URBAN.CULTURE.MAGAZINE

ΤΖΙΜ ΛΟΝΤΟΣ: Ο 13ος Θεός – του Χρίστου Κυριάκου

ΤΖΙΜ ΛΟΝΤΟΣ: Ο 13ος Θεός – του Χρίστου Κυριάκου

Στο γήπεδο γινόταν πανζουρλισμός. Όλοι φώναζαν ρυθμικά το όνομα Λόντος. Αυτός, καταϊδρωμένος, χαιρετούσε το πλήθος. Τον λάτρευαν σαν Θεό. Πλέον, ήταν πρωταθλητής κόσμου. Ο αντίπαλος του, ήταν φαρδύς πλατύς στο καναβάτσο. Δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου. Το «αεροπλανικό κόλπο» του Τζίμι για ακόμη μια φορά έστελνε τον αντίπαλο του «για μπάνια».

Είχε γεννηθεί στις 2 Ιανουαρίου το 1897, στο Κουτσοπόδι του Άργους. Ήταν το τελευταίο παιδί μιας οικογένειας με δεκατρία παιδία. Οι γονείς του, πάμφτωχοι, είχαν όνειρα γι’ αυτόν. Η μητέρα του, θεοσεβούμενη, είχε καημό να τον δει ιερέα, ενώ ο μπαμπάς του στρατιωτικό.

Τα παιδικά χρόνια του Χρήστου Θεοφίλου, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν εξαιρετικά δύσκολα. Η Ελλάδα βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση, εδαφικά αλλά και οικονομικά. Ο «άτυχος πόλεμος» του 1897 είχε πληγώσει την Ελλάδα. Ο Χρήστος, αν και μόλις 13 χρονών, παίρνει την μεγάλη απόφαση, να μεταναστεύσει, να ψάξει την τύχη του αλλού. Προορισμός, η Αμερική. Φτάνοντας, άρχισε να ψάχνει δουλεία. Ένα εστιατόριο στην Νέα Υόρκη τον προσλαμβάνει ως λαντζέρη.

Καθώς εξερευνούσε τους δρόμους της Νέας Υόρκης ο Χρήστος άκουσε ζητωκραυγές από ένα κτίριο. Ακολουθώντας τις φωνές των εκατοντάδων ανθρώπων έφτασε σε ένα κτίριο όπου και είδε τα τελευταία λεπτά από ένα αγώνα πάλης. Τότε ήταν που το όνειρο άρχισε να δημιουργείται. Μη χάνοντας καιρό γράφτηκε σε προπονητήριο του αθλήματος. Mε γοργούς ρυθμούς μαθαίνει τα μυστικά του αθλήματος.

Ο Χρήστος στα δεκαέξι του, από λαντζέρης, πλέον δούλευε σε τσίρκο, όπου έκανε ακροβατικά. Στις ελεύθερες του ώρες δούλευε και σε γκαλερί, όχι ως ζωγράφος αλλά ως γυμνό μοντέλο λόγω του καλλίγραμμου γυμνασμένου κορμιού του. Τα προπονητήρια, όπου και γυμναζόταν, ανήκαν σε ιδιοκτήτες που ελέγχονταν από τα συνδικάτα της Ιταλικής Μαφίας, που μάστιζαν την Νέα Υόρκη. Οι μάνατζερ σύχναζαν στα διάφορα προπονητήρια με την ευχή να βρουν κάποιο λαμπρό αστέρι να το προωθήσουν. Εκεί, θα γνωρίσει και το μάνατζερ του όπου του προγραμμάτισε τους πρώτους του αγώνες. Ο Χρήστος, λόγω του χαμηλού αναστήματος του, της ομορφιάς του και του καλλίγραμμου κορμιού, του διέφερε από όλους τους παλαιστές όπου ήταν πολύ ψηλοί αλλά και άσχημοι. Ο μάνατζερ του εκμεταλλευόμενος τα φυσικά χαρακτηριστικά του προγραμμάτιζε αγώνας με άσχημους ώστε να προωθείται η εικόνα του ως παλαιστής!.

Δίνοντας τους πρώτους του αγώνες, θα δείξει το πλούσιο ταλέντο του. Το μικροκαμωμένο του κορμί τον βοηθούσε να κινείται γρήγορα και με την ευλυγισία του, ξέφευγε εύκολα από τα κεφαλοκλειδώματα του αντιπάλου. Ο Χρήστος άρχισε να δίνει αγώνες και εκτός Αμερικής κάνοντας το όνομα του ακόμη πιο διάσημο. Το προσωνύμιο Τζίμ Λόντος του το χάρισε ο αθλητικογράφος Ρόσκο Φοσέτ σε ένα αγώνα που έδινε στο Πόρτλαντ στην αρένα Λόντον.

O Τζίμ, όπως πλέον τον φώναζαν όλοι, άρχισε να παίρνει φήμη σπάνιας μορφής και το όνομα του προβαλλόταν παντού. Το «αεροπλανικό κόλπο», που έκανε στους αντιπάλους, άρχισε να γίνετε εξαιρετικά διάσημο. Με αυτό το κόλπο ο Τζίμ έπαιρνε τον αντίπαλο από το σώμα και το γύριζε με μεγάλη ταχύτητα γύρω-γύρω. Μετά, με μανία τον έριχνε στο καναβάτσο όπου και τον αποτελείωνε. Ο κόσμος ζητούσε από τον Λόντον να το κάνει σε κάθε αγώνα, γεγονός που τον ενθουσίαζε πολύ αλλά και του έδινε τεράστια δύναμη να συνεχίζει.

Το 1930 γίνεται ο πιο σημαντικός αγώνας στην καριέρα του, απέναντι στο πρωταθλητή Λούη, ο επονομαζόμενος «Στραγγαλιστής». Το στάδιο κατακλύστηκε από 105 χιλιάδες κόσμο. Οι εφημερίδες όλες είχαν ως πρώτο θέμα τον αγώνα του Λόντου ενάντια στο Λούη. Ο αγώνας σχολιαζόταν από τα ΜΜΕ ως «Δαβίδ εναντίον Γολιάθ» αφού ο Τζίμ Λόντος φαινόταν μικρό παιδί μπροστά στον «Στραγγαλιστή». Από τα πρώτα λεπτά του αγώνα ο Λούις έδειξε τις άγριες διαθέσεις του ενάντια στον Τζίμ Λόντον χτυπώντας τον ανελέητα. Τα αντικανονικά του χτυπήματα προς τον Λόντον εξόργισαν τον κόσμο όπου τον γιουχάιζε. Ο Λούις σε μια προσπάθεια πετυχαίνει το Λόντον στην γωνιά και με τα τεράστια του χέρια του «κλειδώνει» το κεφάλι. Το πλήθος άρχισε να απογοητεύεται από την εξέλιξη του αγώνα και πλέον αναζητεί το θαύμα. Ο Λόντος δείχνει αβοήθητος στα χέρια του. Ο κόσμος άρχισε να ζητωκραυγάζει υπέρ του κάτι που δίνει στον Τζίμ θάρρος. Καταφέρνει μετά από πολύ μάχη να γλιστρήσει σαν χέλι από τα χέρια του. Αντλώντας δύναμη από το πλήθος ο Λόντος ξεκινάει την αντεπίθεση του. Με εναέρια λακτίσματα ξετρελαίνει το πλήθος που αρχίζει πλέον και πιστεύει στην νίκη του Δαβίδ. Η ευλυγισία του, του επιτρέπει να κινείται γρήγορα και να ξεφεύγει από τα χέρια του Λούη. Οι γροθιές του Λόντου πέφτουν σαν αστραπή στο κορμί του «Στραγγαλιστή» που δείχνει να χάνει τις αισθήσεις του. Ο Τζίμ έχοντας υπερφυσικές δυνάμεις σήκωσε το «Στραγγαλιστή» που ζύγιζε 150 κιλά και κάνει το «αεροπλανικό κόλπο» που τόσο επίμονα ζητούσε ο κόσμος. Το ματς έληξε με παγκόσμιο πρωταθλητή τον Τζίμ Λόντον.

Ο Τζίμ Λόντος την ίδια χρονιά αγωνίζεται σε 150 αγώνες, που του αποφέρουν το εξωφρενικό πόσο για την εποχή, 1.500.000 δολάρια. Το 1933 ο Τζίμ Λόντος έρχεται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα ώστε να αντιμετωπίσει τον Ριχάρδο Σιχάτ στο Παναθηναϊκό στάδιο. Ο κόσμος που ήδη τον λάτρευε κατέκλισε το στάδιο.

Ο Τζίμ Λόντος έδινε αγώνες μέχρι και το 1946 όπου και αφυπηρέτησε με τον τίτλο του πρωταθλητή βαρέων βαρών. Ταξίδεψε σχεδόν σε όλον τον κόσμο δίνοντας αγώνες. Για χάρη του, το όνομα του αναφέρεται σε πάμπολλα ποιήματα και τραγούδια σε Κύπρο και Ελλάδα. Χαρακτηριστικό της εποχής του 50’ και 60’ ήταν ότι χαρακτήριζαν τους μυώδεις ανθρώπους ως «Τζιμπλόντο», σε παραφθορά του ονόματος του. Το 1937, ήρθε και στην Κύπρο να δώσει κάποιους αγώνες στο Γ.Σ.Ε, γεγονός που προκάλεσε κοσμοσυρροή στο στάδιο. Ο Λόντος φεύγοντας από το στάδιο πέρασε και μέσα από το χωριό μου, την Ξυλοτύμβου, όπου καταχειροκροτήθηκε. Εμπνευσμένος από την ζωή του Λόντου, ο συγχωριανός μου Κωνσταντής Παπαζαχαρίας, έγραψε τον παρακάτω χαιρετισμό εις χάρη του.

«Γεια σου Λόντε, ξακουσμένε πρωτοδεύτερε Ηρακλή,
Γεια σου δόξα της Ελλάδος, της φυλής της ζηλευτής,
Γεια σου γίγα των γιγάντων, παλαιστή μας μερακλή,
Γεια σου άσσε, που τους άσσους καταβάλλεις παραυτής
Γεια σου γιε του Θεόφιλου, γενεά παλληκαριών
Γεια σου καύχημα, καμάρι των ελληνικών καρδιών»

Ο μεγάλος συνθέτης και τραγουδιστής του ρεμπέτικου, Μάρκος Βαμβακάρης θα ηχογραφήσει και αυτός ένα τραγούδι προς τιμή του, το 1929, όταν και νίκησε τον Ρωσοπολωνό γίγαντα Κόλα Κοβριάνι.

«….Πάρ’ την αιμοβορία σου, και τράβα στην πατρίδα σου, αγαπητέ Κοβριάνι,
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας σε μακρυνό σεργιάνι.
Ήρθες απ’ την πατρίδα σου το ζόρικο να κάνεις,
κι ο κόσμος αν δε σε γλύτωνε, κόντεψες να πεθάνεις.

Να είσουνα μονάχα εσύ, κομμάτια πια να γίνει,
μα πόσοι ευρεθήκανε την πάθανε κ’ εκείνοι.
Έτσι λοιπόν ο Λόντος μας, βρέθηκε παλληκάρι,
κι όλος ο κόσμος τον αγαπά, του Άργους το καμάρι…..»

Η λαμπρή πορεία του Χρήστου Θεοφίλου έμεινε για πάντα στις μνήμες των Ελλήνων αλλά και όλου του κόσμου. Η προσοδοφόρα του καριέρα τον έκανε πιο ανθρώπινο αφού βοηθούσε τα ελληνόπουλα που έμειναν ορφανά από τους πολέμους. Ήταν ο θρύλος του νεαρού μετανάστη, του αγράμματου σαν κι αυτόν, που μεγαλούργησε με τη δύναμη των μπράτσων, τη σβελτάδα και την εξυπνάδα του. Ο Τζίμ Λόντος υπήρξε η προέκταση των ημίθεων Ηρακλή και Θησέα. Στις 19 Αυγούστου του 1975 ο Λόντος αποχαιρέτησε όλους τους φιλάθλους του αφήνοντας την τελευταία του πνοή στην Καλιφόρνια μετά από ανακοπή καρδιάς.

Υ.Γ.

Εντωμεταξύ, κάπου το 1940, σε ένα καφενείο στο Αυγόρου, καθόταν ο ξακουστός ποιητάρης Μηνάς Σιεφταλής. Ήταν αρκετά μεγάλος ηλικιακά τότε. Καθόταν σκεφτικός και περίμενε τον συγγενή του, Χρίστο Πριγκόπουλο, να έρθει. Ο Πριγκόπουλος, νεαρός τότε, ξεκινούσε και αυτός δειλά – δειλά τα πρώτα του βήματα στην ποίηση. Μπαίνοντας στο καφενείο θα πει στον θείο του

«είμαι ο Λόντος που λαλούν που νίκησε τον Λούη,
λαλώ του θκείου μου πουν δαμε μα εν το καλακούει»

Το καφενείο γέλασε, αλλά περίμενε την απάντηση του Σιεφταλή. Αυτός γύρισε και τον είδε από πάνω ως κάτω και του λέει

«όϊ πως είσαι ίδιος, αλλά μοιαστός του Λόντου,
Σαν ένας πουν πολλά φτωχός, τζαι γείτονας τ’ αρκόντου»

jimlodos2londosLondos-03londos-3