URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Η τέχνη του αμαξοποιού

Η τέχνη του αμαξοποιού

Λούκας Αβραάµ, ετών 68, Σπαθαρίκό Επαρχίας Αμμοχώστου

O ξυλουργός Λούκας Αβραάµ γυρίζοντας το χρόνο πίσω µπορεί να πει µε σιγουριά ότι το ξύλο «ρίζωσε» στην καρδιά του από την πρώτη επαφή.

Από την Αµµόχωστο στην Κέρκυρα και πάλι πίσω στην Κύπρο… Αυτό είναι το δροµολόγιο της ζωής του 68χρονου καλλιτέχνη-ξυλουργού Λούκα Αβραάµ, ο οποίος από τα δεκαπέντε του χρόνια µετέτρεψε την αγαπηµένη του ασχολία σε επάγγελµα, δίνοντας ξανά ζωή σε ξύλα, τα οποία έχει «αφήσει η φύση».

Στα χέρια του θα δεις µαζεµένη όλη την αγάπη, το πάθος και τη δουλειά που έχει κάνει για το ξύλο τα τελευταία πενήντα τρία χρόνια. Χέρια δυνατά, ταλαιπωρηµένα, αλλά ευλογηµένα µε µοναδικό ταλέντο στη δηµιουργία. Ο ίδιος θεωρεί σηµάδι όταν τον πήραν στη βάφτισή του µε καρότσα. «Ήταν η πρώτη µου επαφή µε τις άµαξες και µάλλον το πρώτο δέσιµο που θα αποτελούσε στην πορεία ένα από τα σηµαντικότερα κοµµάτια της ζωής µου», µας λέει.

Οι γονείς του ήθελαν µετά το δηµοτικό να τον στείλουν γυµνάσιο, ο ίδιος όµως ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και κατάφερε σε πολύ µικρό χρονικό διάστηµα να το κάνει πραγµατικότητα. Βγήκε από το σχολείο και άρχισε δειλά-δειλά να µαθαίνει την τέχνη του µαραγκού. Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών άρχισε να κάνει και συλλογή από τροχούς άµαξας και µέχρι το 1974 µάζεψε περίπου 50 τροχούς. Η έλξη του για τους τροχούς είναι ανεξήγητη, αλλά πάντα τον εντυπωσίαζαν: «Θυµάµαι πολύ έντονα να χαζεύω τις άµαξες που περνούσαν από τους δρόµους. Ίσως επειδή ήταν το πρώτο µεταφορικό µέσο που είχαµε την τότε εποχή».

∆ούλεψε ως ξυλουργός µέχρι το 1974, όταν αναγκάστηκε να ξεριζωθεί µαζί µε όλους τους Κύπριους και να βρεθεί στην Κέρκυρα µαζί µε δύο φίλους του, όπου εκεί άνοιξαν µια µπυραρία. Επιστρέφει όµως στην Κύπρο µετά από δύο χρόνια και ξεκινάει ξανά το επάγγελµα που τόσο αγάπησε.

«Ναι, αποφάσισα ότι το χόµπι µου µπορεί να γίνει το επάγγελµα που θα µου αποφέρει τα προς το ζην. Ήθελα να κάνω κάτι που αγαπώ. Λατρεύω την υφή, τη µυρωδιά και το σχήµα του ξύλου και αυτό είναι αρκετό για να είµαι χαρούµενος µε αυτό που έχω επιλέξει να κάνω!», σχολιάζει.

Η πρώτη του δουλειά, όταν επέστρεψε πίσω, ήταν το ξενοδοχείο Περνέρα, το πρώτο ξενοδοχείο που κτίστηκε στον Πρωταρά. ∆ούλευε υπάλληλος σε ξυλουργείο µέχρι το 1985, όταν το αφεντικό του αποφάσισε να το κλείσει. Τότε ο κύριος Λούκας αρπάζει την ευκαιρία και ανοίγει το δικό του ξυλουργείο για να κάνει µικροδουλειές.

Στην πορεία ένιωσε ότι ήθελε να κάνει και κάτι άλλο πέραν των πόρτων και των επίπλων. Και τότε ήταν που θυµήθηκε και πάλι την πρώτη του αγάπη. Έφτιαξε αρχικά πέντε τροχούς τους οποίους πώλησε πριν καν τους τελειώσει. Μέσα από το πέρασµα των χρόνων κατάφερε να ντύσει µε τους τροχούς του σπίτια, ξενοδοχεία, µπαρ, εστιατόρια σε όλη την Κύπρο. Μετά τους τροχούς, ξεκίνησε να κάνει παράλληλα και άµαξες τις οποίες συνεχίζει µέχρι και σήµερα.

Τα έργα του, που φέρουν την υπογραφή του, πραγµατικά µιλάνε, γιατί κρύβουν µέσα τους όλη την αγάπη του δηµιουργού για την παράδοση του τόπου µας. «∆υστυχώς οι νέοι δεν ενδιαφέρονται, αλλά στους παλιούς ξυπνούν αναµνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια. Στα φεστιβάλ συµµετέχω γι’ αυτό ακριβώς το λόγο. Εκθέτω τα έργα µου και βλέπω στα µάτια των περαστικών τη λαχτάρα και τη νοσταλγία των παιδικών τους χρόνων. Φυσικά λαµβάνω και από τους νέους και απόσους θέλουν να µάθουν τις ρίζες τους και την ιστορία τους».

Η αλήθεια είναι ότι ο κύριος Λούκας είναι στη διάθεση οποιουδήποτε θέλει να µάθει και αυτό γιατί έχει µέσα του µια απέραντη αγάπη. Αγάπη για τον κόσµο, αγάπη για την Κύπρο, την παράδοση, την ιστορία και την τέχνη. Στην ερώτησή µας αν θα ήθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω η απάντησή του ήταν θετική. «Τα παλιά χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά ο κόσµος ήταν πιο αγαπηµένος. Υπήρχε η φτώχεια αλλά άγχος δεν υπήρχε. Οι κοπέλες µάθαιναν ράψιµο ή πήγαιναν στο χωράφι µε τον πατέρα τους, φούρνιζαν και οι άντρες δούλευαν για να πάρουν φαγητό στο σπίτι. Και αυτό ήταν αρκετό να έχουν ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι».

Σήµερα ο κύριος Λούκας έχει βγει στη σύνταξη αλλά αν του ζητήσει κάποιος φίλος να φτιάξει ένα τροχό ή µια άµαξα, θα το κάνει γιατί είναι κάτι που του αρέσει. «Με ευχαριστεί αυτό το πράγµα, µου δίνει ζωή».

scan0002scan0004