Αντρέι Τσικατίλο: Ο serial killer με τα 56 θύματα

Συνελήφθη πρόσφατα στη Ρωσία ένας κλειδαράς, ύποπτος δολοφονίας 26 ηλικιωμένων γυναικών μεταξύ 2011-2012. Στραγγάλιζε τις γυναίκες με σκοπό να τις ληστέψει και τα μέσα ενημέρωσης τον είχαν αποκαλέσει «Ο Μανιακός του Βόλγα». Ταυτοποιήθηκε μετά τη διενέργεια εκατοντάδων γενετικών εξετάσεων και η ανάκρισή του βιντεοσκοπήθηκε. Πριν όμως τη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, που η είδηση για σίριαλ κίλερ στη Ρωσία γίνεται αμέσως γνωστή σε όλον τον κόσμο, υπήρξε ένας κατά συρροή δολοφόνος που επί 12 χρόνια δρούσε εκεί ανενόχλητος.

Από το 1978 και για δώδεκα χρόνια, γύρω από το Ροστόφ, μια πόλη στις εκβολές του ποταμού Ντον στη Μαύρη θάλασσα, εμφανίζονταν πτώματα παιδιών, εφήβων, νεαρών γυναικών και αντρών που ήταν θύματα βάναυσης δολοφονίας, είχαν κατακρεουργηθεί. Οι Αστυνομικές Αρχές της Σοβιετικής Ένωσης θεωρώντας το έγκλημα καπιταλιστικό φαινόμενο και βάζοντας την ιδεολογία πάνω από τη δημόσια ασφάλεια, σπάνια επέτρεπαν τη δημοσίευση τέτοιων ειδήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν οι κάτοικοι του Ροστόφ να μην έχουν καμιά προειδοποίηση ότι ανάμεσά τους κυκλοφορούσε ένας σίριαλ κίλερ, ένας κατά συρροή δολοφόνος που δρούσε ανενόχλητος, έως το 1990 – όταν πια τα αδέσμευτα μέσα ενημέρωσης επί εποχής Γκορμπατσόφ και «διαφάνειας» («γκλάσνοστ») άσκησαν μεγάλη πίεση στις αστυνομικές αρχές να πιάσουν τον δολοφόνο και αυτός συνελήφθη. Ήταν ο 54χρονος Αντρέι Τσικατίλο. Σύζυγος, πατέρας, παππούς και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ο Αντρέι Τσικατίλο είχε γεννηθεί το 1936 στην Ουκρανία, την εποχή του λιμού που είχε προκληθεί όταν ο Στάλιν επέβαλε την κολεκτιβοποίηση της γεωργίας. Οι γονείς του Τσικατίλο δούλευαν σαν αγρότες χωρίς αμοιβή και ζούσαν σε καλύβα ενός δωματίου. Τους είχε παραχωρηθεί ένα χωράφι πίσω από την καλύβα που μπορούσαν να καλλιεργούν. Ο Τσικατίλο έλεγε ότι δεν είχε φάει ψωμί μέχρι την ηλικία των 12 ετών, ενώ συχνά ξεγελούσε την πείνα του μασουλώντας φύλλα και χόρτα, όπως όλη η οικογένεια. Η μητέρα του, σε όλη την παιδική του ηλικία, ανέφερε έναν μεγαλύτερο αδερφό του που πέθανε και στη συνέχεια έπεσε θύμα κανιβαλισμού από τους γείτονες – ιστορία που τρόμαζε τον Αντρέι, αλλά δεν έχει επαληθευτεί. Τα παιδικά χρόνια στη μνήμη του ήταν συνυφασμένα με φτώχεια, πείνα και πόλεμο.

Όσο ο πατέρας του έλειπε (είχε καταταγεί στον στρατό το 1941, πολεμούσε στο μέτωπο κι αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς) ο Τσικατίλο κοιμόταν στο κρεβάτι της μητέρας του. Η νυχτερινή ενούρησή του έως την εφηβεία (ένα από τα γνωρίσματα των σίριαλ κίλερ) εξόργιζε τη μητέρα του, που τον έδερνε και τον πρόσβαλε. Το 1942 η μητέρα του γέννησε ένα κοριτσάκι που ονόμασε Τατιάνα. Δεδομένης της απουσίας του πατέρα από το ’41 και των συχνών βιασμών γυναικών από Γερμανούς στρατιώτες, εικάζεται ότι η Τατιάνα ήταν καρπός βιασμού της μητέρας του από Γερμανό στρατιώτη. Κι αφού ο μικρός Τσικατίλο και η μητέρα του μοιράζονταν καλύβα ενός δωματίου, είναι πολύ πιθανό να υπήρξε μάρτυρας αυτού του βιασμού.

Σαν παιδί, ήταν αδύνατος και συνεσταλμένος στο σχολείο. Οι συνομήλικοι τον κορόιδευαν και εκείνος για να τονώσει την αυτοπεποίθησή του κατέφευγε στα βιβλία του. Η πολύωρη μελέτη λογοτεχνίας και φιλολογίας γινόταν δεκτή με επαίνους από τους δασκάλους του που τον θεωρούσαν άριστο μαθητή.

Στην εφηβεία ήταν υποδειγματικός μαθητής και ενθουσιώδης κομμουνιστής. Ανακάλυψε επίσης ότι ήταν και σεξουαλικά ανίκανος – πράγμα έκανε ακόμη μεγαλύτερο το μίσος για τον εαυτό του. Η οδυνηρή ντροπαλοσύνη του απέκλειε  την επαφή με τις γυναίκες. Η μόνη σεξουαλική του εμπειρία ήταν στα 17 του χρόνια, όταν ρίχτηκε σε μια 11χρονη φίλη της αδερφής του και εκσπερμάτωσε επάνω της αμέσως, γεγονός που χρωμάτισε όλες τις μελλοντικές του σεξουαλικές εμπειρίες. Τον έκανε να συνδέσει το σεξ με τη βία. 

Μετά το λύκειο, έκανε αίτηση για υποτροφία στο κρατικό πανεπιστήμιο της Μόσχας, αλλά παρά τους καλούς βαθμούς στις εισαγωγικές εξετάσεις, δεν έγινε δεκτός για φοίτηση, γεγονός που απέδωσε στον στιγματισμό του πατέρα του ως προδότη – το Κόμμα τον χαρακτήριζε έτσι, επειδή «επέτρεψε» να αιχμαλωτισθεί από τους Γερμανούς. Φοίτησε τελικά σε μια τεχνική σχολή κι έγινε μηχανικός επικοινωνιών. Έκανε τη στρατιωτική του θητεία υπηρετώντας πρώτα ως συνοριοφύλακας στην Κεντρική Ασία και μετά σε μονάδα επικοινωνίας της Κα Γκε Μπε στο Ανατολικό Βερολίνο. Η άψογη συμπεριφορά του τον έκανε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος λίγο πριν τελειώσει τη θητεία του.

Το 1960 μετακόμισε στο Ροστόφ κι εργαζόταν ως μηχανικός επικοινωνιών. Η αδερφή του ανησυχώντας για την έλλειψη επιτυχίας του στο άλλο φύλο, του σύστησε μια ήσυχη ντόπια κοπέλα, τη Θεοδοσία, την οποία παντρεύτηκε το 1963. Η σεξουαλική ζωή του ζευγαριού ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και η Θεοδοσία σύντομα κατάλαβε ότι ο άντρας της δε μπορούσε να διατηρήσει στύση. Συμφώνησαν να συλλάβει σπρώχνοντας εκείνη το σπέρμα του στον κόλπο της. Έτσι, απέκτησαν μια κόρη το 1965 κι έναν γιο το 1969.

Το 1971 άλλαξε επαγγελματική πορεία (σπούδασε δι’ αλληλογραφίας ρωσική λογοτεχνία και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Ροστόφ) και εργάστηκε ως δάσκαλος, αλλά μια σειρά από καταγγελίες για άσεμνες επιθέσεις σε μικρά παιδιά τον ανάγκασαν να μετακομίζει από το σχολείο στο σχολείο και τελικά το 1981 έγινε υπάλληλος προμηθειών σε ένα εργοστάσιο δομικών υλικών στο Ροστόφ. Η δουλειά του απαιτούσε να ταξιδεύει πολύ στη χώρα για αγορές και διαπραγματεύσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 1978 διαπράττει τον πρώτο φόνο. Δελεάζει ένα 9χρονο κορίτσι με μια τσιχλόφουσκα (δυσεύρετο και περιζήτητο είδος στη Σοβιετική Ένωση), το μαχαιρώνει και πετάει το πτώμα στο ποτάμι, όπου βρέθηκε δυο ημέρες μετά. Παρά τις μαρτυρίες που συνδέουν τον Τσικατίλο με τον φόνο, συλλαμβάνεται ένας νέος άντρας που στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για βιασμό. Ο άντρας τελικά κρίνεται ένοχος και εκτελείται, ενώ ο Τσικατίλο συνεχίζει να σκοτώνει. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1983 ήταν τέσσερα τα θύματα που είχαν συνδεθεί με έναν δολοφόνο. Συγκροτείται μια ομάδα 10 ερευνητών, η «Επιχείρηση Δασικό Μονοπάτι», επιφορτισμένη με την επίλυση των υποθέσεων. Τον Ιούνιο του 1983 ο Τσικατίλο σκοτώνει ένα 15χρονο κορίτσι και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983 προσθέτει άλλα πέντε θύματα.

Η συσσώρευση πτωμάτων με τόσες ομοιότητες στα τραύματα ανάγκασε τις σοβιετικές αρχές να αναγνωρίσουν την ύπαρξη ενός κατά συρροή δολοφόνου. Αρχικά, με δεδομένη την αγριότητα των δολοφονιών και την ακρίβεια αφαίρεσης των ματιών και των σπλάχνων από τα σώματα των θυμάτων, η αστυνομία θεωρούσε ότι ήταν έργο ομάδας που πωλούσε τα όργανα για μεταμοσχεύσεις ή ομάδας σατανιστών ή ενός ψυχικά άρρωστου ατόμου. Υπήρχε η θεωρία ότι ο δράστης είναι ομοφυλόφιλος ή παιδεραστής και μετά από πολύωρες και βάναυσες ανακρίσεις, τρεις ομοφυλόφιλοι αυτοκτόνησαν, ενώ χίλια άσχετα εγκλήματα επιλύθηκαν. Αλλά ενώ πολλοί ύποπτοι «ομολογούσαν», ο Τσικατίλο συνέχιζε να σκοτώνει, αποδεικνύοντας ψευδείς τις ομολογίες τους.

Στη διάρκεια του 1984 προστέθηκαν άλλα 15 θύματα. Τον Σεπτέμβριο του 1984, αστυνομικοί που φύλαγαν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, αντιλαμβάνονται τον Τσικατίλο που προσπαθούσε να προσεγγίσει νεαρά άτομα. Τον συνέλαβαν, τον ανέκριναν, αλλά η ομάδα αίματός του δεν ήταν ίδια με την ομάδα σπέρματος που είχε συλλεχθεί από τα θύματα (είναι μια σπάνια περίπτωση ο Τσικατίλο, ως προς αυτή τη διαφορά) και αφέθηκε ελεύθερος. Εξάλλου, ήταν παντρεμένος, παππούς και μέλος του Κόμματος. Έως τον Αύγουστο του 1985 είχε σκοτώσει άλλες δυο γυναίκες.

Η αστυνομία, με τη βοήθεια ψυχιάτρου, χαρακτηρίζει τον δολοφόνο σαδιστή που ικανοποιείται σεξουαλικά προκαλώντας πόνο και θάνατο στους άλλους. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο ψυχίατρος τοποθετεί την ηλικία του δολοφόνου μεταξύ 45-50. Συμπτωματικά, οι δολοφονίες τότε σταματούν (οι αρχές κρίνουν ότι ο δολοφόνος ίσως φυλακίστηκε για κάποιο άλλο έγκλημα ή πέθανε). Αλλά από το 1988 ο Τσικατίλο συνέχισε να σκοτώνει κι ως το 1990 προστίθενται άλλα 19 θύματα. Τα μέσα ενημέρωσης της εποχής του Γκορμπατσόφ ασκούν τεράστια πίεση στην Αστυνομία κι έτσι οι περιπολίες αυξάνονται. Ο Τσικατίλο απέφυγε τη σύλληψη σε μερικές περιπτώσεις, αλλά στις 6 Νοεμβρίου 1990 οι αστυνομικοί παρατήρησαν την ύποπτη συμπεριφορά του και πήραν τα στοιχεία του. Το όνομά του συνδέθηκε με την προηγούμενη σύλληψή του το 1984 και τέθηκε υπό παρακολούθηση. Τελικά στις 20 Νοεμβρίου 1990 ο Αντρέι Τσικατίλο συνελήφθη. Αρνιόταν να ομολογήσει οποιοδήποτε έγκλημα, ώσπου τον πλησίασε ο ψυχίατρος Μπουχανόφσκι που είχε κάνει το αρχικό του προφίλ και «ήθελε να μελετήσει επιστημονικά το μυαλό ενός δολοφόνου». Κολακευμένος ο Τσικατίλο, άρχισε να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τους φόνους και οδήγησε την αστυνομία σε πτώματα που δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη. Ισχυρίστηκε ότι είχε διαπράξει 56 δολοφονίες, αν και μόνο 53 ήταν δυνατόν να επαληθευτούν.

Η δίκη του άρχισε τις 14 Απριλίου 1993. Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα ήταν συγκλονιστική. Στη μια μεριά, ο Τσικατίλο μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί, με ξυρισμένο κεφάλι για να μην πιάνει ψείρες και ένα πουκάμισο που του είχε δοθεί στη φυλακή (σουβενίρ από τους Ολυμπιακούς Αγώνες), άλλοτε βαριεστημένος κι άλλοτε σαν μανιακός να λέει ασυναρτησίες. Στην υπόλοιπη αίθουσα οι συγγενείς των θυμάτων που έκλαιγαν, θρηνούσαν, ούρλιαζαν, λιποθυμούσαν.

Τον Οκτώβριο κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε θάνατο. Στις 14 Φεβρουαρίου 1994 στρατιώτες τον οδήγησαν σε ένα ηχομονωμένο κελί και τον θανάτωσαν με έναν πυροβολισμό πίσω από το δεξιό αφτί.

Η υπόθεση των δολοφονιών του Τσικατίλο υπήρξε υλικό πολλών βιβλίων και ταινιών. Η ταινία «Πολίτης Χ» του 1995, με τους Στίβεν Ρία, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Μαξ Φον Σίντοφ, επικεντρώνεται στην άρνηση της σοβιετικής κυβέρνησης να αναγνωρίσει την ύπαρξη σίριαλ κίλερ στην ΕΣΣΔ μέχρι την περεστρόικα.

Η ταινία «Child 44» του 2015, βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τομ Ρομπ Σμιθ. Πρωταγωνιστούν ο Τομ Χάρντι και ο Γκάρι Όλντμαν.

Πηγή athensvoice.gr/