κι, λίγο πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση· η κρίση παραμένει στη χώρα. Το δεύτερο πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στις 24/5 στο Μάλι, όταν ο συνταγματάρχης Ασιμί Γκοϊτά καθαίρεσε την – όχι και τόσο δημοκρατική – κυβέρνηση της χώρας· θεωρητικά θα πραγματοποιηθούν καινούργιες εκλογές το 2022. Το τρίτο πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στις 5/9 στη Γουινέα, όταν ο συνταγματάρχης Μαμαντί Ντουμπουγιά καθαίρεσε βίαια τον πρόεδρο Άλφα Κοντέ· ο Ντουμπουγιά αμέσως προκήρυξε την «επανίδρυση της χώρας» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το τέταρτο και τελευταίο πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στις 25/8 στο Σουδάν, με τον στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Μπουρμάν να καθαιρεί την κυβέρνηση του Αμπντάλα Χαμντόκ, με τους δύο να έρχονται σε συμφωνία στις 21/11 – την οποία όμως δεν αναγνωρίζουν οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Τέσσερα πραξικοπήματα σε μια χρονιά· τέσσερις υπενθυμίσεις πως στην τρίτη, πλέον, δεκαετία του 21ου αιώνα, η παγκόσμια περιφέρεια βιώνει ακόμα εθνικές πολιτικές τραγωδίες, τις οποίες η Δύση έχει αφήσει εδώ και πολύ καιρό πίσω της.

Αντιδικτατορικές διαδηλώσεις υπέρ της Άουγκ Σαν Σου Κι | © Lynn Bo Bo/EPA

Πηγή athensvoice.gr

Follow Vantagemag on Instagram to see the latest news