URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Τι λάθος κάνω;

Letters from Juliette*

Τι λάθος κάνω;

“Μια φυλακή είν’ ο κόσµος µακριά σου µα η νύχτα αυτή µου `φερε το άρωµά σου!
Τι λάθος κάνω κι όλο φτάνω πιο κοντά κι όλο σε χάνω κι όλο απ’ την αρχή ξανά;”

«Τι τραγουδάρα είναι αυτή», µου λέει η Ναταλία και βουρκώνει. «Έτσι νιώθω! Πως όλο φτάνω πιο κοντά και όλο τον χάνω. Τι λάθος κάνω; Τι λάθος κάνω; ∆εν καταλαβαίνω. Γιατί;», Και δώσ΄του κλάµα η Ναταλία. Εγώ και η Ναταλία κοντράρουµε τη Μάρθα Βούρτση και τον Ξανθόπουλο στο κλάµα!
Είναι µεγάλη υπόθεση να συνειδητοποιούµε ποια λάθη κάνουµε. Μερικοί από εµάς αφήνουµε τη ζωή να περάσει χωρίς να διερωτηθούµε καν. Λέµε στον εαυτό µας πως έτυχε, δεν πειράζει, πάµε παρακάτω. Μειώνουµε το περιθωρίου ρίσκου και επιλέγουµε τις πιο ασφαλείς επιλογές γιατί έτσι είναι πιο εύκολο. Αλλά κάπου χάνουµε το νόηµα. Ζούµε για να γινόµαστε καλύτεροι, να µαθαίνουµε και να εξελισσόµαστε και όχι για να βολευόµαστε.

Η Ναταλία κάθεται και κλαίει και εγώ σκέφτοµαι.. Χµµ. Εντάξει ο τύπος είναι µεγάλος … άντε µη πω… και την ταλαιπώρησε τόσους µήνες. Την πλήγωσε, την τσάκισε και αυτή έκανε υποµονή και κάθε φορά τον συγχωρούσε και έδινε ακόµα µια ευκαιρία. ∆εν ξέρω πόσες ευκαιρίες έδωσε τελικά… έχασα το µέτρηµα.

«Ναταλία να σου πω το λάθος; Του έδινες ευκαιρίες! Ενώ έπρεπε να τον φτύσεις , µε τακτ εννοείται, αν και δεν ξέρω αν γίνεται αυτό… αλλά τελοσπάντων να γυρίσεις την πλάτη και να πας παρακάτω. Αφού έβλεπες την κολοσυρµαθκιά της κουφής. Βασικά το λάθος είναι ότι δεν αγαπάς αρκετά τον εαυτό σου. Αν τον αγαπούσες θα τον άφηνες να υποστεί όλη αυτή την αρρωστηµένη κατάσταση; Μην ανησυχείς όµως. Αυτά διορθώνονται. Απλά πρέπει να φανείς δυνατή και να το πάρεις απόφαση. Πρέπει να κόψεις αυτή τη γάγγραινα και να πας παρακάτω. Είναι καιρός να ηρεµήσει η ψυχούλα σου που ταλαιπωρείται τόσο καιρό».
Ωραία τα είπα, νοµίζω, (ψυχολόγος έπρεπε να γίνω) αλλά µάλλον δεν µε ακούει. «Hello! Με ακούς. ∆εν έχει ήχο; Χάλασε πάλι αυτό το µαραφέτι;». Κουνώ τον υπολογιστή πάνω κάτω … (δική µου µέθοδος επιδιόρθωσης υπολογιστών).

Η Ναταλία ανταποκρίθηκε τελικά: «Ρε συ. Τι είναι η κολοσυρµαθκιά της κουφής;», ρωτά απορηµένη :) :) :)
Τέλεια. Πώς το εξηγούµε τώρα αυτό. Μπαίνω στο ίντερνετ, το κάνω google και της δίνω την απάντηση.
«Λοιπόν… είναι το ίχνος πορείας στο έδαφος που αφήνει το φίδι» Χαµογελώ.
Η Ναταλία έσκασε στα γέλια. «Βρε συ. Εδώ ο κόσµος µου γκρεµίστηκε και εσύ µου κάνεις µάθηµα κυπριακής διαλέκτου. Κώλοι και κουφάδες γίνανε όλα. Το κάλο είναι ότι µε έκανες και γέλασα».
«Μαλλιά κουβάρια θες να πεις ότι γίνανε όλα. Και επίσης εδώ ταιριάζει γάντι και το “µανάρι µου τα κάναµε σαλάτα” της Αρλέτας, λέω και εγώ γελώντας.
« Να ξέρεις ότι εγώ σε αγαπώ ανεξαρτήτως µε το πόσους µπιπ µπιπ θα µπλέξεις. Απλά… δεν µπορώ να µην είσαι καλά. Θέλω η φίλη µου να χαµογελά και να έχει όρεξη να ρουφήξει τη ζωή και όχι να τη ρουφά η ζωή. Βγες από τη µαύρη τρύπα επιτέλους». Ας το καλό συγκινήθηκα πάλι.
Αφού φιλοσοφήσαµε ακόµα λίγη ώρα, είπαµε και τα αστεία µας και έτσι το skype call έκλεισε µε µια νότα χαράς. Εύχοµαι να διαρκέσει καµιά ώρα πριν ξαναπέσει στα πατώµατα η Ναταλία.

Εύκολο είναι να δίνεις συµβουλές για όλους τους απ΄έξω. Κάποτε ήµουν πρώτη και µέγα συµβουλάτορας. Μετά που κατάλαβα ότι πρώτη εγώ ήθελα να ακούσω τις συµβουλές µου και επίσης ότι έχρηζα βοηθείας από ειδικούς, είπα να περιορίσω τις γνώµες και τα πολλά πολλά. Έτσι έσκασα, µουγκάθηκα και αποτραβήχτηκα από το επάγγελµα, διότι είχα χάσει την αξιοπιστία µου. Εγώ πρώτη δεν εµπιστευόµουνα τον εαυτό µου. Εδώ και αρκετό καιρό κάνω ενδοσκόπηση. Πιστεύω είµαι σε κάλο δρόµο. Τουλάχιστον έχω ηρεµήσει. Νιώθω καλά. Μετά τη φουρτούνα έρχεται το ουράνιο τόξο µε πληθώρα χρωµάτων, που εκπέµπουν ηρεµία και ισορροπία.
Και αυτή τη φορά είµαι πιο έτοιµη για την επόµενη συναισθηµατική ιστορία γιατί ξέρω ότι θα έρθει, έτσι είναι η ζωή. Είµαι έτοιµη λοιπόν! Όσο γίνεται δηλαδή ή έτσι νοµίζω.

Αχ! Τι έχουµε ανάγκη όλοι σε τούτη τη ζωή. Μια σφιχτή, ζεστή αγκαλιά. Την ευκαιρία να είµαστε ο εαυτός µας. Τουλάχιστον αυτό θέλω εγώ. Και ότι λάθος έκανα το κατάλαβα και τώρα το διορθώνω. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!
Παρασκευή βράδυ και έχει µπει για τα καλά η άνοιξη και νιώθω ένα κάτι. Ένα φτερούγισµα, µια λαχτάρα και ένα δηµιουργικό άγχος.

Η άνοιξη µου θυµίζει και τη γιαγιά Μαρίτσα, που καθόταν στη βεράντα της αυτή την εποχή και µας περίµενε να πάµε το Σάββατο το απόγευµα να της κάνουµε παρέα. Κάποτε έκανε πανέρια µε τα καλάµια µε χρώµατα κόκκινα, κίτρινα και µπλε. Έβριζε παράλληλα τους Τούρκους που της πήρανε το σπίτι και έπινε και το άσπρο αναψυκτικό της γιατί πονούσε το στοµάχι της. Αυτό που όποιος αρρωστά πίνει sprite δεν το κατάλαβα ποτέ! Εννοείται ότι µπορεί να είχε φάει τον αγλέουρα πριν. Θεά η γιαγιά.!«Γιαγιά µου, το ξέρω ότι µε βλέπεις από εκεί ψηλά. Σε πεθύµησα πολύ», λέω φωναχτά για να βεβαιωθώ ότι θα µε ακούσει.

Έβαλα λίγη µουσική και µπήκα στο facebook. Και τότε αποφάσισα και έστειλα αίτηµα φιλίας στον Θανάση. Έχει µέρες που το σκεφτόµουνα. Τώρα νιώθω έτοιµη και νοµίζω ότι συµφωνεί και η γιαγιά. Μέχρι να τελειώσει το τραγούδι δέχτηκε την πρόσκλησή µου. Μέχρι να πιω το κρασί µου έλαβα και µήνυµα. Κάτι γίνεται εδώ σκέφτηκα. Λες; Ποιος ξέρει άραγε; Κανείς και δεν πρέπει να το πολυσκεφτόµαστε. Νοµίζω και η γιαγιά µου λέει: «Προχώρα και µη φοβάσαι. Αν δεις καπνούς και ξεραΐλα κάνεις πίσω. Αν δεις κόκκινα, κίτρινα και µπλε συνεχίζεις (θα κάνεις ωραίο πανέρι)». Ώρα να εφαρµόσω αυτά που έµαθα. Ευχηθείτε µου καλή επιτυχία. Θα τη χρειαστώ.