URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Μιχάλης Κακογιάννης …όπως λέμε μύθος

Μιχάλης Κακογιάννης …όπως λέμε μύθος

Έζησε µυθικά χρόνια, γνωρίζοντας τη µεγαλύτερη επιτυχία, που γνώρισε ποτέ Έλληνας σκηνοθέτης στο εξωτερικό. Ο Μιχάλης Κακογιάννης µε τη θρυλική ταινία του «Ζορµπάς» , µαζί µε τον Αριστοτέλη Ωνάση ήταν οι δύο προσωπικότητες που τη δεκαετία του ‘60 τοποθέτησαν την Ελλάδα στα πρωτοσέλιδα του Νέου Κόσµου. ∆ύο χρόνια µετά τον θάνατο του, το Vantage επαναφέρει την συνέντευξη που έδωσε στο σπίτι του, στην Αθήνα, στη Μαρία Χαραλάµπους ένα χρόνο πριν φύγει από τη ζωή.

Kαθώς ανέβαινα µε το ταξί, κατευθυνόµενη προς το λόφο Φιλοπάππου και την οδό Μουσών, σ’ ένα από τα πιο θερµά πρωινά του Αυγούστου  προσπαθούσα να αποβάλω το άγχος µου. Θα συναντούσα το µεγαλύτερο Κύπριο σκηνοθέτη ο οποίος γνώρισε αµέτρητες δόξες και έζησε τόσο έντονα, όσο ακριβώς οι χαρακτήρες στις ταινίες του. Κάθε ερώτηση που είχα προετοιµάσει στο µυαλό µου φαινόταν λίγη. Από τι να πρωτοπιαστείς; Από τις εµπειρίες του στο Χόλυγουντ; Από τα ιερά τέρατα που προσπάθησε να «δαµάσει» κινηµατογραφικά; Από την παιδική του ζωή στη Λεµεσό; Από τον άθλο του να µεταφέρει τον ελληνικό κινηµατογράφο στα πέρατα της γης; Τελικά αποδείχθηκε αυτό που λένε. Όσο µεγάλη προσωπικότητα και να είσαι σηµασία είναι να είσαι χορτάτος άνθρωπος, να απορροφάς µε ζήλο κάθε σου εµπειρία. Και ο Μιχάλης Κακογιάννης είναι απλός, καταδεκτικός σε κοιτάει µέσα στα µάτια και τα µάτια του λένε αυτό και µόνο: “Εζησα”!

ΖΩΗ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Το µόνο που θεωρώ ενδιαφέρον στη ζωή µου είναι η απροσδόκητη εξέλιξη που µπορεί να έχει η ζωή ενός ανθρώπου που ξεκινάει από µια µικρή επαρχιακή πόλη, όπως η Λεµεσός, και ξαφνικά βρίσκεται στο Χόλυγουντ καλεσµένος σε σπίτια κορυφαίων σκηνοθετών και ηθοποιών. Όταν τα ζεις εκείνη τη στιγµή σου φαίνονται φυσιολογικά. Όµως, όταν τα βλέπεις αναδροµικά λες: «Στ’ αλήθεια έζησα εγώ όλα αυτά»;  Έχω ζήσει στιγµές, που δε θα µπορούσα ποτέ να ονειρευτώ. Συνεργάστηκα και συνδέθηκα φιλικά µε πρόσωπα, που ανήκουν πια στην ιστορία του 20ού αιώνα, χωρίς να έχω ποτέ στο πίσω µέρος του µυαλού µου την προσωπική µου αναρρίχηση. Ούτε βέβαια θαµπώθηκα από την πολυτέλεια της λεγόµενης “υψηλής κοινωνίας.”

1922: ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑ

Για να πάρουµε τα πράγµατα από την αρχή, γεννήθηκα στη Λεµεσό στις 11 Ιουνίου 1922, µια σχετικά µικρή πόλη. Η οικογένεια µου άνηκε στην αστική τάξη. Εκείνο τον καιρό, θυµάµαι, λόγω της Αγγλοκρατίας που επικρατούσε κάναµε παρέα µε  αρκετά παιδιά αγγλικών οικογενειών. Ζούσαµε τότε στο επάνω όροφο µιας διπλοκατοικίας. Ο πατέρας µου, Παναγιώτης Κακογιάννης ο οποίος ήταν τότε γνωστός ποινικολόγος της πόλης, δε συµµετείχε πολύ στα οικογενειακά. Ήµασταν όµως µια πολύ δεµένη οικογένεια.  Η µητέρα µου, Αγγελική, ήταν µια αγκαλιά για όλους. Στο σπίτι µας υπήρχαν δυο υπηρέτριες, που µας φρόντιζαν. Ο πατέρας θυµάµαι κέρδιζε αρκετά χρήµατα αλλά οι γονείς µου ήταν σπάταλοι , τα  ξόδευαν όλα. Ήµουν το δεύτερο παιδί τους. Πριν από εµένα γεννήθηκε η Στέλλα, µετέπειτα Σουλιώτη. Η Γιαννουλα, µετέπειτα Γουέικφιλτ, και ο Γιώργος ήταν τα µικρότερα αδέλφια µου.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ

Το σπίτι όπου γεννήθηκα, κοντά στην Αγίου Ανδρέου, είχε ένα ταρατσάκι στο οποίο όταν έβγαινες κοιτούσες απέναντι ένα υπαίθριο σινεµά. Από τα πρώτα µου χρόνια θυµάµαι ότι µου είχαν µείνει αποτυπωµένες στο µυαλό οι γρήγορα εναλλασσόµενες εικόνες του κινηµατογράφου! Μικρός τότε, µπορεί να µην ξεχώριζα και να µην καταλάµβαινα τί έβλεπα αλλά οι εικόνες µου έµειναν χαραγµένες στο µυαλό. Εκεί νοµίζω ότι µπήκε ο σπόρος! Στο ίδιο ταρατσάκι λοιπόν, έκανα και τις πρώτες µου σκηνοθετικές απόπειρες. Ήταν το τέλειο σκηνικό καθώς επικοινωνούσε µε την τραπεζαρία και έτσι οι κουρτίνες της µπαλκονόπορτας διαµόρφωναν το όλο σκηνικό. «Συµπρωταγωνίστριες», µου  φυσικά, οι αδελφές µου. Όσο για τα έργα που ανεβάζαµε, τα οποία έγραφα εγώ, πολλά είχαν σατιρικό χαρακτήρα µε αποδέκτες τις φιλενάδες της µητέρας µου µε τις οποίες έπαιζε χαρτιά. Ήταν όλες κυρίες της καλής κοινωνίας και µε αγαπούσαν, γιατί ήµουν ένα δροσερό παιδί που δε δίσταζε να τους µιλάει µε περισσή οικειότητα. Η µάνα µου αντιµετώπιζε τις θεατρικές µου απόπειρες µε χαµόγελο, διασκεδάζοντας. Ο πατέρας µου ήταν λίγο ανήσυχος ως προς τις καλλιτεχνικές µου τάσεις, τις οποίες δεν ενθάρρυνε καθόλου γιατί δεν ήθελε να αναπτυχθεί η καλλιτεχνική φλόγα που είχα µέσα µου.   

∆ΙΑ∆ΡΑΣΤΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ!

Παρ’ όλες τις ανησυχίες του πατέρα µου, εγώ έβρισκα στα κλεφτά ευκαιρίες όποτε φιλοξενούσαµε κόσµο από το εξωτερικό να πήγαινω µαζί τους τα βράδια κινηµατογράφο. Θυµάµαι υπήρχε τότε το Μαξίµ. Μια απίστευτα αστεία ιστορία, την οποία περιγράφω και στη βιογραφία µου, συνέβη σε µια από τις πρώτες ταινίες που είδα. Ήταν θυµάµαι µια γαλλική και αρκετά ροµαντική ταινία. Ο ήχος στην αίθουσα όµως ήταν πολύ κακός και δεν καταλαβαίναµε τίποτα. Έτσι όταν κάποια στιγµή ένας από τους ηθοποιούς είπε “bonjour”, µια επιτέλους ευδιάκριτη λέξη, σύσσωµο το κοινό απάντησε επίσης µε ένα ηχηρό bonjour! Θέατρο βλέπαµε το καλοκαίρι, όταν επισκέπτονταν την Κύπρο περιοδεύοντες θίασοι από την Ελλάδα.

Η ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ BBC

Ο πατέρας µου ήθελε να γίνω δικηγόρος και αυτό σπούδασα. Έτσι λοιπόν  το ταξίδι µου στην Αγγλία στα δεκαοκτώ µου χρόνια ήταν προδιαγεγραµµένο. Στο πανεπιστήµιο είχα γνωρίσει και τη Χρυσάνθη Κληρίδη, την αδελφή του Γλαύκου, µε την οποία γίναµε αχώριστοι. Σπούδαζε και αυτή νοµικά αλλά µ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Την ενδιέφερε η ιστορία αλλά από νόµους τίποτα. Ούτε εµένα µ’ ενδιέφεραν πολύ τα νοµικά, αλλά ήµουν αποφασισµένος ότι έπρεπε να τα δαµάσω. Εννοείται πως τέλειωσα τη νοµική , αφού δε συνηθίζω να κάνω µισές δουλειές, µε κόλπα βέβαια,αλλά, όπως πάντα, αρίστευα. Ο Β’ παγκόσµιος πόλεµος εµένα προσωπικά  µε λύτρωσε. Αν δεν είχα αποκλειστεί στο Λονδίνο και δεν είχα εργαστεί στο BBC, µε αποτέλεσµα την οικονοµική µου ανεξαρτησία, θα είχα επιστρέψει στην Κύπρο και θα είχα κάνει πιθανότατα καριέρα δικηγόρου. Όταν βέβαια επέστρεψα στην Κύπρο παρέδωσα το δίπλωµα µου στον πατέρα µου προκειµένου να το κρεµάσει στο γραφείο του ως ντεκόρ.Ο ίδιος µου απάντησε ότι θα ερχόταν η στιγµή που θα κτυπούσα την πόρτα του απένταρος  και αποτυχηµένος καλλιτέχνης και βεβαίως αυτή η πόρτα θα ήταν πάντα ανοικτή. Πάντα θεωρούσε ότι κυριαρχούσε πάνω µου.  Μια φορά, µάλιστα, συγκρουστήκαµε όταν τον ρώτησα πόσα χρήµατα είχε βγάλει συνολικά στη ζωή του. Όταν του είπα ότι εγώ σ΄ ένα χρόνο λόγω του “Ζορµπά” είχα βγάλει περισσότερα, έγινε θηρίο.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

Κατά την εποχή που ήµουν στο Λονδίνο, το 1946,  πήρα µαθήµατα σκηνοθεσίας στη σχολή Ολν Βικ. ∆εν ήταν κάτι που ήταν στο µυαλό µου από πάντα. Μην ακούτε που λένε ότι γεννήθηκα σκηνοθέτης. Την τότε εποχή γινόσουν πρώτα ηθοποιός και από εκεί ήταν το σκαλοπάτι για να γίνεις σκηνοθέτης. Είχα γεννηθεί καλλιτέχνης ηθοποιός. Έκανα µια µικρή καριέρα ηθοποιού στην Αγγλία αλλά αυτό έληξε σύντοµα. Η πρώτη µου ταινία ήταν το “Κυριακάτικο Ξύπνηµα” µε την Έλλη Λαµπέτη και το ∆ηµήτρη Χόρν και µε αυτή έµαθα να κάνω κινηµατογράφο. Τα γυρίσµατα έγιναν σε Ελλάδα και Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο δε, είχα και διάφορα βάσανα , διότι η Έλλη και ο Τάκης είχαν σχέση, στην αρχή κρυφά αλλά στη συνέχεια µου το οµολόγησαν. Τους είχα βέβαια διευκρινίσει ότι όταν γυρίζεις µια ταινία απαγορεύεται να αλλάζεις τη φυσική σου εµφάνιση από µέρα σε µέρα. Οι δύο τους συνέχισαν να έρχονται στο γύρισµα εκείνος νυσταγµένος και εκείνη «µαραµένη». Τότε συµφώνησαν ότι έπρεπε να ληφθούν δραστικά µέτρα , και έτσι πήγα να µείνω στο ξενοδοχείο που έµεναν σε δύο σουίτες, οι οποίες συγκοινωνούσαν µεταξύ τους µε κάποιο τρόπο. Κοιµήθηκα στη σουίτα της  Έλλης και στο κρεβάτι της που ήταν τεράστιο. Αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε σωτηρία, αφού το πρώτο βράδυ που έπεσα και κοιµήθηκα, ξύπνησα ακούγοντας τους δίπλα να κάνουν έρωτα.  Η Έλλη ήταν απίστευτα γοητευτική. Ήµουν και εγώ ερωτευµένος µαζί της, αλλά δεν µπορούσα να το σκεφτώ γιατί ο Τάκης ήταν φίλος µου και µ’ εµπιστευόταν.

ΜΕΛΙΝΑ Η ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΗ

Ήταν µάγισσα η Μελίνα, σε γοήτευε µε τη ζωντάνια της. Όταν τη γνώρισα φορούσε µια πλεκτή κόκκινη σκούφια που πλαισίωνε δύο τεράστια καστανόχρυσα µάτια. Την ήθελα για την ταινία «Στέλλα» που θα ανέβαζα µετά την επιτυχία του “Κυριακάτικου Ξυπνήµατος.” Ο Φιλοποίµην Φίνος έλεγε γι’ αυτήν πως µε το στόµα που είχε δεν µπορούσε να κάνει καριέρα. Ε αυτό το στόµα, εγώ το εκµεταλλεύτηκα απόλυτα. Της έλεγα: «Οταν γελάς, άνοιξε το σαν να θέλεις να ρουφήξεις τον κόσµο όλο». Τα υπόλοιπα της συγκεκριµένης ταινίας λίγο πολύ είναι γνωστά: πήγε στις Κάννες, όπου έγινε σάλος και η Μελίνα παρά λίγο να πάρει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου, αλλά η πρωταγωνίστρια µου πάνω στον ενθουσιασµό της κέρασε τη ρωσική αντιπροσωπεία άφθονες βότκες και οι Γάλλοι έγιναν έξω φρενών! Έκανε θραύση, όµως και τότε ήταν που γνώρισε και τον Ντασέν.

 ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥ∆Ι ΚΑΙ Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Στη Στέλλα χρησιµοποίησα πολύ τις πενιές. Ο Τσιτσάνης, που εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόµη τόσο σεβαστός όσο έγινε στη συνέχεια, την επένδυσε συνολικά. Όταν τελειώσαµε την ταινία, µε έπιασε και µου είπε ότι ναι µεν ήταν δικοί µου οι στίχοι για το «Αγάπη που’ γινες δίκοπο µαχαίρι», όµως η µουσική δεν ήταν ακριβώς του Χατζιδάκι, αλλά βασισµένη σε δικό του τραγούδι. Μου λέει λοιπόν ο Τσιτσάνης: « Ξέρω πως η Κολούµπια θα βγάλει δίσκο, κι επειδή εγώ δεν µπορώ να διεκδικήσω από τον κύριο Μάνο τη µουσική , το µόνο που µου µένει είναι οι στίχοι. Αν θέλετε µου τους παραχωρείτε ώστε να γράφει στο δίσκο Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις  και στίχοι Βασίλης Τσιτσάνης;  Τον ρώτησα αν τα τραγούδια αφήνουν χρήµατα και µου απάντησε : «Μπα, πενταροδεκάρες». Φυσικά είναι γνωστή η επιτυχία του συγκεκριµένου τραγουδιού και τα λεφτά που απεκόµισε ο Τσιτσάνης από τα δικαιώµατα αρκετά. Όταν όµως πήγα να διεκδικήσω το δίκιο µου µε αποκάλεσε “µίζερο”!  

Η ΒΡΑ∆ΙΑ ΤΩΝ ΟΣΚΑΡ

Με το µαχαίρι στο λαιµό, αν ήµουν υποχρεωµένος να κρατήσω µια από τις ταινίες µου, αυτή θα ήταν ο “Ζορµπάς.” Είναι κολοσσιαία , µε µοναδικές ερµηνείες από τους Άντονι Κουίν, Λίλα Κέντροβα, Άλαν Μπέιτς αλλά και από την Ειρήνη Παπά και το Σωτήρη Μουστάκα, ο οποίος ήταν πραγµατικά υπέροχος στο ρόλο του τρελού του χωριού.Ο “Ζορµπάς” ήταν υποψήφιος για επτά Όσκαρ. Και εγώ στις κατηγορίες καλύτερης ταινίας,, σκηνοθεσίας και παραγωγής. Βρισκόµουν στη Νέα Υόρκη και αποφάσισα να µην παραστώ στη βραδιά των Όσκαρς. Σκέφτηκα πως αν έπαιρνα το ‘Οσκαρ, θα το γλεντούσα µε τους φίλους µου. Αν όχι, δεν είχα την παραµικρή διάθεση να φάω τη χυλόπιτα κάτω απ’ όλους τους προβολείς. ‘Ήξερα όµως πως δεν επρόκειτο να βραβευτώ, γιατί υποψήφιος εκείνη τη χρονιά ήταν και ο Τζορτζ Κιούκορ, που δεν είχε πάρει Όσκαρ µέχρι τότε, µε το “Ωραία µου Κυρία” (Μy Fair Lady).Και επιπλέον δε θεωρούσα ότι τα Όσκαρ δίνονταν πάντα σ’ αυτούς που τα άξιζαν. ∆εν είχα ποτέ όµως καλή σχέση µε τα βραβεία, αν και πήρα πάρα πολλά. Τελικά, ο “Ζορµπάς” πήρε τρία αγαλµατίδια, ένα ο διευθυντής φωτογραφίας Λάσαλι , Όσκαρ δευτέρου γυναικείου ρόλου για την Κέντροβα και ένα ο Βασίλης Φωτόπουλος που είχε κάνει τα σκηνικά και τα κοστούµια.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ 

Κατά τη διάρκεια των γυρισµάτων του “Ζορµπά” είχα αρκετές συγκρούσεις µε τον Άντονι Κουίν. Με είχαν από την αρχή προειδοποιήσει πως επιχειρούσε να διευθύνει τους σκηνοθέτες, ενώ ήταν καταπιεστικός προς τους συνεργάτες του. Υπήρξε κάποια στιγµή που παραλίγο να πιαστώ στα χέρια µαζί του. ∆εν εννοούσε να µάθει να χορεύει το περίφηµο συρτάκι , παρόλο που του είχαµε φέρει και δάσκαλο. Ανέβαλλε συνεχώς την πρόβα του , ώσπου ένα βράδυ ενώ είχε συµφωνήσει να κάνει πρόβα αρνήθηκε για πολλοστή φορά. Του είπα έξαλλος: «Πάµε έξω» και αυτός µου απάντησε: «∆εν σηκώνεις κανένα αστείο;» Πάντως µέχρι το τέλος δεν έµαθε να χορεύει , ασχέτως αν το κλέβουµε στην ταινία.

ΤΟ ΥΠΕΡΤΙΜΗΜΕΝΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ

Μετά την επιτυχία του “Ζορµπά”, είχα προσφορές από Αµερικάνους διευθυντές µεγάλων εταιρειών για πολλά εκατοµµύρια δολάρια προσωπικό µισθό και τις απέρριψα όλες. Ήθελα να δείξω πως δεν µε εντυπωσιάζουν τα λεφτά. ∆εν ήταν πως είχα ξιπαστεί. Απλώς, είχα καταλάβει πως γράφοντας εγώ τα σενάρια είχα µεγαλύτερη επιτυχία απ’ ότι ενδεχοµένως σκηνοθετώντας απλώς µια ταινία. Κι ύστερα στην Αµερική λένε πως είσαι τόσο καλός, όσο και η τελευταία σου ταινία. ∆ε σου δίνουν το δικαίωµα στην αποτυχία την ίδια στιγµή που σου υποβάλλουν τις ταινίες που θέλουν αυτοί.Κι όχι µόνο. Εγώ προσωπικά απέρριψα τη ζωή στο Χόλυγουντ γιατί δεν την άντεχα. ∆εν υπάρχει ζωή στο Χόλυγουντ. Εκεί οι άνθρωποι ζουν, κυνηγώντας το χρήµα και την αναγνωρισιµότητα.  Το Λος Άντζελες είναι µια βαλσαµωµένη πόλη. Αρχικά σε θαµπώνει, αλλά στο τέλος τρέχεις να εγκαταλείψεις προτού πάθεις κατάθλιψη. Με αναζήτησε και η Λιζ Τέιλορ προτείνοντας µου να σκηνοθετήσω γι’ αυτήν τις «Ανταύγιες». Ήξερα ότι είχε τη φήµη της δύστροπης σταρ. Της είπα ότι ο ρόλος δεν της πήγαινε , ότι θα καταλήγαµε να τσακωθούµε, κι ότι ανάµεσα στους δύο µας το στούντιο θα προτιµούσε να απολύσει εµένα.

Η ΧΟΥΝΤΑ , Ο ΩΝΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΤΖΑΚΙ

Την επταετία 1987-74 µετά και από τα τραγικά γεγονότα της 21ης Απριλίου αποφάσισα να αυτοεξοριστώ. Είχα φυσικά και τους λόγους µου να µένω µακριά από την Ελλάδα, καθώς ήµουν από τους πρώτους που µίλησε εναντίον της Χούντας. ∆ε θα ξεχάσω ποτέ την µέρα που έµαθα για το πραξικόπηµα των συνταγµαταρχών. Βρισκόµουν στο Παρίσι και καθώς έµαθα τα δυσάρεστα βγήκα ανάστατος έξω από το ξενοδοχείο που έµενα και έπεσα πάνω στον Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος διέµενε επίσης εκεί. ∆εν έχασα λεπτό και του είπα ότι ήταν ο µόνος που µπορούσε να ταρακουνήσει τους συνταγµατάρχες. Αυτός µε ρωτάει πώς; Και του απαντώ: «Αποσύροντας όλα τα αεροπλάνα από την Ελλάδα». Άρχισε να το σκέφτεται για λίγα δευτερόλεπτα και µου απαντά: «Εύκολο το’ χεις;» Όταν αργότερα µετακόµισα στην Αµερική συναντήθηκα µε τη Μελίνα η οποία µεταλλάχθηκε! Ήταν µάχιµη, κατέβαινε στους δρόµους της Αµερικής και διαδήλωνε  εναντίον της Χούντας. Πρόεδρος εκείνο τον καιρό ήταν ο Λίντον Τζόνσον. Η οικογένεια Κένεντι ήταν αντιχουντική και τα µέλη της δεν έχαναν την ευκαιρία να το δηλώνουν, τόσο ο Έντουαρντ όσο και ο Μπόµπι. Με την οικογένεια ήρθα σε επαφή µέσω της Τζάκι, µε την οποία γνωρίστηκα τυχαία, σ’ ένα ασανσέρ. Ήξερε τ’ όνοµα µου από τον κινηµατογράφο και χάρηκε που γνωριστήκαµε δια ζώσης. Αργότερα βλεπόµασταν συχνά.  Ένα βράδυ στη Νέα Υόρκη έτυχε να βγούµε παρέα ο Ωνάσης, η Τζάκι, η Ειρήνη Παπά και εγώ. Πήγαµε στο El Morocco και εκεί γνώρισα µια από τις πλουσιότερες γυναίκες του κόσµου, την Ντόρις Ντιουκ, κληρονόµο των καταστηµάτων Woolworth. H Τζάκι βέβαια, πάντα εντυπωσιαζόταν από τα πολλά λεφτά. Μου είχε γνωρίσει µυθικά πλούσιους φίλους της. Τόσο αυτή, όσο και η αδελφή της είχαν µεγαλώσει σε εκλεκτό κύκλο στην Αµερική αλλά ποτέ δεν είχαν πολλά µέσα και η µητέρα τους αγωνιζόταν να τις καλοπαντρέψει.

ΑΤΤΙΛΑΣ ’74, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩ∆ΙΑ

Μόλις έµαθα για την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο πήρα για «όπλο» µου την κάµερα και κατέβηκα στο νησί µου. Μέχρι τότε έµενα στην Ιρλανδία. Την καθοδήγησή µου την ανέλαβε η αδελφή µου Στέλλα Σουλιώτη που βρισκόταν τότε κοντά στους πρόσφυγες και τους έδινε κουράγιο. Αυτή µε πήγε στους καταυλισµούς. Εκείνες τις µέρες, θυµάµαι έζησα τη µεγαλύτερη τραγωδία, µεγαλύτερη και από αυτές που σκηνοθέτησα. Μίλησα µε δύο παιδιά που οι Τούρκοι είχαν ξεκληρίσει ολόκληρη την οικογένεια τους. Το ένα είχε κρυφτεί στο σπίτι και το άλλο ξέφυγε από την πόρτα της κουζίνας ενώ οι Τούρκοι έσφαζαν την οικογένειά τους.Mε ρώτησαν πολλοί πώς άντεξα σε µια από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας να συνεχίζω να κάνω ερωτήσεις στο ξανθό αγοράκι που , ενώ απαντούσε, έκλαιγε µε µαύρο δάκρυ. Ε, αυτή είναι και η κακή πλευρά του σκηνοθέτη. Όταν έχεις ένα αγγελούδι που κλαίει µε αναφιλητά λόγω της καταστροφής της πατρίδος του, ξέρεις ότι εκείνη την ώρα κορυφώνεις τη συγκίνηση του τηλεθεατή. Κορυφώνεις το δράµα.

Ο ΣΑΜΨΩΝ ΚΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΑΠΕΙΛΗ

Η αντιπαράθεσή µου τότε µε το Σαµψών, τον οποίο η Χούντα των Συνταγµαταρχών τον είχε επιβάλλει για λίγες µέρες ως πρόεδρο της ψευδοδηµοκρατίας, ήταν µια δυνατή στιγµή. Ο Τζακ Άντερσον είχε γράψει στη Washington Post πως ο Σαµψών ήταν πράκτορας των Αµερικάνων. Του το είπα, γνωρίζοντας πως η αντίδραση του θα ήταν οργισµένη. Όµως, η οργισµένη του αντίδραση δεν περίµενα ότι θα κατέληγε σε απειλή. Μου έδειξε το πιστόλι που είχε µπροστά του και µου είπε πως αν συνέχιζα , θα µε πυροβολούσε. Παρόλο που δεν είµαι ιδιαίτερα γενναίος , εν προκειµένω δε φοβήθηκα. Ήθελα απλά να κάνω τη δουλειά µου.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

∆εν παντρεύτηκα ποτέ, ασχέτως αν υπήρχαν πάντοτε κοπέλες δίπλα µου. Μ’ ερωτεύονταν συχνά, από την αρχή της καριέρας µου, όταν δούλευα ακόµη στο BBC. Ίσως η επιτυχία σε κάνει ερωτεύσιµο. Εγώ, ωστόσο, δεν ήµουν τολµηρός µαζί τους. Ίσως για λόγους ηθικής, δειλίας ή και αµφιβολίας για τις ερωτικές µου δυνατότητες. Σίγουρα, το οικογενειακό µου περιβάλλον της Κύπρου µε την ισχυρή προσωπικότητα του πατέρα µου έπαιξε το ρόλο του. Είχα, όµως, επιτυχηµένους δεσµούς που σε κάποια φάση έγιναν βραχνάς. Κι έτυχε µια-δύο φορές να µου αναγγείλουν πως έγινα πατέρας. Μπήκα στον πειρασµό να το ερευνήσω , ασχέτως αν δεν το έκανα αφού στις περιπτώσεις αυτές τύγχανε οι γυναίκες αυτές να είναι παντρεµένες. Και βέβαια δεν είδα ποτέ τον έρωτα ως εφαλτήριο για κοινωνική ανέλιξη. Θα είχα, ας πούµε, την ευκαιρία αυτή αν ενέδιδα στην αδελφή της Τζάκι, Λι την οποία έβλεπα απλώς ως φίλη. Η Λι ,όµως, επιχειρώντας να µε πλησιάσει περισσότερο µε φιλοξένησε κάποτε ένα Σαββατοκύριακο στο εξοχικό της έξω από το Λονδίνο. Ήταν και ο Νουρέγιεφ εκεί, αλλά τα πράγµατα στράβωσαν από την αρχή.Παίζοντας τένις έπαθα φοβερή κράµπα και ακινητοποιήθηκα όλο το Σαββατοκύριακο.

ΦΩΤΙΣΤΗΚΕ Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Μπορεί να είµαι Κύπριος-ως προς την καταγωγή-και να ανδρώθηκα στην Αγγλία, αλλά η Ελλάδα για µένα υπήρξε ιδέα. Μ’ αυτήν µεγάλωσα, λειτούργησα και πέτυχα. Από την Αγγλία πήρα την καλλιτεχνική µου παιδεία, η Ελλάδα όµως µε έκανε αυτόν που είµαι καλλιτεχνικά. Και τώρα ακόµη, απ΄ όλες τις χώρες του κόσµου προτιµώ να µένω εδώ. Κάθε βράδυ κάθοµαι στο µπαλκόνι µου και βλέπω την Ακρόπολη. Το σπίτι µου στο λόφο Φιλοππάπου το επέλεξα ειδικά, γιατί µπορούσα να δω την Ακρόπολη. Αµέσως µετά τη δικτατορία, εγκαταστάθηκα εδώ.  Ήταν όµως ξεκάθαρο πως ήταν αρκετά κακοφωτισµένη. Και τότε µου γεννήθηκε η ιδέα να φωνάξω τον Πιέρ Μπιντό να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αφού είχε φωτίσει µε µεγάλη επιτυχία και τον Πύργο του Άιφελ.

Ι∆ΡΥΜΑ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ: ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Εγώ πάλι κατάφερα να βγω στη σύνταξη στα … ογδόντα τέσσερα µου χρόνια αφού συνέχιζα να κάνω ταινίες ακόµη και λίγο πριν την ηλικία αυτή. Αλλά, πάλι δεν ησύχασα κάνοντας µια νέα αρχή µε το Ίδρυµα Κακογιάννη. Η ιδέα του συνέπεσε µε την ξαφνική αύξηση της περιουσίας µου όταν πούλησα τότε ένα κτήµα µε το εξοχικό µου σπίτι στην Κύπρο, σε µια περιοχή κοντά στο Πισσούρι. Ουσιαστικά είχα σχεδιάσει στο νου µου ένα πολυχώρο που θα εξυπηρετούσε τον κινηµατογράφο, το θέατρο, το χορό και τις εικαστικές τέχνες. Μια ερώτηση είναι γιατί δηµιούργησα το Ίδρυµα. Αυτή την ερώτηση την κάνω συχνά και στον εαυτό µου. Ίσως γιατί κάποτε φτάνεις σε µια ηλικία και νιώθεις πως δεν σου µένει και πολύς χρόνος και έτσι αντιµετωπίζεις διαφορετικά τα πράγµατα. Το Ίδρυµα Μιχάλης Κακογιάννης έγινε λοιπόν για να διατηρηθεί η υστεροφηµία µου. Από την άλλη, σκέφτοµαι πως και χωρίς αυτό το Ίδρυµα, η υστεροφηµία µου θα διατηρηθεί όσο υπάρχουν σκοτεινές αίθουσες και όσο υπάρχουν άνθρωποι που πάνε σινεµά.

Για την προσφορά και το έργο του, ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει τιµηθεί µε πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό. Έχει τιµηθεί µε τον Ταξιάρχη του Χρυσού Φοίνικα (Ελλάδα), τον Ταξιάρχη των Γραµµάτων και Τεχνών (Γαλλία), τον Μεγαλόσταυρο του Τάγµατος του Μακαρίου του Γ’ (Κύπρος) και το Special Grand Prix of the Americas (Μόντρεαλ). Έχει βραβευτεί από την Ακαδηµία Αθηνών για την προσφορά του στο έθνος, από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το συνολικό έργο του, για έργο ζωής στα Ιεροσόλυµα, για έργο ζωής από το American Hellenic Institute στην Ουάσιγκτον και στο Κάιρο. Έχει ανακηρυχθεί Επίτιµος ∆ηµότης στη Λεµεσό, στο Montpellier (Γαλλία) και στο Ντάλας (Η.Π.Α.) και έχει αναγορευθεί ∆ιδάκτωρ Τεχνών στο Columbia College (Η.Π.Α.), Επίτιµος ∆ιδάκτωρ στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, στο Πανεπιστήµιο Κύπρου καθώς και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης.

Zorba-the-Greek-Poster-7teo25zorba-the-greek-DI-3imk-troadeshepborn_cacoyannisCacoyannis375@MCF1354183272-0542969-www.nevsepic.com.uapianos-mecaniques-1965-07-gUntitled-5_109ce9cceb5cea4cf83ceb9cf84cf83ceaccebdceb727-5-2013-21208vima19650304