Καναδάς: η αγορά κάνναβης εκτοξεύτηκε

Η απομόνωση, η πλήξη ή ακόμη το άγχος εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εγκλεισμών ή οι απώλειες θέσεων εργασίας αύξησαν παντού την κατανάλωση αλκοόλ. Οι Καναδοί, από την πλευρά τους, αξιοποίησαν, επίσης, τις φημισμένες καταπραϋντικές ή ευφορικές αρετές της κάνναβης, πωλούμενης νομίμως εδώ και δύο χρόνια στη χώρα, σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης του άγχους τους.
 
Η Agathe, ένα 28χρονο -άνεργο εδώ και δύο μήνες- κορίτσι από το Μόντρεαλ,  έξω από ένα υποκατάστημα της Εταιρείας Κάνναβης του Κεμπέκ, δεν κρύβει ότι τα λίγα γραμμάρια αποξηραμένων φύλλων, που αγοράζει κάθε εβδομάδα, της επιτρέπουν να αντέχει. «Με εμποδίζει να σκέφτομαι αυτή την πανδημία. Μην έχοντας τίποτα να κάνω όλη την ημέρα, είναι πιο ευχάριστο να στριφογυρίζω σε ένα σύννεφο παρά στην πραγματική ζωή», δήλωσε στην εφημερίδα Le Monde.
 
Ο Πασκάλ, οικοδόμος, επίσης αναγκασμένος σε απραξία, παραδέχεται ότι αύξησε σημαντικά την κατανάλωσή του από την αρχή της κρίσης. Πριν, κάπνιζε μόνο το βράδυ, μετά τη δουλειά με τους φίλους του. Πλέον, αποκομμένος από κάθε κοινωνική και φιλική σχέση, επιδιώκει να «μαστουρώνει», δηλώνει, από το πρωί. «Αυτό που βιώνω είναι πάρα πολύ βαρύ, το “χόρτο” με χαλαρώνει, με κάνει να κοιμούμαι και μου δίνει την ψευδαίσθηση ότι παρακάμπτω την κρίση», εκμυστηρεύεται, με μερικά γραμμάρια, στην τσέπη, κάνναβης που αγοράζει για 125 δολάρια Καναδά (80 ευρώ) – αρκετά, για να αντέξει ημέρες.

Ο φόβος της έλλειψης

Από την αρχή του πρώτου εγκλεισμού το Μάρτιο του 2020, οι τακτικοί καταναλωτές συνέρρευσαν στα καταστήματα ή τους ιστότοπους ηλεκτρονικών παραγγελιών. Η εταιρία «Ontario Cannabis Store», η οποία κατέχει το μονοπώλιο στις διαδικτυακές πωλήσεις στη επαρχία με τη μεγαλύτερη αγορά κάνναβης στον Καναδά, κατέγραψε, στις 3 Απριλίου, ρεκόρ 14.000 παραγγελιών, με συνήθεις -κατά μέσο όρο περίπου- 2.000 ημερήσιες παραγγελίες.

Μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2020, οι αγορές αποξηραμένων λουλουδιών ή άλλων δευτερογενών προϊόντων μαριχουάνας σημείωσαν άλμα κατά 600%. Ο φόβος να κλείσουν αιφνιδίως τα καταστήματα και ο φόβος της έλλειψης απογείωσαν παντού τις πωλήσεις: η Εταιρία κάνναβης του Κεμπέκ, η μόνη υπό δημόσιο έλεγχο εταιρία, εξουσιοδοτημένη για νόμιμη πώληση στην επαρχία του Κεμπέκ («Belle Province»), ανακοίνωσε, για το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ρεκόρ πωλήσεων των 120 εκατομμυρίων δολαρίων έναντι 56,6 εκατομμυρίων δολαρίων για την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους.

Σε όλον τον Καναδά, οι πωλήσεις αυτής της ψυχοτρόπου ουσίας εκτιμώνται σε 2.600 εκατομμύρια δολάρια Καναδά, έναντι 1.190 εκατομμυρίων το προηγούμενο έτος. Πρόκειται  για αύξηση 118% σε ένα χρόνο, σύμφωνα με έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας του Καναδά.

Το Καναδικό Κέντρο Τοξικομανίας και Χρήσης Ουσιών ανησυχεί για αυτή την αυξανόμενη χρήση, την οποία συνδέει με τις ψυχολογικές αδυναμίες που επηρεάζουν ένα αναπτυσσόμενο τμήμα του πληθυσμού. Στο Κεμπέκ, ωστόσο, ή ακόμη στην Αλμπέρτα, κάθε φορά που ετίθετο θέμα κλεισίματος των καταστημάτων πώλησης κάνναβης, ελπίζοντας, έτσι, στην αποτροπή των νέων επιθέσεων του ιού, οι πολιτικές αρχές επέλεξαν να τα εντάξουν στα «καταστήματα βασικών ειδών» και έτσι να τα αφήσουν ανοικτά. 

«Η πανδημία ήταν πρωτίστως μάννα εξ ουρανού για το νόμιμο εμπόριο κάνναβης», τονίζει ο Ντέιβιντ Σομπίρμαν (David Soberman), καθηγητής μάρκετινγκ στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. Η μαύρη αγορά, η οποία, όπως είπε, συνέχιζε να αποτελεί το 80% των συνολικών πωλήσεων προ πανδημίας, φάνηκε λιγότερο «ασφαλής» στους καταναλωτές. Η συνάντηση με έναν πωλητή στο δρόμο περιελάμβανε ανεπιθύμητες «αλληλεπιδράσεις» εν καιρώ αυστηρών υγειονομικών κανόνων, όταν, αντιθέτως, τα νόμιμα καταστήματα επέβαλαν χρήση μάσκας, πλύσιμο των χεριών και φυσική απόσταση, υποχρεωτικά προς καθησυχασμό των πελατών τους.

Ενοποίηση μιας νέας αγοράς

«Η νόμιμη χρήση κάνναβης εξουδετέρωσε αναμφισβήτητα το μερίδιο της μαύρης αγοράς, ειδικά μετά τη σημαντική προσέγγιση της τιμής της νόμιμης μαριχουάνας με αυτήν της παράνομης κάνναβης», εξηγεί ο Σομπίρμαν. Πρόκειται για πολύ καλά νέα για τα δημόσια οικονομικά, εφόσον οι επαρχίες λαμβάνουν φόρους επί των νομίμων πωλήσεων, αλλά, κυρίως, «στο βαθμό, όπου οι υιοθετηθείσες κατά τη διάρκεια της πανδημίας συνήθειες θα συνεχιστούν, αποτελεί ένα τεράστιο επιταχυντή ενοποίησης της αγοράς στον Καναδά», καταλήγει.

Αυτός ο τομέας, ο οποίος φοβόταν πέρυσι την έκρηξη  -μετά τον ενθουσιασμό για την προ διετίας νομιμοποίηση- μιας κερδοσκοπικής φούσκας, επωφελήθηκε από αυτή την ανάκαμψη της κατανάλωσης, για τη συνέχιση της συγκρότησής του. Το Δεκέμβριο του 2020, δύο μεγάλοι καναδοί παραγωγοί, οι εταιρίες «Aphria» και «Tilray», ανακοίνωσαν τη συγχώνευσή τους, για να καταστούν η μεγαλύτερη εταιρία όσον αφορά στον κύκλο εργασιών.  Η μετοχή της -εδρεύουσας στο Οντάριο- κορυφαίας στον τομέα εταιρίας «Canopy Growth», αφού βυθίστηκε στην άβυσσο το Μάρτιο του 2020, φτάνοντας στα 9,73 δολάρια, φάνηκε να σταθεροποιείται στο τέλος του έτους σε περίπου 24 δολάρια.

Αυτή η ενοποίηση στην -ακόμη νέα- αγορά θα μπορούσε, επίσης, να φέρει νέες ευκαιρίες ανάπτυξης. «Η κοινωνική απαγόρευση που εξακολουθεί να ισχύει για την κάνναβη εξασθενίζει και επιτρέπει σταδιακά νέες χρήσεις», εξηγεί ο Sylvain Charlebois, Διευθυντής του Εργαστηρίου Ερευνών Ανάλυσης Αγροτικών Προϊόντων Διατροφής (Αγροτροφίμων) στο Πανεπιστήμιο Νταλχάουζι στο Χάλιφαξ της Νέας Σκωτίας. «Πολλοί Καναδοί, π.χ., ανακάλυψαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας τη βρώσιμη κάνναβη (προσφάτως νομιμοποιηθείσα), για το μαγείρεμα, για την παρασκευή μάφιν-κάπκεϊκ ή αφεψημάτων».

Ενώ τα Ηνωμένα Έθνη κήρυξαν το 2021 «Έτος των Φρούτων και Λαχανικών», ο εν λόγω ερευνητής δηλώνει πεπεισμένος ότι αυτές οι νέες χρήσεις ανοίγουν μία «πολλά υποσχόμενη μελλοντική προοπτική» για την καναδική αγροδιατροφική βιομηχανία.

Πηγή tvxs.gr/