URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Τα Χριστούγεννα που θυμάμαι – του Χρίστου Κυριάκου

Τα Χριστούγεννα που θυμάμαι – του Χρίστου Κυριάκου

Ήταν βαριά άρρωστος. Το δυστύχημα τον πήρε χρόνια πίσω. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Εν ολίγοις, έμεινε παράλυτος, για ένα μικρό διάστημα, μέχρι να αναρρώσει η πλάτη του. Το θετικό είναι ότι ο γιατρός του εγγυήθηκε ότι θα περπατούσε ξανά. Απλά ήθελε υπομονή. Να είσαι θετικός και όλα θα παν καλά του είχε πει ο γιατρός.

Τις πρώτες μέρες ήταν ράκος. Άρχισε να πιστεύει ότι δεν περπατούσε ποτέ ξανά. Πώς να μην το πιστεύει άλλωστε αφού δεν μπορούσε να κινήσει τα πόδια του. Με το πέρασμα των πρώτων ημερών άρχισε να νιώθει καλύτερα. Όχι στην υγεία αλλά στην ψυχολογία. Έκανε και φίλο τον δίπλα ασθενή. Συζητούσαν μαζί περί ανέμων και υδάτων. Όχι όμως προσωπικά. Ήταν πολύ νωρίς. Ποτέ δεν τον ρώτησε γιατί βρισκόταν στο νοσοκομείο.

Σιγά σιγά πέρασε ο πρώτος μήνας και άρχισαν να κάνουν παρέα λες και ήταν παιδικοί φίλοι. Αυτός όμως δεν μπορούσε να κινηθεί απ’ το κρεβάτι. Μοναχά έβλεπε το ταβάνι του νοσοκομείου. Απαγορευόταν αυστηρώς να κινείται. Η πλάτη του δεν το επέτρεπε. Έτσι όταν βρήκε το θάρρος του ζήτησε μια χάρη. “ Μου λες σε παρακαλώ τι γίνεται με τον έξω κόσμο; Τι βλέπεις; Απ’ την μέρα που ήρθα εδώ αναίσθητος με το ασθενοφόρο δεν έχω δει ξανά έξω;” Εκείνος χαμογέλασε και του είπε “Πραγματικά δεν ξέρεις τι χάνεις που δεν βλέπεις έξω. Το τι όμορφο είναι το τοπίο απ’ εδώ κάτω, μόνο αν το δεις θα το πιστέψεις. Υπάρχει ένα τεράστιο πάρκο. Υπάρχουν συνεχώς παιδιά που παίζουνε ότι λογής παιχνίδι μπορείς να φανταστείς. Έρχονται εδώ καθημερινά με τις οικογένειες του και περνάνε υπέροχα. Που να δεις τον κήπο πόσο μεγάλος είναι. Απίστευτα όμορφος”. Έκλεισε και αυτός το μάτια του και τα ονειρευόταν. Κάθε μέρα που περνούσε του ζητούσε να του πει τι βλέπει έξω στο πάρκο. Του υποσχέθηκε κιόλας πως όταν όλα τελειώσουν και για τους δυο, θα πηγαίνανε μαζί για καφέ. Καθημερινά ερχόντουσαν πλήθος κόσμου να πιει τον καφέ του σ’ αυτό το όμορφο μέρος.

Μήνες αργότερα, όταν ήρθαν και τα Χριστούγεννα, θα αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Άρχισε να κάνει μικρές κινήσεις. Δυστυχώς θα χάσει τον φίλο του. Η αρρώστια του είχε επιδεινωθεί και έπρεπε να αλλάξει εσπευσμένα θάλαμο. Πέντε μέρες αργότερα θα ακούσει ότι ο φίλος του, που του κρατούσε τόσο καιρό συντροφιά, πέρασε για τον άλλο κόσμο. Το είχε μάθει απ’ την νοσοκόμα που τον εξυπηρετούσε. Λυπήθηκε αλλά έτσι είναι η ζωή σκέφτηκε. Πριν φύγει η νοσοκόμα την ρώτησε. “Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις τι βλέπεις απ’ έξω;” Αυτή με ένα ύφος περίεργο του απάντησε “Τι εννοείς απ’ έξω. Το μόνο που μπορείς να δεις απ’ εδώ είναι το πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Άσε που είναι παλιά και βρώμικη”. “Μα τι λες; Ο φίλος μου έλεγε για ένα παραδεισένιο πάρκο που παίζουνε τα παιδιά”. “Δεν θέλω να σε λυπήσω αλλά ο φίλος σου ήταν εκ γενετής τυφλός. Τίποτα δεν είδε ποτέ του”. Έκλεισε και αυτός τα μάτια και κύλησε ένα δάκρυ χαράς. Απίστευτο πράγμα. Με κρατούσε τόσο καιρό χαρούμενο απλά και μόνο για να μου δίνει κουράγιο. Πώς να ξεχάσω εκείνα τα Χριστούγεννα. 

xeimonas1