URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Editors letter – Το γελαστό παιδί…

Editors letter – Το γελαστό παιδί…

Γιατί τον άντρα που έχει φρόνηµα τον πονεί πιο πολύ η ταπείνωση που κλείνει το δείλιασµα παρά ο θάνατος που έρχεται άγνωστος µέσα στη δύναµη και στην κοινή ελπίδα.

(Επιτάφιος: 45, 6).

Ως ήρωας στη µυθολογική παράδοση αλλά και ως σύγχρονο κοινωνικό αρχέτυπο, εννοείται κάποιος άνδρας ή γυναίκα (ηρωίδα), που µπορεί να εµφανίζεται παραδοσιακά ως πρωταγωνιστής ενός µύθου, ενός θρύλου ή έπους και που κατέχει ικανότητες µεγαλύτερες από εκείνες που κατέχει ο µέσος άνθρωπος. Αυτές οι ικανότητες τον βοηθούν να εκτελέσει ασυνήθιστες και παράτολµες αγαθοεργές πράξεις (ηρωική πράξη) για τις οποίες γίνεται γνωστός/ή . Αυτές οι δυνάµεις δεν είναι µόνο σωµατικές αλλά και διανοητικές ή ψυχικές. Ο άνθρωπος µεταβάλλεται σε ήρωα όταν εκτελέσει µια ασυνήθιστη και αξιέπαινη πράξη. Παραδοσιακές ηρωικές πράξεις είναι η θηριοκτονία και η διάσωση ανθρώπων από σίγουρο θάνατο ή η λύτρωση µιας ολόκληρης φυλής από συγκεκριµένους κινδύνους. Συνεπώς υπό κανονικές συνθήκες, ο ήρωας εκτελεί αυτό που θεωρείται κοινώς αποδεκτά καλό και ευγενές µέσα στα πλαίσια του πολιτισµού που δρα.

Στα αγγλικά η λέξη «ήρωας» µεταφράζεται σε «Hero». Aν και «πιασµένη» από την ελληνική γλώσσα, οι ξένοι λαοί αναγνωρίζουν πως υπάρχουν ήρωες καλύτεροι από τους Κύπριους. Στην Κύπρο και ειδικά στη νεότερη ιστορία οι ήρωες δεν έχουν την τιµητική τους. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι η επιπόλαιη και µαταιόδοξη νοοτροπία µας, µας κάνει να φαινόµαστε σαν «άπιστοι Θωµάδες». Ενώ γνωρίζουµε πότε κάποιος µετατρέπεται σε ήρωα ή σε εθνικό ιεροµάρτυρα, εντούτοις δυσκολευόµαστε να το χωνέψουµε. Ίσως φυσικά να φταίει το γεγονός ότι σε διάφορες φάσεις της νεότερης κυπριακής ιστορίας έτυχε κάποιοι από τους ήρωες να εµπλακούν ή να τους µπλέξουν σε πολιτικά ζητήµατα και άλλοτε διότι η κατάληξη στο τέλος έγινε τραγωδία, παραγκωνίζοντας αυτούς που επέλεξαν να βάλουν πάνω απ’ όλα το πιο σηµαντικό… Την πατρίδα τους.

Από την προδοσία της Κύπρου από τη Χούντα και την εισβολή των Τούρκων το 1974 ουδέποτε φρόντισα να ασχοληθώ µε το αν έφταιγε η ΕΟΚΑ Β’, ο Μακάριος, ο ∆ιγενής κτλ. Τα έχω ψηλαφίσει αρκετά, τα έχω διαβάσει αρκετές φορές, τα έχω συζητήσει µε ανθρώπους που µπορούσαν να συζητήσουν ορθά, αλλά ουδέποτε πήρα θέση. Θεωρώ ότι αφού δεν τα έζησα, τότε δεν µε παίρνει και δεν µου αξίζει  να πάρω θέση είτε «δεξιά» είτε «αριστερά». Με ενδιέφερε πάντοτε όµως να φροντίσω να µην κάνω τα λάθη τους. Τόσο εγώ όσο και η µεταγενέστερη γενιά της εισβολής. Αντιθέτως προσπαθώ πάντοτε να κρατάω τα θετικά (όσα και να υπάρχουν) και να ακουµπήσω σε αυτά. Ένα από αυτά τα θετικά ήταν και είναι ο Τάσος Μάρκου.

Ο άνθρωπος αυτός πολέµησε στις δικές του Θερµοπύλες. Στο ∆ίκωµο, στη Μια Μηλιά, στην Κυθρέα, στις Χαµίτ Μάντρες. Έµεινε µόνος του θυσιάζοντας αρκετές φορές τη ζωή του για το καλό αυτού του τόπου. Όσοι τον ήξεραν µιλάνε για ένα εξαιρετικό άνθρωπο…

Αρχές Ιουλίου περνούσα έξω από τον ανδριάντα του Τάσου Μάρκου στο Παραλίµνι. Περνάω τακτικά από εκεί αλλά εκείνη την ηµέρα σταµάτησα και αφιέρωσα 5 λεπτά σκεπτόµενος σε αυτό το τρία επί τρία εµβαδόν µέρος που βρίσκεται σε κεντρικό µέρος της πλατείας. Ο Τάσος Μάρκου αγνοείται µαζί µε χιλιάδες άλλες µανάδες, γέρους και παιδιά από το 1974. Πού να βρίσκονται όλοι αυτοί; Κάτι τουρίστες βγάζουν αναµνηστικές φωτογραφίες. Έχουν µαζί τους ένα µικρό παιδάκι που εντυπωσιάζεται από το όπλο που κρατάει στα χέρια του ο ανδριάντας. Έφυγα και ξαναγύρισα στο γραφείο. Έψαξα στο ίντερνετ, βρήκα αρκετά στοιχεία αλλά δεν ήταν αρκετά. Στις περισσότερες αναφορές «του ονόµατος του» µου παρουσιαζόταν το γήπεδο «Τάσος Μάρκου». Καλό κι αυτό! Συναντήθηκα µε τον καλό µου φίλο Κώστα Ηροδότου. Αυτός γνωρίζει τους πάντες, κάτι θα ξέρει, αναρωτήθηκα. Μου είχε φέρει δύο βιβλία σχετικά µε το θέµα µου και κάποιες επαφές για να επικοινωνήσω µαζί τους. «Αυτοί θα σε βοηθήσουν» µου είπε. Ένας από αυτούς ήταν και ο Πάρης Μάρκου. Ο υιός του Τάσου.

Στην αρχή δείλιασα. ∆εν ήξερα αν θα µε έβλεπε µε καλό µάτι ή αν πίστευε ότι ήµουν κι εγώ ακόµα ένας απ’ αυτούς που ψάχνουν αφηρηµένα να γεµίσουν τις σελίδες τους. Για καλή µου τύχη έγινε το πρώτο. Αφού µιλήσαµε στο τηλέφωνο αρκετές φορές, µου έφερε ένα µικρό µπαούλο και µου λέει χαµογελώντας: «Παρ’ το,  περιέχει αποκόµµατα, εφηµερίδες, επιστολές, αναφορές, ρεπορτάζ, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείµενα και δεδοµένα του πατέρα µου. Πρόσεχε µην τα χάσεις!!!»

Κάπως έτσι ξεκινάνε τα όµορφα αφιερώµατα…

Κι έτσι µέσα σε δύο εβδοµάδες «σκυφτός» πάνω στο µικρό µπαούλο κατάφερα να τα συµµαζέψω σε οχτώ σελίδες και να τα παρουσιάσω. Ένιωθα ότι είχα την υποχρέωση αλλά και το βάρος ότι θα έπρεπε να βγει κάτι καλό. Όχι για να µάθουµε ποιος ήταν ο Τάσος Μάρκου, αλλά περισσότερο για να τον αναγνωρίσουµε. Και ειδικά οι νεότερες γενιές. Αυτές οι γενεές που φοράνε τα µπλουζάκια στα γήπεδα του Τσε, του Γρίβα, του Μάρξ, των ναζιστικών και άλλων ηλίθιων συµβόλων που µιλάνε για φασισµό, για τον Μπελογιάννη και το Λαµπράκη, που δοξάζουν τις Χρυσές Αυγές και κάθε είδους παρατάξεις, αλλά αν τους ρωτήσεις για τους δικούς µας ήρωες σε βλέπουν σαν παλαβά.

Για να µην παρεξηγηθώ δεν είναι µόνο ο Τάσος Μάρκου. Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί συνάνθρωποί µας που χάθηκαν άδικα ή αγνοούνται εδώ και 39 χρόνια. Θα µπορούσε να ήταν ο Αντώνης Παντελή από τη Σωτήρα, ο Σάββας Κέρµανου από το Λιοπέτρι, ο Σταύρος Μούσουλος από το Ξυλοφάγου, ο Ευαγόρας Τυρίµου από το Αυγόρου, ο θεοδώσης Γιαννάκη από την Άχνα, ο Χρίστος Χρίστου από την Αγία Νάπα ή ο Στέλιος Πέτρου από τη ∆ερύνεια. Το τεύχος αυτό είναι αφιερωµένο σε όλους όσους έβαλαν µπροστά τη ζωή τους.

Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες µου προσπαθούµε πάντοτε να αναβαθµίζουµε κάθε τεύχος προς το καλύτερο. Ενώ τα πλάνα και το ύφος του περιοδικού µπορεί να µοιάζουν µεταξύ τους, αν ξεφυλλίσει κανείς το τεύχος 1 και το τεύχος 10, δηλαδή αυτό που κρατάτε στα χέρια σας πιθανόν να µη βρει καµία οµοιότητα παρά µόνο το µέγεθος. Όλα τα άλλα έχουν αλλάξει, χαρτί, γραµµατοσειρές, λήψη φωτογραφίας, χρώµατα, ύφος ανάγνωσης, πλαίσιο και στοίχιση περιοδικού κτλ µε σκοπό το περιοδικό να γίνεται πιο εντυπωσιακό αλλά και πιο λειτουργικά αναγνώσιµο. Είναι όµως αυτά τα ρετρό αφιερώµατα που ξεδιπλώνουν µία άλλη νότα σε κάθε τεύχος δίνοντας µία διαφορετική βαρύτητα, κουβαλώντας µία «στόφα» που έρχεται από µακριά. Και µας πάνε µακριά…

Ζανέττος Λουκά     

Εκδότης