URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Take me to church – Της Βέρας Κοσμά

Take me to church – Της Βέρας Κοσμά

Κλέβοντας τον τίτλο του τραγουδιού που έχει γίνει hitακι τους τελευταίους µήνες, τόσο για την όµορφη µελωδία του όσο και για το µήνυµα που θέλει να περάσει, προσπαθώ να τραβήξω την προσοχή σας, για να σας περιγράψω ένα τυπικό Πάσχα στο χωριό. Όσοι αντέχετε να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο, είµαι σίγουρη πως θα νιώσετε ότι κάπου έχετε ξαναδεί το έργο. 

Κοντεύει να ξηµερώσει η ηµέρα της Λαµπρής… Χωριό µε χωριό όλοι θα αναστήσουµε το Χριστό και θα πούµε «Χριστός Ανέστη», θα αγκαλιαστούµε και θα φιληθούµε. Ξεσκονίζοντας, λοιπόν, τις πασχαλινές µου αναµνήσεις µε θυµάµαι πάντα να φθάνω στην εκκλησία 23:45, ίσα ίσα για να προλάβω την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Σε αντίθεση µε τις γιαγιάδες που πήγαν πριν από το πρώτο χτύπηµα της καµπάνας, για να διεκδικήσουν µια θέση στους σκάµνους, εγώ έφθασα αργά. Τόσο αργά ώστε η δικιά µου γιαγιά να πιστεύει ότι έχει την πιο αµαρτωλή εγγονή στο χωριό. Η απογοήτευση στο βλέµµα της όταν µε κοιτάζει, δεν κρύβεται: «Ακόµη λίγο και δε θα προλάβαινες την Ανάσταση», λεει κάθε φορά και εγώ κάνω πως δεν το ακούω.

Βέβαια, τώρα που το σκέφτοµαι, ίσως να έχει τα δίκια της, αφού πριν από εµένα φτάνουν πάντα και όλοι οι νταήδες του χωριού εξοπλισµένοι µε τις αυτοσχέδιες κροτίδες τους. Ντροπή αυτοί να πηγαίνουν πριν από εµένα. Τα αυτιά µου αρχίζουν να  κουφαίνουν µε τα µπαµ-µπουµ τους και το µάτι µου πιάνει τις κυράτσες του χωριού (που έχουν το µαλλί τίγκα στη λακ) να σιχτιρίζουν τους µάγκες που χαλάνε τη γιορτή µε το θόρυβο των κροτίδων (λες και ανάµεσα τους δεν είναι ο γιος τους). Πιο δίπλα υπάρχουν δύο κοριτσάκια που τσακώνονται ποια έχει τη µεγαλύτερη λαµπάδα και ένα πεντάχρονο κλαίει, γιατί θέλει να ρίξει το Μάρτη του στη λαµπρατζιά.

Την παράσταση κλέβουν τα δεκαπεντάχρονα κορίτσια µας, τα µπουµπούκια του χωριού, που έχουν βάλει τα καλά τους και κόβουν βόλτες γύρω από την εκκλησία, ξανά και ξανά. Το µόνο σίγουρο είναι πως όλες τις καµαρώσαµε και µε το παραπάνω.

Μ’ αυτά και µ’ αυτά περνάνε τα δεκαπέντε λεπτά και ακούµε το γνωστό «∆εύτε λάβετε φως», ανάβουµε τις λαµπάδες µας, «Χριστός Ανέστη» µατς µουτς και τραβάµε σπίτια µας για τη σούπα που επιβάλλεται να φάµε, νηστέψαµε δε νηστέψαµε. Οι πολύ Χριστιανοί µετά τη σουπίτσα τους, επιστρέφουν στην εκκλησία για να µείνουν µέχρι το τέλος. Έτσι είναι το σωστό, λένε. Εγώ αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα. Αµά θες µείνε µέχρι το τέλος ή µην επιστρέφεις. Τι το θες το πηγαινέλα;

Και ξηµερώνει η Κυριακή… Οι νοικοκυρές του σπιτιού θα ξυπνήσουν από τις 7:00 για να βάλουν το αρνί στο φούρνο και ανταλλάσουν µε τις γειτόνισσες-νοικοκυρές «Χριστός Ανέστη», λες και δεν κοιµάται κανείς εκείνη την ώρα. Έρχεται το µεσηµεράκι και δίνουµε µε τα µούτρα στο φαϊ. Αρνί, µακαρόνια του φούρου, κουπέπια, κεφτέδες, σούβλα και ότι άλλο µπορεί να σκεφτεί το µυαλό της νοικοκυράς, για να γιορτάσουµε την Ανάσταση του Κυρίου. Το lunch αλα παραδοσιακά επιβάλλεται αυτές τις ηµέρες, γι’ αυτό πρέπει να µην ξεχάσουµε να βάλουµε στο facebook µια φωτογραφία όταν ψήνεται η σούβλα.

Μ’ αυτά και µ’ αυτά τελειώνει η µέρα µας και το βραδάκι ξεκινάµε για τα µπαράκια. Κάπου εδώ αφήνουµε την παράδοση, το χωριό και ότι άλλο µπορεί να µαρτυρεί ότι όλη µέρα ήµασταν δίπλα από την καπνίλα της σούβλας. Παραγγέλουµε το mohito µας και το πάρτι ξεκινά.

Όπως καταλαβαίνετε όλοι τα ίδια περνάµε. Καλό Πάσχα σε όλους ή Καλές Γιορτές… ή τελοσπάντων καλά να περάσετε.

Βέρα Κοσµά     

∆ιευθύντρια Σύνταξης