URBAN.CULTURE.MAGAZINE

Περίμενε με στο Φεγγάρι – του Νικόλαου Τσιναφορνιώτη

Περίμενε με στο Φεγγάρι – του Νικόλαου Τσιναφορνιώτη

Έχω μια φιλοδοξία ∙ Να είμαι ο εαυτός μου. Έχω μια ευχή. Να μην είμαι μόνος. Περιστρέφονται όλα γύρω μου και περιστρέφομαι γύρω από όλα. Ακόμα και αν λίγα είναι αυτά που θέλω. Ας πούμε για παράδειγμα, εμένα, εσένα και ίσως μερικά λεφτά για όπου μας βγει. Ίσως μέχρι κάπου εδώ κοντά ∙ Ίσως μέχρι την άλλη άκρη της γης. Όχι όμως μόνος μου, αλλά, μαζί σου.

Οι άνθρωποι δεν περπατάνε, αλλά πετάνε. Ακόμα και αν δεν έχουν φτερά. Δένονται με τα χέρια γύρω από το λαιμό και το στέρνο, σφιχτά, με στοργή. Δεν αφήνονται, για να μην χαθούν. Ξεχνιούνται και πετάνε. Γιατί γεννήθηκαν για αυτό.

Και όταν αφήσεις τα χέρια μου ; Τότε, θα πέσουμε, χωριστά. Ίσως σε κάποια θάλασσα -εκεί ανήκουμε άλλωστε- . Ίσως στο Φεγγάρι, στη Σελήνη –εκεί ταξιδεύουμε όταν κοιμόμαστε. Στα όνειρα δηλαδή- .Ίσως και στον Ήλιο –εκεί, ταξιδεύουμε όταν χαμογελάμε- .Ίσως όμως και στον Πλούτωνα –εκεί, όταν αναγεννιόμαστε. Πεθαίνουμε και ξαναζωντανεύουμε-.

Θα πέσουμε όμως μόνοι. Και όσο θα πέφτουμε θα ματώνουμε, θα χάνουμε τις αισθήσεις μας, θα κλείνουμε τα μάτια και θα κρατάμε τις παλάμες σφιχτά, δεμένες από πόνο, θυμό και οργή. Το σώμα θα φθείρεται και θα φοβόμαστε. Θα φοβόμαστε πολύ γιατί δεν θα νιώθουμε ούτε στοργή, ούτε ασφάλεια, ούτε αγάπη.

Και το τέλος; Το Τέλος, θα είναι απογοητευτικό. Θα σπάσουμε κάτω δυνατά. Θα βάλουμε τα χέρια μας γύρω από το λαιμό και το στέρνο μας αλλά δεν θα νιώθουμε τίποτα. Ούτε αγάπη, ούτε στοργή. Μόνο μοναξιά. Και φόβο. Πολύ φόβο. Και όταν σηκωθούμε και κοιτάξουμε ψηλά ; Θα έχει ήδη νυχτώσει.

Και αν με ρωτήσεις τι είναι όλοι αυτοί που πέφτουν από εκεί πάνω, θα σου ψιθυρίσω πως είναι πεφταστέρια. Και ο γαλαξίας είναι γεμάτος από αυτά. Πέφτουν συνέχεια και θα πέφτουν για πάντα. Και θα αφήνουν πίσω τους υστερόλαμπη, γιατί είναι πύρινες μπάλες στον ουρανό που όσο πέφτουν θα σβήνουν. Μέχρι να χαθούν, τελείως.

Και τώρα που νύχτωσε, θα κοιμηθώ, για να ονειρευτώ. Για να ταξιδέψω μέχρι το Φεγγάρι. Εκεί που η μια πλευρά είναι φωτεινή και η άλλη είναι σκοτεινή, βυθισμένη στο απύθμενο και άγνωστο σκοτάδι. Εκεί που κρύβονται όλοι οι φόβοι, οι ανασφάλειες και οι αναμνήσεις ∙ Το παρελθόν. Εκεί θα είσαι και εσύ. Και υπόσχομαι, μέχρι να ξημερώσει να τρέξω να σε βρω και ας χαθώ μέσα στο σκοτάδι. Περίμενε με.

Νικόλαος Τσιναφορνιώτης είναι φοιτητής στο τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.