URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Το σχολείο που δεν αγάπησα – του Νίκου Τσιναφορνιώτη

Το σχολείο που δεν αγάπησα – του Νίκου Τσιναφορνιώτη

Στην Ελλάδα της κρίσης όλα είναι εφικτά, όλα είναι πραγματικά. Ακόμα και η αποτέφρωση θεσμών, όπως συμβαίνει να είναι το σχολείο. Το σχολείο μας.

Αν αρχίσεις να σκάβεις για να βρεις την αρχή του κακού στο τόσο μπερδεμένο κουβάρι που λέγεται παιδεία, ίσως μεταξύ της απούσας κρατικής φροντίδας και οικονομικής ενίσχυσης –προσθέτω και την απουσία καινοτομιών- είναι η παλλαϊκή περιφρόνηση και ο άπλετος ελληνικός κυνισμός στο σχολείο ως σχολείο. Άλλωστε, σύμφωνα με την ιδεολογία του φραπέ, το να συζητάς ακόμα για το σχολείο και τη παιδεία, αυτόματα καθίστασαι παρωχημένος και βαρετός.

Αν τα παιδικά χρόνια είναι η πατρίδα ενός ανθρώπου, το σχολείο είναι ο ευεργέτης του. Και ίσως αν το κράτος και οι κυβερνητικοί φορείς δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν επιτυχώς σε κάτι τόσο στοιχειώδες, τότε ο καθείς μεμονωμένα υποχρεούται να αναλάβει να διεκδικήσει για το αυτονόητο. Πλέον, τελείωσαν τα χρόνια της ανοχής και της υπομονής γιατί πια έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει επικίνδυνα έξω και κάποιος πρέπει να ανάψει το φως, το συντομότερο δυνατό.

Σαφώς και η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια, αλλά και η αμάθεια δεν παύει να αποτελεί κοινωνικό και πολιτιστικό έγκλημα. Και κάπου εκεί που ξεφυλλίζεις σελίδα, σελίδα την χαοτική ελληνική παιδεία, ξεπηδούν μερικά φρικαλέα νούμερα για να επιβεβαιώσουν και επισήμως τους κακούς οιωνούς. Οι αναλφάβητοι πανελλαδικά ανέρχονται περίπου στα 4 εκατομμύρια, την ίδια στιγμή που 5-7000 παιδιά ετησίως εγκαταλείπουν την εκπαίδευση, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην όγδοη θέση μεταξύ 27 κρατών σύμφωνα με την Eurostat (Έρευνα από τον Χρήστο Κάτσικα, εφημερίδα “Τα Νέα”).

Και κάπου ανάμεσα στη τρικυμία, σε εκπαιδευτικά ζητήματα βαρύνουσας σημασίας όπως οι Μαθησιακές Δυσκολίες, αντί να παρουσιάζονται καινοτόμα σχέδια αντιμετώπισης και κυρίως κάποια κρατική μέριμνα με στόχο την ενημέρωση, αντιθέτως ενισχύονται και εγκαταλείπεται στο έλεος ένα 3%-5% ελληνικού δυσλεκτικού πληθυσμού.

Πρακτικά, σχολικές μονάδες βάζουν λουκέτο, ο μαθητικός πληθυσμός διογκώνεται στα εν ενεργεία και εναπομείναντα σχολεία, το καθηγητικό προσωπικό μειώνεται, τα υλικοτεχνικά προβλήματα κάνουν χρόνο με το χρόνο πιο αισθητή τη παρουσία τους, η διδακτέα ύλη παραμένει πλαστική και επιφανειακή και το θέμα της θέρμανσης παραμένει πολλές φορές άλυτο. Επιστέγασμα, οι διαχρονικά πολυπαθείς πανελλαδικές και η πρόσφατη απόφαση για τη μείωση των ωρών του μαθήματος της φυσικής αγωγής καθώς και της κατάργησης των σχολικών αγώνων, γεγονός που αντιτίθεται πλήρως στις επιταγές της UNESCO και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την στιγμή μάλιστα που η χώρα αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στη παιδική παχυσαρκία πανευρωπαϊκά.

Το δικαίωμα στη παιδεία το διαθέτουν όλοι ανεξαρτήτως. Το δικαίωμα σε μια σωστή παιδεία, επίσης. Άλλωστε, τα παιδιά δεν είναι μηχανές για να τρέφονται μόνο με χρήματα και ψευδαισθήσεις. Τελικά, δεκαετία, δεκαετία ο εικοστός πρώτος αιώνας ξεβράζει –ακόμα- προβλήματα και σοβαρές ελλείψεις εκπαιδευτικά και εμβρόντητος επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη πλέον από ιδιοφυΐες όσο από προσωπικότητες με παιδεία, αυτογνωσία, ενσυναίσθηση και δημιουργικότητα. Επομένως, αν θέλουμε να μιλάμε ακόμα για όνειρα και για μέλλον, τότε πρέπει να λειτουργούν απόλυτα και οι πρώτες ύλες, τα σχολεία. Άλλωστε, όσο υπάρχει έστω και ένα παιδί σε αυτό τον κόσμο που παραμένει αναλφάβητο, αυτός ο κόσμο έχει αποτύχει.

*Ο Νικόλαος Τσιναφορνιώτης είναι φοιτητής του τμήματος Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής.